Η κόκκινη ομορφιά, ένα ποίημα του Γκυγιώμ Απολλιναίρ

Η κόκκινη ομορφιά, ένα ποίημα του Γκυγιώμ Απολλιναίρ

Το ποίημα τυπώνεται στο Παρίσι το 1918 – έναν χρόνο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Με τον τρόπο που οι πρωτοπορίες διασταυρώνονται μεταξύ τους, μιλά για την έλευση μιας καινούργιας εποχής, και για αυτούς που την προετοιμάζουν.

Η κόκκινη ομορφιά (La Jolie Rousse)

Στέκομαι εδώ μπροστά σε όλους ένας άνδρας σοβαρός
Γνωρίζοντας τη ζωή και από τον θάνατο ό,τι μπορεί να ξέρει ένας ζωντανός
Έχοντας περάσει τις λύπες και τις χαρές του έρωτα
Έχοντας μάθει πώς να επιβάλει τις ιδέες του κάποιες φορές
Γνωρίζοντας αρκετές γλώσσες
Έχοντας ταξιδέψει αρκετά
Έχοντας ζήσει τον πόλεμο στο Πυροβολικό και στο Πεζικό
Έχοντας τραυματιστεί και εγχειριστεί στο κεφάλι
Έχοντας χάσει τους καλύτερούς του φίλους στη φρίκη της μάχης
Ξέρω όσα ένας άνθρωπος μπορεί να ξέρει απ’ τα παλιά κι απ’ τα καινούργια
Και χωρίς να μ’ απασχολεί αυτός ο πόλεμος σήμερα
Ανάμεσά σας και για σας φίλοι μου
Κρίνω τη μακρά διαμάχη μεταξύ της παράδοσης και της επινόησης
Της Τάξης και της Περιπέτειας

Εσείς που το στόμα σας είναι φτιαγμένο κατ’ εικόνα του Θεού
Στόμα που είναι τάξη από μόνο του
Να είστε επιεικείς όταν μας συγκρίνετε
Με εκείνους που ήσαν η τελειότητα της τάξης
Εμάς που παντού την περιπέτεια αναζητούμε

Δεν είμαστε εχθροί σας
Να σας χαρίσουμε θέλουμε απέραντες και παράξενες περιοχές
Όπου το μυστήριο σαν άνθος προσφέρεται σ’ εκείνους που θέλουν να το δρέψουν
Υπάρχουν εκεί καινούργιες φωτιές και χρώματα που δεν τα ‘δες ποτέ
Χιλιάδες άπιαστες φαντασιώσεις
Που πρέπει να τους δώσουμε υπόσταση πραγματική
Το μόνο που επιθυμούμε είναι να εξερευνήσουμε την απέραντη χώρα της καλοσύνης
όπου τα πάντα είναι σιωπηλά
Υπάρχει ο καιρός να βγεις στο κυνήγι και ο καιρός να γυρίσεις σπίτι
Τον οίκτο σας για μας που πολεμούμε πάντα στα όρια
Του απεριόριστου και του μελλοντικού
Τον οίκτο σας για τα λάθη μας, τον οίκτο σας για τις αμαρτίες μας

Να λοιπόν έρχεται το καλοκαίρι η βίαιη εποχή
Κι η νιότη μου έχει χαθεί όπως η άνοιξη
Ω Ήλιε είν’ η εποχή του πυρωμένου Λόγου
Κι εγώ περιμένω
Να ακολουθήσω τις ευγενικές και απαλές μορφές της
Για να μπορέσω μόνο να την αγαπήσω
Έρχεται και με τραβάει όπως ο μαγνήτης το σίδερο
Όμορφη στην όψη
Σαν μια αξιέραστη κοκκινομάλλα

Τα μαλλιά της χρυσά μπορεί κανείς να πει
Μια ωραία λάμψη που διαρκεί
που οι φλόγες της αγέρωχα πορεύονται
μες στα άνθη που μαραίνονται

Αλλά εντάξει γελάστε, γελάστε μαζί μου
Όπου κι αν είστε και ειδικά αν είστε από δω
Γιατί υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν τολμώ να σας πω
Τόσα πολλά πράγματα που δεν θα μ’ αφήνατε να πω
Δείξτε λοιπόν έλεος για μένα

 

* * *

 

Με το συγκεκριμένο ποίημα κλείνει η συλλογή Calligrammes η οποία κυκλοφόρησε λίγο μετά τον θάνατο του Απολλιναίρ, τον Νοέμβριο του 1918. (Ψηφιακά διαθέσιμη εδώ και το ποίημα στη σελίδα 198)

 

Στην Όμορφη κοκκινομάλλα – προτιμήσαμε να αποδώσουμε τον τίτλο Κόκκινη ομορφιά – ο ποιητής συμπυκνώνει το όραμά του για την ποίηση. Επιχειρεί να πάρει θέση και να κρίνει τη διαμάχη μεταξύ της παράδοσης και της καινοτομίας, υπερασπιζόμενος την πρωτοπορία απέναντι στους επικριτές της, τους υπερασπιστές της παράδοσης και της Τάξης.

 

Στον προγραμματικό πυρήνα του ποιήματος, ο Απολλιναίρ χαιρετίζει την έλευση μιας μεγάλης εποχής, της εποχής του πυρωμένου Λόγου (la Raison ardente). Αυτή η θέση-σύνθημα του ποιητή, έρχεται να γεφυρώσει την αντίθεση Λόγου-Αισθήσεων.

 

Η ζωή δεν είναι αγνά και πανίσχυρα αισθήματα. Δεν είναι μόνον αυτό. Είναι αισθήσεις και Λόγος. Είναι μια διαλεκτική περιπέτειας και τάξης. Είναι μια παλιά τάξη που κλονίζεται γιατί έχει περάσει η εποχή της. Γιατί δεν λύνει τα προβλήματα που έλυνε. Γιατί τέθηκαν πλέον νέα ζητήματα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Άρα έχει ξεπεραστεί. Και η ζωή προχωρά με την περιπέτεια. Με αυτούς που τολμούν να εξερευνούν τους νέους ορίζοντες.

 

Είστε εσείς, λέει ο Απολλιναίρ, που μιλάτε με το στόμα της αιώνιας Τάξης. Και είμαστε κι Εμείς, οι πρωτοπόροι, που πολεμάμε πάντα στα όρια του απεριόριστου και του μελλοντικού: δηλαδή πολεμάμε για να πάρουν υπόσταση πραγματική αυτά που φανταζόμαστε. Ό,τι επινοούμε, ό,τι διεκδικούμε, δεν το κρατάμε για τον εαυτό μας, δεν το κρατάμε για τις ιδιωτικές μας περιπέτειες, επιδιώκουμε να γίνει αύριο μέρος της ζωής όλων.

 

Ο Λόγος μπορεί να είναι θερμός, όπως μια φλογερή κοκκινομάλλα. Και να που μπορούμε να μιλήσουμε για την έλευση μιας εποχής παραλληλίζοντάς την με τον ερχομό μιας σπουδαίας γυναίκας στη ζωή μας. Ο ποιητής αυτό τολμά να κάνει ακριβώς. Διαλέγει να αποδώσει την εικόνα αυτής της εποχής με τη μορφή της αγαπημένης του, μιας γυναίκας

 

που τα μαλλιά της χρυσά μπορεί κανείς να πει

μια ωραία λάμψη που διαρκεί

που οι φλόγες της αγέρωχα πορεύονται

μες στα άνθη που μαραίνονται

 

Το τετράστιχο, έντονης μουσικότητας, με τη δική του ηχητική και ρυθμική ιδιαιτερότητα, προεκτείνει την κεντρική ιδέα που έχει διατυπωθεί προηγουμένως για μια εποχή πύρινη, που έρχεται να διεισδύσει σε ό,τι ζούμε, σε ό,τι έχουμε τακτοποιήσει στο παρόν.

 

Ο ποιητής στην αρχή δίνει ένα σύντομο βιογραφικό του, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με τους επικριτές του, τους οποίους αποκαλεί φίλους του. Αυτός που στέκεται μπροστά σας πήρε μέρος στον πόλεμο, τους θυμίζει. Τραυματίστηκε και χειρουργήθηκε στο κεφάλι. Ταξίδεψε πολύ. Έχει μια εμπειρία της ζωής. Γνώρισε τις λύπες και τις χαρές του έρωτα. Άρα, θα έπρεπε να τον ακούσετε.

 

Μετά, αλλάζει το πρόσωπο. Από το πρώτο ενικό Je περνάμε στο πρώτο πληθυντικό Nous. Κι απέναντι, το δεύτερο πληθυντικό: Εσείς, που το στόμα σας είναι τέλειο στόμα. Κι εμείς, που παντού την περιπέτεια αναζητούμε. Στο τρίτο μέρος του ποιήματος, επιστρέφουμε στο ποιητικό Je μπροστά στην έλευση της καινούργιας εποχής. Και στο τέλος επιστρέφει στη σκηνή της απολογίας του μπροστά στο ακροατήριο των επικριτών του.

 

Η τελική φράση στίχος του ποιήματος Δείξτε λοιπόν έλεος για μένα, εκφράζει έναν τόνο μελαγχολικό, έναν τόνο που ταιριάζει με τις εμπειρίες των ανθρώπων που ζουν σε εποχές αργές, σε εποχές που δεν έχουν ακόμα σχηματιστεί τα μεγάλα γεγονότα.

 

Ο Απολλιναίρ έφυγε πρόωρα από τη ζωή στα 38 του χρόνια. Συνδέθηκε με τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες της εποχής του, αλλά δεν πρόλαβε να ζήσει την περίοδο της πολιτικής ένταξης των φίλων του. Δεν έζησε την εποχή του πυρωμένου Λόγου, που πρόσφερε στην ανθρωπότητα μεγάλες νίκες και τραυματικές διαψεύσεις.

 

Μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε την ποίησή του σήμερα, εκατό χρόνια μετά, με τη γεύση των διαψεύσεων αλλά και με την επίγνωση της αναγκαιότητας ενός καινούργιου άλματος, με την ελπίδα να μοιάσουμε σε αυτούς που πολεμούν στα όρια του απεριόριστου και του μελλοντικού, σε αυτούς που μάχονται για την αυριανή ευτυχία του κόσμου.

 

Μετάφραση-κείμενο: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ

kommon.gr