Ο Τσίρκας για τον Τσίρκα

Ο Τσίρκας για τον Τσίρκα

Τι πιάνω να κάμω κι εγώ καλά καλά δεν ξέρω. Θα ήθελα, βέβαια, ένα μυθιστόρημα. Άσε όμως που καταλαβαίνω την τρομερή μου φτώχεια από την άποψη της τεχνικής, είναι και το ζήτημα του καιρού, η ανάγκη ν’ απορροφηθώ από το θέμα για να μπορέσω να δώσω κάποια συνοχή, του καιρού που δε μου μένει, που δεν τολμώ να τον πάρω με το έτσι θέλω. Τότε τι πάω να κάμω;

Ίσως ένα συμβιβασμό. Μια μεγάλη νουβέλα, να πούμε; Κάτι όπως την Πανώλη στη Δέλγκα, που θα έπιανε την ίδια θέση σ’ ένα τόμο με νέα διηγήματα, όση εκείνη στους Αλλόκοτους Ανθρώπους; Βέβαια, ελπίζω σε κάτι παραπάνω. Να, ένα ρομάντσο-νουβέλα, όπως του Φώκνερ (Ιερό) ή της Έλσας Τριολέ (Αλέξης Σλάβσκυ) ή ακόμη κι ένα από τα μεγάλα της διηγήματα (Ανρύ, δεν ξέρω τι, στο Μιλ Ρεγκρέ).

Κάιρο, 2 Μαΐου 1926 (Κυριακή του Πάσχα). Αρχείο Αντιγόνης Χατζηανδρέα

Η αλήθεια είναι πως δεν ξεκινώ από καμιά φιλοδοξία να γράψω «μυθιστόρημα». Πάντα το ελπίζω αυτό, αλλά τώρα, τουλάχιστο, το τοποθετούσα κάπως μακρύτερα («Όταν θα πάμε στην Ελλάδα»).

Καταπιάνομαι, λοιπόν, με τούτο το πράμα, που ακόμα δεν μπορώ να πω τι θα βγει κι αν θα βγει, γιατί νιώθω να πνίγομαι από τους περιορισμούς που έβαλα στον εαυτό μου μ’ εκείνα τα μικρά διηγήματα του αντιφασιστικού αγώνα στη Μέση Ανατολή. Κι αυτό όχι γιατί εξάντλησα τις δυνατότητες που προσφέρει αυτή η τεχνική, μα γιατί νομίζω πως και για τέτοια μικρά διηγήματα χρειάζεται τ’ ωρίμασμα, τ’ αποξεδιάλεγμα που κάνει το καλλιτεχνικό ένστιχτο, έτσι που ένα μικρό διήγημα να είναι μικρό όχι γιατί το θέλησε ο συγγραφέας του, αλλά γιατί δεν μπορούσε να είναι μεγάλο. Μετά που έγραψα τέσσερα μικρά – Ρύζι και άμμος, Ούτε τόσο λίγο (αργότερα έγινε Συσκοτισμός), Το παράπονο του Δαβλέλλα (έγινε αργότερα Γαβρέλα) και Ο μπεχλιβάνης με το γαϊδούρι κλπ. – ένιωσα να με κυριεύει μια πλήξη, μάλλον αηδία, με τα δυο τούτα απριόρι: Συντομία και απεικόνιση οπωσδήποτε του αντιφασιστικού αγώνα. Λέω πως δεν είναι αυτό τέχνη. Τέχνη είναι να δείξεις ζωή, ζωντανούς ανθρώπους. Κι αφού θα τους πάρεις από το σημερινό περιβάλλον, κι αφού θα το έχεις αποφασίσει να τους βάλεις να κινούνται σ’ ορισμένο πολιτικό διάστημα χρόνου, μοιραία στην περιγραφή των περιπετειών τους θα ζωγραφίσεις, θα δώσεις και τον αντιφασιστικό αγώνα.

8 Αυγ. 1945, Ημερολόγια, σσ. 11-12.

Αυτά έγραφα την τελευταία φορά. Αν μ’ άκουε κανείς θα νόμιζε πως να, τώρα αμέσως θα καθίσω και θα γράψω το μυθιστόρημα. Τώρα ξεθύμανα. Τι νάταν που μου άλλαξε τη διάθεση; Πρώτα πρώτα η κούραση. Εκείνη τη μέρα ξαφνικά κουράστηκα. Νύσταζα. Δεν είχα κέφια. Τις επόμενες μέρες όλο και πιο πολύ απομακρυνόμουν από την ατμόσφαιρα των βιβλίων που με είχαν κάμει να πιστέψω πως θα έγραφα ένα παρόμοιο μυθιστόρημα. Τέλος, η πολιτική με ξανάφερε πιο κοντά στην πραγματικότητα πάλι (μα είναι η πραγματικότητα;).

19 Αυγ. 1945, Ημερολόγια, σ. 15.

Πέρασε πολύς καιρός που δεν έγραψα σε τούτο το τετράδιο, αν και ήρθα εδώ πέρα [ένα μοναχικό σπιτάκι κοντά στη θάλασσα] καμιά δυο φορές. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που έδιωξε από μέσα μου την όρεξη για γράψιμο. Σκέφτομαι πως θάπρεπε να ριχτώ λιγάκι στα σοβαρά στη δουλειά, να γράψω τέσσερα πέντε διηγήματα και να βγάλω ένα τόμο πριν από το τέλος του χρόνου.

Εκείνο που κάθε φορά με αποθαρρύνει είναι η διαπίστωση που κάνω διαβάζοντας τα καλά διηγήματα τα καλά διηγήματα από την Ελλάδα – της Αλεξίου, της Αξιώτη, του Καστανάκη, τη σειρά από εντυπώσεις του Ρώτα κλπ. Πόσο ξώπετσα, πόσο φτιαχτά είναι αυτά που γράφω, ενώ εκείνα έχουν τόσο πηγαία τη φλόγα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Δεν μπορεί να νοηθεί τέχνη δική μας αυτόν τον καιρό αν δε δίνει τον αγώνα του λαού, και να τον δίνει βιωμένα. Κάποτε, όπως στο Γαβρέλα, στο Ρύζι και άμμος, το καταφέρνω. Στα άλλα – Ο μπεχλιβάνης ή στο Η πράσινη αχτίδα το ηλιόγερμα, που θέλω να γράψω – νιώθω πως δεν τα πιάνω από μέσα, πως είναι επιφανειακή λογοτεχνία.

Τι θα γίνω;

Αυτόν τον καιρό διάβασα και το βιβλίο του Γιώργου Φιλίππου Βαμβακάδες, με πολλές χάρες, με πολλές ικανότητες. Και του Ιορδάνου Το Βιβλίο του Πολέμου˙ πολύ μέτριο.

Να τ’ ομολογήσω; Όταν διαβάζω έργα γνωστών μου που αποδείχνεται πως είναι κατώτερα απ’ ό,τι τα περίμενα, παίρνω κουράγιο. Λέω: Εγώ τουλάχιστο αυτού δε θα έκανα λάθος ή θα τόγραφα καλύτερα. Όταν όμως κάνω τη σύγκριση με το συναισθηματικό και τεχνικό πλούτο άλλων ελλήνων δόκιμων συγγραφέων, τότε χάνω το κουράγιο μου, όχι ολωσδιόλου βέβαια, γιατί ταυτόχρονα νιώθω και το γαργάλεμα: Αχ, να κάμω κάτι καλό, να μπει πλάι σε τούτο το όμορφο πράμα.

Σκέφτομαι πως αν δεν είχα αυτή τη χρονιά τεμπελιά, να περιμένω την «έμπνευση» και την «ανάγκη» να γράψω, και κρατούσα σημειώσεις για όλες τις σκηνές, τις εικόνες, τις στροφές, τις φράσεις που μου περνούν απ’ το μυαλό κάθε μέρα, αν κρατούσα ένα καρνεδάκι και σημείωνα – όπως κάνουν, όπως πρέπει να κάνουν, οι ευσυνείδητοι συγγραφείς – τότε σιγά σιγά θα μαζευόταν το υλικό. Δε θα έμενε παρά να βρεθεί η «καλή μέρα», κάποια διακοπή˙ και τότε θα σκάρωνα όμορφα πράματα. Δεν υπόσχομαι στον εαυτό μου να κρατήσω καρνεδάκι, γιατί κι άλλη φορά το υποσχέθηκα και δεν το έκαμα.

Πόσα όμορφα πράματα χάθηκαν έτσι. Άραγε χάθηκαν όμως; Ίσαμε να πεθάνω, δε θα ελπίζω πως μια μέρα θα τα γράψω, πως όσα ξεχνώ είναι γιατί δεν άξιζαν τον κόπο να γραφτούν, πως το καλό πράμα μένει μέσα μου και περιμένει κάποτε την κατάλληλη στιγμή για να βγει; Το ίδιο ή μετασχηματισμένο, ζυμωμένο, εξιδανικευμένο;

19 Σεπτ. 1945, Ημερολόγια, σσ. 18-20.

Προχωρώ αργά. Έγραψα ίσαμε αυτή τη στιγμή μόνο 40 σελίδες – σαν τούτο το χαρτί. Απ’ αυτές οι μισές θα φύγουν. Όλο, το βλέπω να πιάνει 200 σελίδες. Όμως όταν τελειώσω το πρώτο χέρι, όπου προχωρώ τώρα με τη διστακτικότητα του ανιχνευτή, θα πρέπει όλο να το ξαναχύσω. Να του δώσω μια φόρμα αδερφέ, δεν μπορεί να είναι σαν άρθρο εφημερίδας! Μ’ έπιασε λοιπόν πανικός. Πότε θα τελειώσω; Εσύ δεν μπορείς από κει να φανταστείς τις ελλείψεις μου. Δεν είμαι ταχυγράφος. Δεν έκανα πανεπιστημιακές σπουδές για να έχω μια μέθοδο. Δεν ασχολήθηκα σοβαρά, συστηματικά με τη φιλοσοφία και την αισθητική. Δεν έχω την ευχέρεια, τον αυτοματισμό της γλώσσας που έχετε σεις που ζείτε στην Ελλάδα. Ένα πράμα μπορεί να το βλέπω κατακάθαρα μέσα στο μυαλό μου. Όμως σε ποια γλώσσα το σκέφτομαι; Λίγο ελληνικά, λίγο γαλλικά, λίγο αγγλικά, λίγο αράπικα! Άντε τώρα να το διατυπώσεις ελληνικά! Με καταλαβαίνεις; Χάνω τεράστιο καιρό εκεί που εσείς τα γράφετε νεράκι. Και πάντα, πάντα έχω την αίσθηση πως σας μιλώ μια γλώσσα με ξενική προσφορά. Αυτό είναι το μεγάλο μου εμπόδιο κι ο καημός μου.

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου για την εργασία του πάνω στον Καβάφη, 29 Αυγ. 1955.

Για το καινούργιο που ζητάς από μένα. Μεγάλο πρόβλημα. Ποιος μου λέει πως έχω τα κότσια να δώσω καινούργιο; Κάτι διαισθανόμουν κάποτε μέσα μου, κυρίως όταν έγραφα διηγήματα όπως «Για ʼνα ζευγάρι ρόδα»… Μα το καινούργιο θέλει πολλή αυτοσυγκέντρωση, θέλει καβαφισμό, σκάψιμο προς τα μέσα, κλείσιμο στον έξω κόσμο που διαρκώς επεμβαίνει και αποσπά την προσοχή σου. Θέλει να τα χτυπήσω κάτω όλα και ν’ απομονωθώ με την τέχνη. Μπορώ; Μπορούμε σήμερα πια;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 5 Ιαν. 1956.

Η κριτική του Ραυτόπουλου για το Νουρεντίν με γέμισε από χαρά και θάρρος. Ήταν μια δυνατή ένεση που τόνωσε το ηθικό μου ακριβώς την ώρα που χρειαζόταν. Πολύ συγκινήθηκα γιατί κατάλαβε και διατύπωσε τόσο πετυχημένα τις σχέσεις του ήρωά μου με την δική μου πνευματική εξέλιξη και την εξέλιξη της ίδιας της Αιγύπτου.

Ένα πράμα για το οποίο πάντα είχα αμφιβολίες και που με βασάνιζε, ήταν αν έχω προσωπικό ύφος. Ο Ραυτόπουλος είναι κατηγορηματικός. Αλλά και μόνο αν έχει δίκιο 50% αυτό με φτάνει, μου δίνει φτερά. Γιατί από δω και πέρα δεν θάχω να βασανίζομαι, θ’ αφήνομαι στον εαυτό μου και θα σκέφτομαι τα άλλα, τα πιο σοβαρά και βαθιά.

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 13 Ιουλ. 1957.

Πάει ακριβώς ένας χρόνος που έγραψα τη λέξη «τέλος» κάτω από την τελευταία σελίδα του Καβάφη. Από τότε καμιά δημιουργική εργασία. Θέλω να ριχτώ με τα μούτρα σε μια ιστορία, να μ’ απορροφήσει βαθιά για να μην τρώγομαι… Τους τελευταίους μήνες έκαμα δυο τρία σχέδια για ένα μυθιστόρημα. Πότε τα παιδικά μου χρόνια στο δρόμο με το τζαμί [Α], πότε το Ράμλι [Ν]. Τώρα κατασταλάζω στην πανσιόν της Φέλντμαν [Λ]. Για να δούμε. Πάντως τούτη τη στιγμή αισθάνομαι φοβερά άδειος κι ανίκανος.

27 Απρ. 1959, Ημερολόγια, σ. 34-35.

Δεν είμαι ευχαριστημένος, πηγαίνω αργά, και προπαντός δεν ξέρω τι θα γίνουν τα πρόσωπά μου. Δεν έχω δηλαδή υπόθεση. Έχω, αλλά δεν αποφασίζω για τον κεντρικό μου ήρωα, τι θα τον κάμω, χωμένο μέσα στην πολιτική ή θα τ’ αφήσω να μαντεύεται δίχως ποτέ να το αναφέρω;

Πάντως, ούτε λόγος, τούτο εδώ δεν τελειώνει μια κι όξω – όπως τον Νουρεντίν Μπόμπα [που γράφτηκε μέσα σε δέκα μέρες: δέκα καθισιές, δέκα κεφάλαια]. Μάλιστα πρέπει να προσέχω – με παρασύρει μια φιλολογίτιδα (π.χ. Χαίλντερλιν ή Άσμα Ασμάτων). Χρειάζεται πολύ τακτ, πραγματική μαεστρία μυθιστοριογράφου. Δεν είμαι καθόλου ικανοποιημένος.

21 Μαΐου 1959, Ημερολόγια, σ. 37-38.

Διαβάζω του κερατά του Laurence Durrell την τετραλογία που λέγεται Alexandrian Quartet (Justine, Balthazar, Mountolive, Clea) μυθιστορήματα αλεξανδρινά – γρήγορα θ’ ακούσεις πως του δώσανε το Νόμπελ. Και σκάω από λύσσα. Γιατί αυτά ήταν τα θέματά μου. Είναι της παρακμής ο άθλιος αλλά έχει πολύ ταλέντο. Το λοιπόν τι κάθομαι και τρώγομαι με το Μαλάνο όταν ακόμα κι ένας Αυγέρης δεν καταλαβαίνει τι λέω; Θα γυρίσω στη δουλειά μου: Διήγημα, μυθιστόρημα.

1968 (;). Αρχείο Αντιγόνης Χατζηανδρέα

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 22 Μαρτ. 1960.

Αυτό που λες: «Πρέπει να κινείσαι πια, χωρίς να σ’ απασχολεί η τεχνική» είναι πολύ σωστό. Όταν τελείωσα τη «Λέσχη» ξαφνικά μια μέρα πήρα και ξαναδιάβασα τον «Νουρεντίν». Διαπίστωση: Μ’ άρεσε πιο πολύ για τους εξής λόγους: Αν και «κακογραμμένος» είχε δικό του χου, δική του (δηλαδή δική μου) φωνή. Στη «Λέσχη» άκουα τώρα τη φωνή του James Joyce («Ulysses») – και ξαναδιαβάζοντάς τον βρήκα πως ναι, όχι μόνο ήταν η φωνή του σ’ όλα τα κομμάτια της Άννας, αλλά μια φωνή αδυνατισμένη, ευνουχισμένη, στερημένη από χυμούς, μια χλωρή μίμηση. Αυτή τη διαπίστωση τη σημείωσα και γράφοντας τώρα το καινούριο προσέχω να είμαι εγώ αλλά όχι αχτένιστος, όπως δυστυχώς είμαι στο «Νουρεντίν».

Ότι πρέπει κάποτε κανείς να σταματήσει να διαβάζει συμφωνώ: Όταν βρει τη φωνή του. Ο Καβάφης, ο Βουτυράς, έπαψαν από νωρίς να διαβάζουν. Μα είχαν βρει τη φωνή τους. Εσύ λες πως η φωνή μου είναι στο Νουρεντίν. Ας περιμένουμε να τελειώσω αυτό που γράφω και το ξανασυζητάμε. Ίσως να έχεις δίκιο. Ξέρεις τι ονειρεύομαι; Ένα ύφος γοργό, νευρώδικο (όπως τα καλά μέρη του Νουρεντίν, ας πούμε) αλλά φοδραρισμένο με μια λανθάνουσα πνευματικότητα –όχι συμβολισμό για τ’ όνομα του Θεού!– που να υψώνει το κείμενό μου από την περιοχή του ρεαλιστικού ρεπορτάζ αλλά και να μην το πηγαίνει στο «καλλιτεχνικό» γράψιμο (Χρηστομάνος, Νικολαΐδης, Μυριβήλης) ούτε στο συμβολιστικό (Κοσμάς Πολίτης ή Βενέζης). Εξηγήθηκα;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 3 Νοεμ. 1960.

Τώρα περιμένω τις αντιδράσεις. Αυτές τις μέρες διαβάζω τ’ απομνημονεύματα της Simone de Beauvoir που καλύπτουν τα χρόνια 1930-1950 και τους προβληματισμούς της σα μυθιστοριογράφος. Όσο τη διαβάζω τόσο καταλαβαίνω πως βρίσκομαι (ευρωπαϊκά) στο σωστό δρόμο. Ελληνικά, βέβαια, είμαι μάλλον στο περιθώριο – δύσκολα θα μπορούσε ένας κριτικός να συνδέσει την εργασία μου με την παράδοση. Μα φταίω εγώ; Αφού εδώ γεννήθηκα; Αφού τρέμω να γράψω για πράγματα που δεν τα έζησα ο ίδιος;

Επιστολή στον Μ. Μ. Παπαϊωάννου, 26 Δεκ. 1960.

Το μυθιστόρημα – Η Λέσχη – γράφτηκε, τυπώθηκε, κυκλοφόρησε, από τις 22 Δεκεμβρίου 1960. Και τώρα κάθομαι σαν τον κούκο – ο ανόητος! – και περιμένω γράμματα και κριτικές!
Απελπίστηκα να περιμένω. Ο Μ. από τις 20 Δεκέμβρη δε μου ξανάγραψε. Ένα σωρό γράμματα που περίμενα από διάφορους που τους έστειλα τη Λέσχη δεν ήρθαν –εκτός από του Β. και του Λ. και κάτι κάρτες (Π.Δ.Μ.Κ.Π.). Κάτι συμβαίνει. Ή μήπως εγώ νόμισα πως θα τους αρέσει κι έπεσα έξω;
Απόψε ξανάπιασα το δεύτερο μυθιστόρημα. Είχα προχωρήσει ώς το δεύτερο κεφάλαιο και κώλωσα. Γιατί; Γιατί περίμενα τις κριτικές του πρώτου, ή γιατί ακόμα δε βρήκα την υπόθεση; Πάντως μ’ ένα μικρό διόρθωμα (προσθήκη) που έκαμα στο πρώτο κεφάλαιο νομίζω πως τώρα μπορώ πάλι να ξεκινήσω γρήγορα για το δεύτερο.

10 Φεβρ. 1961, Ημερολόγια, σ. 47.

Νομίζω, Τάσο, πως δεν φτάνει να μην σου αμφισβητούν οι άλλοι τον τίτλο του συγγραφέα. Πρέπει κι ο ίδιος να πιστεύεις πως είσαι για να μπορείς να λες εκείνο το καβαφικό για το πρώτο σκαλί. Εγώ, όταν κοιτάζω πίσω μου, λέγω πως ακόμα δεν είμαι, πως θα μπορούσα να είμαι αν δούλευα σκληρά. Και είχα όλη την όρεξη να δουλέψω, βάζοντας στόχο ένα βιβλίο το χρόνο. Να γιατί με απέλπισαν τα καμώματα περί «Λέσχης». Ήρθαν να μου κόψουν τις φτερούγες πάνω στο πέταμά μου. Οι παρεξηγήσεις, οι βρισιές, η λάσπη, όλα ξεχνιούνται και συγχωρούνται. Μα να φας μια σφαίρα στο φτερό την ώρα που ανεβαίνεις αυτό δεν είναι πια ζήτημα συγχώρεσης ή λησμοσύνης. Η σφαίρα υπάρχει και το πέταμά σου απέτυχε. Χρειάζεται τώρα τεράστια θέληση για να δοκιμάσεις ξανά. Γράφω, γράφω, το δεύτερο τόμο. Χτες βράδυ άρχισα το πέμπτο κεφάλαιο. Να δούμε τι θα βγει.

Επιστολή στον Τάσο Βουρνά, 15 Δεκ. 1961.

Σαν αντίδραση στη «δογματιστική» λογοτεχνία που πολύ μας ζημίωσε, θέλησα να εξαφανίσω από το μυθιστόρημα την προσωπική άποψη του συγγραφέα, να δώσω καταστάσεις, αντικειμενικά, και ν’ αναγκάσω τον αναγνώστη να σκεφτεί πάνω τους. Βέβαια, κατά βάθος, αυτό είναι ένας ψευτοαντικειμενισμός, η ιδεολογία του συγγραφέα υπάρχει και το εκφράζει με χίλιους τρόπους: με τα νέα θέματα που εισάγει, με τις πλευρές που φωτίζει, με την κλίμακα αξιών που υποδηλώνει όταν αντιπαραθέτει τους δύο κόσμους και γενικά με την εποπτεία, τη φιλοσοφική ματιά που κυβερνάει ολόκληρο τον κόσμο του βιβλίου.

Επιστολή στη Φούλα Χατζιδάκη, 12 Δεκ. 1962.

Ήταν, θυμάμαι, ύστερα από το πρώτο μου μπάνιο, Απρίλη του 1964, στη θάλασσα του Αγίου Κοσμά. Πλάγιασα στην άμμο, ο ήλιος ζέσταινε δίχως να καίει. Ήρθαν οι αναμνήσεις από αγαπημένα πρόσωπα, οι μεταμέλειες, οι πίκρες, οι δυσκολίες της εγκατάστασής μας, το άγχος από τα προβλήματα με το μυθιστόρημα και με κουκούλωσαν, Γύρισα μπρούμυτα κι έκανα ένα γερό κλάμα. Αυτό ήταν˙ σηκώθηκα πήγα σπίτι και στρώθηκα στη δουλειά.

Ημερολόγια, σ. 67.

Η πρόβλεψή σου για χτύπημα ένεκα το Ανθρωπάκι έρχεται καθυστερημένη. Ήδη για τη Λέσχη σηκώσανε οι φίλοι μου έναν ωκεανό λάσπης και συκοφαντίας και με σκέπασαν. Στην πιο κρίσιμη (επαγγελματικά) περίοδο της ζωής μου κι ακριβώς πάνω στο θάνατο της μάνας μου. Το Δεκέμβρη του 1961 νόμισα πως είμουν τελειωμένος, λογάριαζα να σκοτωθώ, ο Κωστής με κράτησε στη ζωή. Έσφιξα τα δόντια, ακόμα τα σφίγγω στον ύπνο μου, τόσο που πολλά ράγισαν. Το γράψιμο με παρηγόρησε. Και ξαναστάθηκα στα πόδια μου.

Επιστολή στον Πέτρο Φρυδά, 17 Φεβρ. 1963.

Να ξαναγράψω τις τρεις σελίδες σε μορφή διαλόγου, όπου ο Γαρέλας έχει τον επιθετικό (ρόλο) ή μάλλον την πρωτοβουλία.

Η αλλαγή του – συνέπεια της διαφοροποίησης στο στράτευμα κλπ. να μη βγαίνει για τον αναγνώστη μέσα από τη σκέψη του Μάνου – αλλά να βγαίνει σα συμπέρασμα για τον αναγνώστη μέσα από τα λόγια του Γαρέλα.

Να κάμω ένα διάλογο κάπως βίαιο, όπου ο Γαρέλας να διατηρείται στο επίπεδο που τον γνώρισε ώς τώρα ο αναγνώστης κι όχι εκεί που τον κατέβασα (στις 3 σελίδες) για ευκολία μου.
Δες αν μπορείς να βάλεις το Γαρέλα να κάνει κάτι μέσα στο δωμάτιο. Να ψήνει λ.χ. καφέ ή να ράβει τα κουμπιά του ή να διορθώνει το πρίμους.

7 Ιουλ. 1965, Ημερολόγια, σ. 80.

Τέταρτος τόμος; Γιατί όχι; Μια φούγκα: Εξομολόγηση του Μπρουξ, Εξομολόγηση του Ανθρωπάκι: Όλα, τα πιο χυδαία πάθη προβάλλονται σ’ ένα σκηνικό (βασικά αγαθό) μιας ανθρωπότητας που συνεχίζει την πορεία της.

17 Απρ. 1965, Ημερολόγια, σ. 81-82.

Πολύ αργότερα, ξαναδιαβάζοντας τον Προυστ, κατάλαβα γιατί με γέμισε ένα δυνατό αίσθημα ανακούφισης όταν πραγματοποίησα, μέσα στο μυθιστόρημα, το σμίξιμο των τριών παραποτάμων. Ο μέσα μου άνθρωπος, ο νοσταλγός του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων κι ο έξω άνθρωπος, ο λογιστής των δραματικών γεγονότων στη Μέση Ανατολή, είχαν συγχωνευτεί, άρα συμφιλιωθεί, μέσα σ’ ένα έργο Τέχνης, που παρέμενε, ό,τι κι αν έλεγα, η ακοίμητη έγνοια μου.

Ημερολόγια, σ. 67-68.

Δεν εμίλησα ποτέ. Σώπασα για την πολεμική που μου έγινε. Άφησα τους άλλους να… Γιατί; Διότι ήτανε πολύ γλιστερό το έδαφος. Είδαμε ανθρώπους που διαφώνησαν με το κόμμα τους, και τελικά κατάντησαν στην αντίδραση. Ήξερα ότι ήτανε πάνω απ’ τις δυνάμεις μου για να μπορέσω να βρω δίκιο. Τ’ άφησα λοιπόν. Έχοντας εμπιστοσύνη ότι μια μέρα δεν μπορεί παρά αυτά τα πράγματα να βρούνε τη σωστή τους εξήγηση. Όμως, πρέπει να πω ότι αυτή η εχθρική στάση απέναντί μου, μου έκοψε τα φτερά. Δηλαδή χρειάστηκε να περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να μπορέσω να αποχτήσω τέτοια αυτοπεποίθηση ώστε να δοκιμάσω άλλο μυθιστόρημα, που είναι Η Χαμένη Άνοιξη. Πολύ μου εκόστισε. Όχι γιατί περίμενα τα «εύγε», δεν είναι γι’ αυτό, αλλά να βλέπεις ανθρώπους που αγωνίστηκες μαζί τους και σε κοιτάζουνε σαν ύποπτο… Φοβερό! Πάντως, πρώτη φορά μιλάω τώρα.

Αθήνα, 1974 (;). Με τον Μανώλη Γλέζο και τον Στάθη Δρομάζο. Φωτογραφία: Μάριο Ποντέρο. Αρχείο Αντιγόνης Χατζηανδρέα

Από τη συζήτηση μετά την ομιλία του στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Υμηττού, 13 Μαρτίου 1979 («Στρατής Τσίρκας: Στο εργαστήρι του μυθιστοριογράφου», επιμ. Χρύσα Προκοπάκη, Διαβάζω, τχ. 171/1987, σ. 33.


Πηγές:
– Ε.Λ.Ι.Α.
– Στρατής Τσίρκας, Τα ημερολόγια της τριλογίας «Ακυβέρνητες Πολιτείες», Κέδρος, Αθήνα 1973.
– Μίλτος Πεχλιβάνος, Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Η στίξη της ανάγνωσης, Πόλις, Αθήνα 2008.


tsirkas.ekebi