«Κρεμαστοί ανθοβολώνες, στις κολώνες, που παν και κοτσιλάν οι χελιδόνες»

«Κρεμαστοί ανθοβολώνες, στις κολώνες, που παν και κοτσιλάν οι χελιδόνες»

Ω, των οφθαλμών μου απαύγασμα! Ω, των ανθοβολώνων κτέρισμα! Ω, των δημοσίων χώρων αγλάισμα! Ω, των κρεμαστών κήπων της Βαβυλώνος θαύμα ύστερον!

  • του Λευτέρη Τηλιγάδα | red line

Ήρθε κι έδεσε το άνθος, αλλά έδεσε ψηλά, κ. Παπαναστασίου κι όσοι περιδιαβαίνουν την κεντρική πλατεία της πόλης μας κοιτούν γεμάτοι θαυμασμό και απορία αυτά τα πλαστικά τάπερ με την τρύπα από κάτω (στη λαϊκή του Σαββάτου συναντώνται και ως γλάστρες), κρεμασμένα πάνω στους γαλβανισμένους στύλους των δημόσιων λαμπτήρων και πάει το επιφώνημα και η απορία, σύννεφο.

Ένα μικρό δείγμα των επιφωνημάτων, κ. Παπαναστασίου, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ακούγονται δεξιά και αριστερά, σας έχω «ρουφιανέψει» στη αρχή του άρθρου μου. Όμως εκεί που, πραγματικά, έχασα την μπάλα είναι με τις απορίες: «Η γλάστρα όταν την βλέπεις από κάτω φαίνεται να έχει πάτο. Αυτό που ζούμε έχει πάτο»; «Με καναντέρ θα τις ποτίζουν τα δημοτικά συνεργεία πρασίνου»; «Αν επιλεγεί το πότισμα από κάτω με σωλήνα, θα φτάνει η πίεση ή θα χρειαστεί πιεστικό μηχάνημα»;

Αμείλικτα τα ερωτήματα, κ. Παπαναστασίου. Πέρα όμως από τον σκεπτικισμό που αυτά μπορούν να προκαλέσουν, οφείλω να ομολογήσω ότι το γεγονός της τοποθέτησης των ανθέων σε αυτό το ύψος, έχει κάνει τα πρόσωπα αρκετών συνδημοτών μας, να πλημμυρίσουν με χαμόγελο σκωπτικό και εαρινό, ένα χαμόγελο εξαιρετικά θεραπευτικό, σε αυτές τις γεωγραφίες της «άγριας δύσης», που το «έφερε η μοίρα τους» να ζήσουν, όπως λέει κι ένας καλός μου φίλος.

Το γεγονός βέβαια αυτό καθ’ αυτό, αποτελεί ήσσονος αισθητικής βαρβαρότητας ζήτημα, από την προ ετών απόπειρα της «ανάδειξης των αγαλμάτων» με επίχρυση χρωστική ουσία, αλλά αποδεικνύει τη διαχρονική συνέχεια εκείνης της φιλοσοφίας για τον εξωραϊσμό των δημοσίων χώρων.

Η «επανάληψις», κ. Παπαναστασίου, «μήτηρ πάσης μαθήσεως». Αρχαίο ρητό και χρήσιμο «διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν». Καλό θα ήταν λοιπόν, να καλέσετε τους συνεργάτες σας στο γραφείο, να καθίσετε όλοι ένα γύρω από το μεγάλο τραπέζι των συσκέψεων και να γράψετε πεντακόσιες φορές ο καθένας την παρακάτω διδακτική αρχή: «Μην πειράζετε τα κακώς κείμενα, θα τα κάνετε χειρότερα». Εκτός και αν, η τοποθέτηση αυτών των κρεμαστών ευτελών ανθώνων, εξυπηρετεί έναν γενικότερο σχεδιασμό της επιτροπής τουρισμού της δημοτικής αρχής, για να ανταγωνιστούμε το έθιμο του σπασίματος των «μπότιδων» της Κέρκυρας. Αν κάτι τέτοιο σας οδήγησε σε αυτή την επιλογή, τότε συμφωνώ και επαυξάνω. Να κρεμάσουμε και στα γύρω δέντρα και τα μπαλκόνια της πλατείας.

Πώς δεν το σκέφτηκα αλήθεια!!!

Με το που θα τελειώσουν τα χαλκούνια την Μεγάλη Παρασκευή, να ορμήξουμε λέει, με καλαμίδες κομμένες από τις εκβολές του «Κατρουλή» πάνω στις γλάστρες και να αρχίσουμε να τις χτυπάμε μέχρι να πέσουν κάτω και να σκορπίσουν τα χώματα πάνω στα κεραμικά πλακάκια της Αργεντινής, φωνάζοντας «εν χορώ ή και κατά μόνας»: «Σήκω μάνα να το δεις. Έγινε τ’ Αγρίνιο, πόλη για να ζεις». Χωρίς πλάκα, είκοσι χρόνια εντατικής ψυχανάλυσης θα γλυτώσουμε, κ. Παπαναστασίου.

Κλείνοντας όμως, θα ήθελα να σας θυμίσω ένα αρχαίο τραγουδάκι από τον περίφημο «Θεσσαλικό Κύκλο» του Γιάννη Μαρκόπουλου σε στίχους του Κώστα Βίρβου, το οποίο είναι καλό να το «περάσει» επειγόντως ο μαέστρος με τη φιλαρμονική της πόλης, για να το παιανίζει τις επόμενες μέρες, κάθε φορά που θα διέρχεται από την πλατεία. Οι στίχοι βέβαια του δεύτερου κουπλέ, είναι λίγο πειραγμένοι, αλλά θεωρώ ότι συμβάλλουν στην γενικότερη σουρεαλιστική διάθεση του άσματος, αλλά και του γεγονότος. Η εισαγωγή και η μουσική γέφυρα στη μέση του τραγουδιού είναι «όλα τα λεφτά», αν αναλογισθεί κανείς το πόσο πολύ ταιριάζει στον ανθοστολισμό των στύλων.

«Κρεμαστοί ανθοβολώνες, στις κολώνες | που παν και κοτσιλάν οι χελιδόνες | Γλάστρα πάνω – γλάστρα κάτω, | στόλισμα μας “ντελικάτο”. | Γλάστρα πάνω – γλάστρα κάτω. | Κοίτα και θα δεις τον πάτο».


Οι φωτογραφίες είναι του Πάνου Ραυτογιάννη