Μακριά από τους ανθρώπους | Συνέντευξη| Ελληνίς 27, 28, 29 Αυγούστου

Μακριά από τους ανθρώπους | Συνέντευξη| Ελληνίς 27, 28, 29 Αυγούστου

Η ταινία του Νταβίντ Ελοφέν, «Μακριά από τους Ανθρώπους», που προβάλλεται στον δημοτικό κινηματογράφο Ελληνίς, διαδραματίζεται στην Αλγερία του 1954, την εποχή που οι ντόπιοι μάχονται ενάντια στην γαλλική αποικιοκρατία. Η σχέση ενός Γάλλου και ενός Αλγερινού, μέσα στην ιστορική αυτή συγκυρία, ήταν μια ευκαιρία για τον σκηνοθέτη, να κάνει ηχηρά σχόλια περί σεβασμού των διαφορετικών αξιακών συστημάτων, αδελφότητας των λαών και θυματοποίησης των ανθρώπων από τα κράτη και τις αποφάσεις τους. Ένα κείμενο του Καμί, του έδωσε το έναυσμα, όπως μας λέει στη συνέντευξη που έδωσε στο in.gr.

  • by in.gr | Συνέντευξη: Τζένη Παπαγεωργίου

Αλγερία, 1954. Ξεκινά ο αντιαποικιακός αγώνας ενάντια στους Γάλλους. Καθώς οι αντάρτες περικυκλώνουν την περιοχή, η σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο είναι αναπόφευκτη. Ο Νταρού (Βίγκο Μόρτενσεν), δάσκαλος του χωριού πρέπει να συνοδεύσει τον Μοχάμεντ (Ρεντά Κατέμπ), έναν ντόπιο που κατηγορείται για φόνο, μέχρι την πόλη όπου πρόκειται να δικαστεί. Οι δύο άνδρες επαναστατούν, έρχονται αντιμέτωποι με τη θρησκευτική μισαλλοδοξία όσο και την παράλογη βία του κατακτητή, και με τα προσωπικά τους ηθικά διλήμματα.

Βασισμένη στο διήγημα του Αλμπέρ Καμύ «Η Φιλοξενία» από τη συλλογή «Η Εξορία και το Βασίλειο, η ταινία συνοδεύεται από την οργανικά δεμένη μουσική των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις, ενώ σε δύο κομμάτια συνεργάζεται και ο «δικός μας» Ψαραντώνης.

Ο σκηνοθέτης Νταβίντ Ελοφέν, ήρεμος, γελαστός -παρά την πληθώρα των ερωτήσεων που δέχτηκε στο πλαίσιο της παρουσίασης της ταινίας του στην Αθήνα- απάντησε με άνεση και κέφι στις ερωτήσεις μας, εκφράζοντας το παράπονο ότι οι δημοσιογράφοι τον ρωτούν πολύ για τον Καμί ενώ, ο ίδιος θα προτιμούσε να τον ρωτούν περισσότερα για την ταινία και τη συνεργασία με τους συντελεστές της.
Τονίζει ότι η ταινία ήταν μια ιδέα καθαρά δική του, που προήλθε από τη βαθιά συγκίνηση που ένιωσε διαβάζοντας αυτό το πολύ αγαπημένο κείμενο του Καμί, με το οποίο ένιωσε πολιτικές και κοινωνικές συνδέσεις. Όμως τον συγκίνησε και σε προσωπικό επίπεδο καθώς ο πατέρας του υπήρξε δάσκαλος στην Αλγερία και μέσα από την ταινία θέλησε να ζωντανέψει τα βιώματά του…

Η ταινία έχει ένα έντονο χαρακτήρα Ουέστερν…
Εξαρχής υπήρχαν στοιχεία στο κείμενο που παρέπεμπαν σε αυτό: ένα σχολείο «χαμένο» μέσα σε μια ερημική περιοχή, ένας καταζητούμενος…Ήθελα να ενδυναμώσω κι εγώ με τη σειρά μου το στοιχείο του Ουέστερν για αυτό και οι επιλογές που έκανα δεν ήταν καθόλου τυχαίες. Επέλεξα τον Βίγκο Μόρτενσεν, που ενσωματώνει στο χαρακτήρα του αυτή τη σκληράδα που ήταν αναγκαία. Η μουσική που διάλεξα, με τον Νικ Κέιβ , ο οποίος έχει ξαναδουλέψει σε περιβάλλον ουέστερν, ήξερα επίσης ότι μπορεί να το αποδώσει με τη μουσική του.

Πείτε μας για τη συμμετοχή του Ψαραντώνη στη μουσική της ταινίας…
Ήταν ιδέα των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις. Αυτοί πρότειναν την συνεργασία. Αναρωτήθηκα βέβαια αρχικά, αν πρέπει να βάλω αυτήν την ελληνική φωνή, αυτή τη χροιά, μέσα στην ταινία μου. Ήταν άραγε η σωστή επιλογή; Τελικά το έκανα γιατί έδινε ένα extra στοιχείο. Όταν «γυρίζαμε» μέσα σε αυτή τη σκοτεινή σπηλιά, αυτή η βαθιά φωνή, μου προκάλεσε ένα πολύ έντονο συναίσθημα και αποφάσισα να την κρατήσω…
Έχει μια εκπληκτική φωνή…Ο Ψαραντώνης δεν ήρθε στο Παρίσι ούτε στο Λονδίνο. Μέσω skype μας πρότεινε να ηχογραφήσει κάποιες φωνές πολύ βαθιές που θα απέδιδαν ένα ωραίο συναίσθημα στην ταινία και όλα έγιναν πολύ απλά…

Μας πάτε σε μια εποχή και μια χρονική στιγμή που έχει να κάνει με τον πόλεμο κατά της αποικιοκρατίας. Σήμερα ο κόσμος που βρίσκεται εκτός Δύσης, επίσης φλέγεται, έτοιμος να εκραγεί. Είδαμε τι έγινε με το Charlie Hebdo…
Φυσικά υπάρχει μια αναλογία. Η ταινία μου όμως ασχολείται με τα θύματα και όχι με αυτούς που καθορίζουν την ιστορία. Πάντοτε βασίζομαι στην οπτική των θυμάτων. Πίσω από αυτά που γίνονται στην Παλαιστίνη ή στη Λιβύη, πάντα υπάρχουν ανθρώπινες αξίες και πολλοί «Νταρού», δηλαδή πάρα πολλοί άνθρωποι που αποζητούν την ανθρωπιά. Στόχος μου, δεν ήταν να κάνω μια ταινία για την αποικιοκρατία αλλά για τους ανθρώπους κάτω από τις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες.

Η οικουμενικότητα ήταν ο στόχος σας λοιπόν…
Ακριβώς. Το θέμα της ταινίας μου είναι η αδελφοσύνη. Το πώς ζούμε όλοι μαζί. Η αδελφοσύνη είναι σαν ένα κάστρο από τραπουλόχαρτα που μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή και για μένα είναι απολύτως αναγκαία.
Η ταινία βγήκε στη Γαλλία πάνω κάτω την περίοδο που συνέβησαν τα γεγονότα στο το Charlie Hebdo. Ήταν μια στιγμή που η χώρα ενώθηκε, υπήρχε έντονο αίσθημα κοινωνικής σύμπνοιας, οι άνθρωποι κατέβαιναν στους δρόμους και διαδήλωναν.
Δύο μήνες αργότερα, πριν λίγες μέρες που είχαμε εκλογές στη Γαλλία, το κόμμα της Μαρί Λεπέν, έλαβε το 25% της προτίμησης των Γάλλων. Οπότε την ίδια στιγμή καταλαβαίνετε ότι περνάμε από την αδελφοσύνη, που λέγαμε, στην προτίμηση για ένα φασιστικό κόμμα. Υπάρχει κρίση και διχασμός.

Σήμερα στην Ευρώπη τα άκρα ανεβαίνουν. Η πολιτική της Ευρωπαικής Ένωσης θεωρείτε ότι προάγει την αδελφότητα των λαών;
Η άποψή μου είναι ότι η Ευρώπη είναι αναγκαία αλλά διανύουμε μια περίοδο που μας απογοητεύει και δεν μας κάνει να ελπίσουμε ή να ονειρευτούμε κάτι καλύτερο.
Πρέπει να αναρωτηθούμε πραγματικά για τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ποια είναι η δική μας θέση μέσα σε αυτήν και πραγματικά πιστεύω ότι αυτό συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη Ελλάδα: ο κόσμος αρχίζει να ενώνεται και αναρωτιέται πώς θα μπορέσουμε να «ανέλθουμε » ξανά και τι μπορεί να πάει καλύτερα.
Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία όπου ο Μοχάμεντ εξηγεί στον Νταρού γιατί έκανε ό,τι έκανε. Για μένα είναι πολύ σημαντική, γιατί ο Νταρού ξεκίνησε να τον εμπιστεύεται σαν άνθρωπο, γιατί κατανόησε τους λόγους για τους οποίους κινήθηκε, όπως κινήθηκε. Για μένα το ίδιο πράγμα γίνεται με τις χώρες σήμερα. Μπορούμε να είμαστε ενωμένοι, από τη στιγμή που καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον. Τότε σεβόμαστε ο καθένας τις αξίες του άλλου.

Στην ταινία σας πρωταγωνιστούν δύο ηθοποιοί από διαφορετικό κινηματογραφικό background. Πώς συνεργάστηκαν;
Για μένα οι ηθοποιοί δεν είναι μαριονέτες στα χέρια του σκηνοθέτη. Δεν τους δίνω ένα σενάριο και τους επιβάλλω πώς να το παίξουν. Θέλω να υπάρχει ένας διάλογος, θέλω την προσωπική τους γνώμη. Ο Βίγκο και ο Ρέντα δεν γνωρίστηκαν την ημέρα που ξεκινήσαμε γυρίσματα. Είχαμε συζητήσει όλοι μαζί, ήξερα πώς θα έπαιζαν κάθε ρόλο, υπήρξε πολλή εμπιστοσύνη.
Αν παρατηρήσετε στην αρχή της ταινίας, ο Ρέντα είναι πολύ σκυφτός και μαζεμένος και ο Βίγκο ευθυτενής και ψηλός. Όσο προχωρά, οι δύο «ταυτότητες» πλησιάζουν η μία την άλλη και έρχονται σε ισορροπία. Ο ένας ψηλώνει και ο άλλος χαμηλώνει… Αυτή η ιδέα είναι κάτι που προέκυψε από έναν διάλογο που είχαμε οι τρεις μας, πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Για αυτό θεωρώ τον διάλογο με τους ηθοποιούς πολύ σημαντικό.

Πώς σχολιάζετε τη σύγκρουση της προσωπικής ηθικής του κάθε ήρωα σε σχέση με το χρέος του απέναντι στην πατρίδα και τη νομιμότητα;
Πρόκειται για δύο διαφορετικές κουλτούρες, δύο διαφορετικά αξιακά συστήματα. Ο Μοχάμεντ προσπαθεί να διαφύγει από τους νόμους της κοινότητάς του. Ο Νταρού κάνει το ίδιο, αλλά υπάγεται στους νόμους της αποικιοκρατίας και όχι της δικής του κοινότητας. Στην τελική, ο καθένας προσπαθεί να ξεφύγει από τους προσωπικούς του δαίμονες.
Όταν ένα σύστημα καταρρέει το μόνο που μένει είναι η προσωπική μας ηθική και ελπίζω αυτό να φαίνεται στην ταινία μου…