Καλή σας μέρα κ. Παπαναστασίου | «Η μισή ντροπή δική σας κι η μισή δική του»

Καλή σας μέρα κ. Παπαναστασίου | «Η μισή ντροπή δική σας κι η μισή δική του»

Χρόνια τώρα, κ. Παπαναστασίου, η μνήμη του γεγονότος της θυσίας των «120», παρέμενε στο ημίφως της ιστορίας μας, όχι μόνο γιατί από τότε μέχρι και την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, το 1982, οι νικητές του εμφυλίου πολέμου επιχείρησαν με κάθε μέσο και τρόπο να αλλοιώσουν τη σημασία της, αλλά κυρίως γιατί η τρομοκρατία και το κυνηγητό που υπέστησαν, όσων, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, επέμεναν να θυμούνται και να αντιπαλεύουν τον βίο και την πολιτεία των φυσικών αυτουργών του εγκλήματος καθώς και των μετέπειτα ιδεολογικών και πολιτικών τους φίλων.

του Λευτέρη Τηλιγάδα |  | red line

Φέτος ο Δήμος Αγρινίου, αξιοποιώντας την ευαισθησία του Θανάση Βαλαώρα και την εικαστική παρουσία-αφήγησή του για το γεγονός, καθώς και την δυναμική του ΔΗΠΕΘΕ, κατάφερε να ανταποκριθεί μέχρι ενός σημείου, στην απόδοση της τιμής που οφείλει το σύνολο των κατοίκων του νομού, και όχι μόνο, στους «120» εκτελεσμένους της Μ. Παρασκευής του Αγρινίου.

Δεν μπορούμε όμως σήμερα, κ. Παπαναστασίου, να μην καταγράψουμε μια «ασέβεια» και προς το δρώμενο που παρουσίασε το ΔΗΠΕΘΕ την Μεγάλη Παρασκευή και προς τους συνδημότες, που επιθυμούσαν και κλήθηκαν να το παρακολουθήσουν.

Ως γνωστόν, το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, το Διοικητικό Συμβούλιο του Θεάτρου της πόλης του Αγρινίου είχε προγραμματίσει τη δραματοποίηση του «Επιταφίου» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία της Διονυσίας Ολιβώτου με την Γιούλη Μαρούση και την Ευγενία Γρέντζελου. Το δρώμενο να σημειώσουμε, είχε ανακοινωθεί για τις 12:00 το μεσημέρι.

Στην είσοδο του θεάτρου από τις 12:15 περίπου και μετά, ήταν «σταματημένος» ένας μικρός αριθμός συμπολιτών μας. Η παράσταση, όπως τους ενημέρωσε ο υπάλληλος του θεάτρου, ο οποίος βρισκόταν στην είσοδο είχε ήδη ξεκινήσει και απόφαση της διοίκησης ήταν να μην επιτραπεί πλέον η είσοδος σε κανέναν. Η λήψη αυτής της απόφασης ήταν απαραίτητη, αφού το «άνοιξε – κλείσε» της πόρτας της αίθουσας θα προκαλούσε σημαντική ενόχληση στους θεατές και στους ηθοποιούς. που συμμετείχαν σ’ αυτή.

Μεταξύ των συδημοτών μας που είχαν «κλειστεί έξω», κ. Παπαναστασίου, ήταν και η κ. Μαίρη Χρυσικοπούλου, η οποία με τη δράση της και το έργο της έχει προσφέρει πολλά και σημαντικά στην πόλη του Αγρινίου και, αν δεν κάνω λάθος πρέπει να είναι από τους ελάχιστους πια Αγρινιώτες που έχουν ζήσει το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός και τον κοινωνικό απόηχο του, ως μικρό κορίτσι αυτής της τόσο μικρής πόλης τότε. Κοιτούσε γύρω της απελπισμένη, μην μπορώντας να πιστέψει πως μια μικρή καθυστέρησή της την έφερε απέναντι σε μια τόσο αυστηρή απόφαση. «Μα γιατί τόσο αυστηρότητα», αναρωτιόνταν συνεχώς, κοιτώντας στα μάτια τον υπάλληλο του θεάτρου. «Κατανοώ το πρόβλημα, συνέχιζε, «αλλά θα μπούμε» με μεγάλη προσοχή και ησυχία».

Και ενώ όλα αυτά τα όχι και τόσο πολύ ευχάριστα συνέβαιναν στην είσοδο, ξαφνικά, με καθυστέρηση 20 λεπτών και παραπάνω, κάνει την εμφάνιση του ο βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας του ΠΑΣΟΚ  κ. Δημήτρης Κωνσταντόπουλος (στην συγκεκριμένη περίπτωση μόνο ως κύριος δεν συμπεριφέρθηκε), ο οποίος αγνοώντας κάθε έννοια ευπρέπειας πέρασε από μπροστά μας με ύφος, «δεν κωλώνω πουθενά» και μπήκε στην παράσταση με τον «τσαμπουκά», που του έδινε η ιδιότητα του βουλευτή.

Καμιά αίσθηση του μέτρου. Πάνω απ’ όλα μια τυπική και θορυβώδης παρουσία, που εξυπηρετούσε μόνο τις δημόσιες σχέσεις του ιδιίου, αφού όπως πληροφορήθηκα στη συνέχεια δεν μπήκε καν στον κόπο να απενεργοποιήσει το τηλέφωνο του, στις κλίσεις του οποίου μάλιστα απαντούσε, ενοχλώντας και τους ηθοποιούς και τους θεατές δίπλα και πίσω του. Γιατί δεν μπήκε μόνο με τον κοινοβουλευτικό του τσαμπουκά, έκατσε και στις πρώτες καρέκλες των επισήμων για να δουν όλοι την παρουσία του.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της απρέπειας, φυσικά, βαρύνει τον ίδιο και την ποιότητα του, κατ’ ευφημισμόν, «πολιτισμού», που τον χαρακτηρίζει.

Όμως η ευθύνη δεν είναι όλη δική του.

Άλλο τόσο σημαντική, είναι και η ευθύνη της διοίκησης του θεάτρου, η οποία ανέχθηκε αυτή την συμπεριφορά την ώρα μάλιστα που αγρινιώτες σαν την κ. Χρυσικοπούλου «φάγανε πόρτα».

Είναι καιρός, κ. Παπαναστασίου, να καταλάβετε και εσείς και όσοι άλλοι μεγαλοσχήμονες που συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο ότι η ανοχή μας έχει εξαντληθεί προ πολλού και ο πολιτισμός μας δεν μπορεί να ανεχθεί, να αντιμετωπιζόμαστε ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας σε κάτι τέτοιες περιστάσεις  κοινωνικού βανδαλισμού.

Όταν πριν από δύο χρόνια σας επισκεφτήκαμε ως μέλη του «Ανυπότακτου Αγρινίου» μαζί με τον κ. Στέλιο Μερμίγκη, κ. Παπαναστασίου, με σκοπό να σας ενημερώσουμε για την σύμπτωση της φετινής 14ης Απριλίου με την Μεγάλη Παρασκευή και ταυτόχρονα να σας προτείνουμε, ο Δήμος Αγρινίου να «τολμήσει» να τιμήσει αυτή την επέτειο της θυσίας των «120», όπως της αξίζει, καθόλου δεν είχαμε υπόψη μας τέτοιου είδους εκδηλώσεις «κεκλεισμένων των θυρών».

Σας είχαμε προτείνει, αν θυμάστε, τη διοργάνωση ενός δρώμενου το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, αμέσως μετά την αποχώρηση των επιταφίων από την πλατεία και πριν την έναρξη του εθίμου των χαλκουνιών, έτσι ώστε να επανέλθει στο κέντρο της πόλης η μνήμη της θυσίας, με την ενεργή συμμετοχή του συνόλου της κοινωνίας της περιοχής και όχι με μια παράσταση που θα κρατούσε «στην από ‘ξω», ανθρώπους, που ίσως και να πρόλαβαν να ζήσουν εκείνες τις τραγικές στιγμές της ιστορίας της πόλης, δίνοντας ταυτόχρονα το δικαίωμα στον δημοσιοσχετίστικο ετσιθελισμό του κάθε απολίτιστου  «εκπροσώπου του λαού», να μην σεβαστεί κανέναν και τίποτα.

Ελπίζω του χρόνου, κ. Παπαναστασίου, ο Δήμος να μην αρκεστεί στο «ελάχιστο» της οφειλής του, αλλά να οργανώσει και να επιχειρήσει, με την συνεργασία των δύο δομών πολιτισμού που διαθέτει, καθώς και του συνόλου των πολιτιστικών, κοινωνικών και πολιτικών φορέων της πόλης, το «μέγιστο».

Η θυσία της Μεγάλης Παρασκευής του Αγρινίου, είναι η «Έξοδος» της πρόσφατης ιστορίας μας από τα ματωμένα σκοτάδια του φασισμού και του ναζισμού και τηρουμένων των αναλογιών, ο Δήμος Αγρινίου οφείλει να την τιμά με την σπουδαιότητα, που ο Δήμος Μεσολογγίου οργανώνει και υλοποιεί τις «Γιορτές Εξόδου». Τίποτα λιγότερο.


Υ.Γ. Φράσεις του τύπου: «ναι, αλλά η εκκλησία…», «ο Κοσμάς, τι θα πει;», «είναι ο επιτάφιος, δεν γίνεται», μόνο αν τις επιτρέψουμε έχουν ισχύ.