Καλή σας μέρα κ. Παπαναστασίου | Τώρα που γκαστρώνονται οι «λαγοί»

Καλή σας μέρα κ. Παπαναστασίου | Τώρα που γκαστρώνονται οι «λαγοί»

Τις τελευταίες μέρες, κ. Παπαναστασίου, και μετά από συγκεκριμένες ανακοινώσεις σοβαρών και υπεύθυνων πολιτικών της περιοχής μας (ένας απ’ αυτούς κι εσείς), ανοίξαμε πάλι τα εγχειρίδια της φυσικής ιστορίας, για να τσεκάρουμε τις εγκύκλιες γνώσεις μας για κάθε είδους ζώο, που ενδημεί στο μεγάλο αιτωλοακαρνανικό πεδίο και περιφέρει την ονομασία του, «φορτωμένη μετά πλείστων συμβολισμών, ενίοτε», στις στοματικές κοιλότητες και τις σκέψεις των αυτοδιοικητικών. Κι αυτό όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί απ’ ότι φαίνεται ποτέ δεν ξέρεις με ποια ενδιαιτήματα και με ποιες συμβολοποιήσεις των ειδών που διαβιούν σ’ αυτά θα βρεθείς αντιμέτωπος.

  • του Λευτέρη Τηλιγάδα |  | red line

Κάπως έτσι, ξεκινήσαμε πριν καμιά δεκαριά μέρες από τις απότομες και κακοτράχαλες πλαγιές της προστασίας της φύσης, για να οδηγηθούμε στα νεφοσκεπή οροπέδια της ανάπτυξης, ακολουθώντας το πέταγμα των «όρνιων της Κλεισούρας» και τα μονοπάτια των «λαγών», Πάει να πει: «Πιάσ’ τ’ αυγό και κούρευτο». Και καλά να εξελιχθούν ομαλά τα πράγματα… Τι ν’ το τσόφλι, τι ν’ η τρίχα του. Αν όμως, εκεί που το κουρεύεις, δεις να πέφτει ντάνα το μαλλί(!) Τότε(!) Τι κάνεις τότε(!)  Την παθαίνεις την παράκρουση ή δεν την παθαίνεις; Ιδού η απορία!

«Οι πολιτικοί άνδρες πρέπει να κάνουν πίσω όταν καταλαβαίνουν το λάθος τους», είπατε στην τελευταία συνέντευξή σας, κ. Παπαναστασίου. Όμως αυτές τις γενικόλογες αλήθειες, όταν τις λέει κανείς, θα πρέπει και να τις υποστηρίζει με το παράδειγμά του.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, κ. Παπαναστασίου, κάνατε ένα μεγάλο ατόπημα: Βάλατε απέναντί σας έναν από τους πιο μικρούς δήμους του νομού, ο οποίος για χρόνια πολλά, αν και έχει σημαντικότατες υποδομές στον τουριστικό και τον μεταφορικό τομέα, είναι καταδικασμένος να βλέπει τα έργα να πετάνε μεν γύρω του, αλλά να προσγειώνονται αλλού.

Το γεγονός αυτό βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν δικαιώνει τον κ. Κατσιφάρα, ο οποίος, εξ’ όσων μπορώ να αντιληφθώ, φαίνεται να διαθέτει στο επικοινωνιακό του οπλοστάσιο και χειροποίητο αγγλικό δίκανο και εξαιρετικό «λαγόσκυλο». Μόνο που αυτή την περίοδο, κατά την οποία το κυνήγι απαγορεύεται, είναι καλό να έχει υπόψη του ότι οι λαγοί γκαστρώνονται, όπως άλλωστε συμβαίνει με τα περισσότερα «ζ’λάπια» της τοπικής πανίδας. Καλό θα είναι για το λόγο αυτό οι διάφοροι θηρευτές να εκπαιδεύουν μεν τα κυνηγιάρικά τους, να κρατούν όμως και λίγο τα μπόσικα, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος να πάει καλά η «γκαστριά» και να γεμίσει ο τόπος με τόσους λαγούς, που ούτε ο κυνηγός να έχει τόπο να σταθεί να σημαδέψει, ούτε ο λαγός να «σείσει τη φτέρη του».

Αντιλαμβάνομαι, ότι ο τόσο πολύ παραβολικός λόγος αποτελεί, για κάποιους αναγνώστες, ένα «δύσκολο» ανάγνωσμα. Πώς να μην εξαντλήσουμε όμως και μεις κάθε δυνατότητα παραβολικού λόγου την οποία διαθέτουμε, όταν το παραμύθι που κυκλοφορεί γύρω μας αυτές τις μέρες είναι τεράστιο.

Από τη μια αυτό κι από την άλλη μια κοινωνία εγκλωβισμένη στις εγγενείς ανεπάρκειές της και το ασφυκτικό πλαίσιο εξαθλίωσης που τις έχουν επιβάλει ντόπιοι και ξένοι τοκογλύφοι και διαχειριστές. Μια κοινωνία, που αντέχει ακόμα να επιβιώνει μέσα σε ένα αφασιακό πεδίο κατάθλιψης και εγκατάλειψης, με τον ορό της ανοχής και της αδράνειας βιδωμένο στις φλέβες της και η οποία έχει βαρεθεί, όσο μάλιστα δεν πάει άλλο, όλες αυτές τις τοπικές πολιτικές νοσοκόμες της εντατικής και αδιέξοδης θεραπείας της, να τσακώνονται πάνω από το χειρουργικό τραπέζι, για το μακιγιάζ τους μόνο.

Αντί, κ. Παπαναστασίου, κάποιοι να αγωνιούν και να εργάζονται για την εκπόνηση μελετών και έργων γειωμένων στα προβλήματα της περιοχής και της χώρας, μήπως μπορέσουμε όλοι μαζί να ανατάξουμε τον «πεθαμένο», επιμένουν να κάνουν αγώνα εντυπώσεων, για το ποιες τσέπες θα φιλοξενήσουν και θα διαχειριστούν τα κοινοτικά κονδύλια. Αν, δηλαδή, τις «δουλειές» θα τις πάρουν οι «μεγαλοεργολάβοι» του υπουργείου ή οι «μεγαλοεργολάβοι» της περιφέρειας, ανεξάρτητα και πέρα από το αν τα έργα που υλοποιούνται εξυπηρετούν τα συμφέροντα των τοπικών κοινωνιών, ή τα συμφέροντα όσων  παραμένουν αλώβητοι από αυτή την οικονομική καταστροφή, αυξάνοντας ταυτόχρονα την ασύστολη κερδοφορία τους.