Κώστας Μουρσελάς: «Διαβάζουμε για να ζούμε καλύτερα, με περισσότερη σοφία»

Κώστας Μουρσελάς: «Διαβάζουμε για να ζούμε καλύτερα, με περισσότερη σοφία»

Οι ήρωες ενός βιβλίου μπορεί κάλλιστα να κυκλοφορούν σπίτι μας. Η Έμμα Μποβαρύ, δηλαδή μπορεί και να είναι η σύζυγος του διπλανού κυρίου. Διότι ακόμα και τα καθαρώς επινοημένα επεισόδια της ζωής τους, καταλήγουν εν τέλει να είναι κομμάτια της ζωής που ζούμε. Ακόμα και τα όνειρα και η φαντασία μας κινούνται μέσα στον κόσμο των υπαρκτών υλικών. Μας επισημαίνει και μας ανοίγει με τα κλειδιά του πρωτοφανώς γενναιόδωρα τον μαγικό κόσμο των ηρώων. Αποκαλύπτοντάς μας τα μυστικά της ανάγνωσης και γιατί όχι κι αυτής ακόμα της ίδιας της γραφής. Διότι διαβάζουμε για να ζούμε καλύτερα και με μεγαλύτερη σοφία. Κι όσο για την αισθητική της τέχνης, είναι από τα ελάχιστα σταθερά τούτου του κόσμου που έχει ακόμα τη δυνατότητα να μας κάνει λίγο καλύτερους.

Ο Κώστας Μουρσελάς όλα αυτά. Ο συγγραφέας που έβαλε «Το μαχαίρι στο κόκαλο», που μας απέδειξε ότι η ελληνική λογοτεχνία μπορεί να κάνει μπεστ σέλλερ με τα «Βαμμένα Κόκκινα μαλλιά» και που σκιαγράφησε την ασθένεια της εποχής μας σε εκείνο το περίφημο «Κλειστόν λόγω μελαγχολίας».

Στις «Ασκήσεις επί χάρτου» που κυκλοφόρησαν από τον «Καστανιώτη» στη σειρά «Σκέψη, Χρόνος, Δημιουργοί» και έπεται και συνέχεια, μας μαθαίνει να διαβάζουμε, να γράφουμε, να συζητάμε, να αποκωδικοποιούμε, να μεταφράζουμε σε ζωή τα σημαδάκια που βλέπουμε να απλώνονται αινιγματικά στο άσπρο χαρτί. Επειδή ο επαρκής αναγνώστης υπάρχει. Κι αυτό είναι πολύ σπουδαία υπόθεση, τελικά.


–  «Για όποιον τον αφορά», ποιον αφορούν «Οι ασκήσεις επί χάρτου», λέτε, κύριε Μουρσελά;

Στην τέχνη, δεν μπορεί νομίζω να είναι αληθινά δημιουργικό κάτι που έγραψες, αν πρωτίστως δεν σε αφορά. Υποτίθεται βέβαια ότι θα έχεις καταφέρει να αφορά και κάποιους άλλους.

– Δεν είναι εύκολο για έναν συγγραφέα να μας αποκαλύπτει τα μυστικά του και τα κλειδιά του, πώς το αποφασίσατε, κύριε Μουρσελά;

Πράγματι, δεν είναι εύκολο και δεν συνηθίζεται. Έχεις δώσει φοβερές μάχες για να κατακτήσεις και να αποθησαυρίσεις κάποιες προσωπικές τεχνικές που δεν σου πολυαρέσει να τις εκθέσει. Αγνοώ πάντως πόσο θα μπορούσαν να αποβούν χρήσιμες σ’ έναν δημιουργό. Περισσότερο ήθελα να βοηθήσω τους αναγνώστες λογοτεχνικών έργων.

– Προφανώς, διότι αυτό που πρωτίστως βγαίνει είναι ο Κώστας Μουρσελάς, ο καλός αναγνώστης. Τι είναι για σας το διάβασμα, κύριε Μουρσελά;

Νομίζω πως είναι πιο αναγκαίο να μάθει ένας αναγνώστης να διαβάζει σωστά ένα βιβλίο, να μάθει δηλαδή, και να απολαμβάνει το κείμενο, αλλά και να το μεταφέρει στη ζωή του για να έχει μια ουσιαστική χρησιμότητα. Να το χωνέψει καλά, πως οι ήρωες ενός βιβλίου κάλλιστα μπορούν να κυκλοφορούν και στο σπίτι του, πως, πιθανόν, η γυναίκα που κοιμάται μαζί του να είναι μια άλλη Έμμα Μποβαρύ, που κι αυτή ετοιμάζει την απόδρασή της οπότε ας λάβει τα μέτρα του.

– Καλός συγγραφέας, καλός αναγνώστης; Διαβάζουν οι συγγραφείς, κύριε Μουρσελά; Διότι έχει ακουστεί ότι πολλοί δεν διαβάζουν.

Σίγουρα η ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων πολλαπλασιάζει τις εμπειρίες μας, οι οποίες όμως λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο στο συγγραφέα και με διαφορετικό στον απλό αναγνώστη, αλλά, το παραδέχομαι, ωριμάζοντας ένας συγγραφέας ελαχιστοποιεί τις ανάγκες του για ανάγνωση και μεγιστοποιεί τις απαιτήσεις του για ποιότητα. Γεγονός είναι πως ένας καλός συγγραφέας είναι σίγουρα και ένας καλός αναγνώστης.

–  Ποιοι είναι εν τέλει εκείνοι που διαβάζουν πολύ, τους ξέρουμε;

Η ανάγνωση προκαλεί εθισμό, δημιουργεί εξαρτήσεις, όπως τα ναρκωτικά, αλλά πώς θα οδηγηθεί κάποιος σ’ αυτήν, πώς θα του γίνει ανάγκη, πώς θα τον πείσεις για το πόσο ευχάριστη, απολαυστική και χρήσιμη είναι;

Για να γίνει κάποιος αναγνώστης, ίσως θα πρέπει να έχουν γεννηθεί μέσα του- σε σχέση με τη ζωή του- κάποια ερωτήματα που απαιτούν απαντήσεις, αλλά και κάποιες περίεργες ανησυχίες.

Η εκπαίδευση πάντως αποδείχθηκε ανίκανη να πείσει τα παιδιά μας. Ότι κάνουν από μόνα τους. Ίσως να είναι και θέμα γονιδίων. Όπως γεννιέται ο συγγραφέας, έτσι γεννιέται και ο αναγνώστης.

–  Και στο ερώτημα που θέτετε προς συζήτηση στο βιβλίο σας «Τι σε τιμά περισσότερο; Να σε διαβάσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή ο περιπτεράς της γειτονιάς σου;» απαντήσατε;

Η ματαιοδοξία μας σίγουρα θα διαλέξει τον Πρόεδρο, αλλά η τέχνη θα κερδίσει πολύ περισσότερο όταν σε διαβάζει και ο περιπτεράς. Με λίγα λόγια για ποιον γράφουμε; Για τον περιπτερά ή για τον Πρόεδρο ή μήπως το έργο μας θα έπρεπε να καλύπτει και τις δυο περιπτώσεις;

–  Μύθος ή πραγματικότητα ο επαρκής αναγνώστης;

Ο επαρκής αναγνώστης- που δεν είναι καθόλου μύθος- είναι συγχρόνως και ένας αναγνώστης με απαιτήσεις, που ξέρει να επιλέγει όχι μόνο το σωστό βιβλίο, αλλά και να το διαβάζει σωστά, Σπανίζουν οι επαρκείς, αλλά δεν είναι ανύπαρκτοι. Σε πρώτη φάση, βέβαια, το ζητούμενο είναι το πώς θα πολλαπλασιαστούν γενικά οι αναγνώστες, γιατί το πώς θα εξελιχθούν σε επαρκείς είναι μια άλλη αρκετά επώδυνη ιστορία.

–  Στο βιβλίο σας αποκαλύπτετε τα μυστικά της ανάγνωσης πολύ σπουδαίων γραμματολογικά έργων. Και είναι πασιφανές το ότι ό,τι σπουδαίο, το έχετε ήδη διαβασμένο. Τι πρέπει να διαθέτει ένα βιβλίο σήμερα για να το λαχταρίσετε;

Πριν απ’ όλα ένα βιβλίο οφείλει να έχει τόσο ενδιαφέρον ώστε να αναγκάζει τον αναγνώστη του να μη βλέπει την ώρα να πάει και στην επόμενη σελίδα.

Φυσικά αυτό δεν πρέπει να μας αρκεί. Πρέπει να συμβαίνουν και πολλά άλλα πράγματα για να γίνει ουσιαστικότερα απολαυστική η ανάγνωσή του.

Ας πούμε, ο συγγραφέας να έχει καταφέρει να βγάζει τους ήρωές του έξω από τις συμβάσεις τους, έξω από προσχήματα, έξω από τις βολές τους, έξω από απαρχαιωμένες ηθικές, να τους οδηγεί σε μια κάποια ρήξη με πρόσωπα και πράγματα, σε άγνωστα βάθη, σε υπερβάσεις και πειστικές ανατροπές, σε αντιπαραθέσεις με ότι τους ευνουχίζει ή συνθλίβει και, εν γένει, στις πιο καλά κρυμμένες περιοχές της ψυχής τους.

Άλλωστε, αν δεν συμβαίνουν όλ’ αυτά πολύ γρήγορα θα εξαντληθεί και το ενδιαφέρον μας για ανάγνωση.

Το σασπένς ενός βιβλίου είναι αναγκαίο, αλλά και άχρηστο αν δεν με ταξιδεύει παράλληλα και σε πνευματικότερες περιοχές, αν δεν με παροτρύνει- μέσω των ηρώων του- προς κάποιες αλλαγές τρόπου ζωής και τρόπου σκέψης, σε κάποιες αναθεωρήσεις σε σχέση με την ηθική μας και τα κοινωνικά φαινόμενα σε σχέση με τον απεγκλωβισμό μας από κάποιες καταπιεστικές συνθήκες ζωής.

Ας μην ξεχνάμε ότι τις ίδιες περίπου περιέργειες και αγωνίες έχει και ο αναγνώστης και ο συγγραφέας και φυσικά την ίδια δίψα για μια απαίτηση σ’ αυτές.

–  Γράφονται σήμερα σπουδαία βιβλία και κατά πόσο αυτό εξαρτάται από την εποχή;

Είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι πάντα θα γράφονται – λιγότερο ή περισσότερο- σπουδαία βιβλία και πάντα κάθε εποχή θα έχει το ενδιαφέρον της κι αυτό γιατί πάντα βαραίνουν επάνω της και θα την χαρακτηρίζουν οι άνθρωποι και τα πάθη τους, που σημαίνει ότι παρά τις όποιες διακυμάνσεις τους δεν αλλάζουν, για όσο τουλάχιστον τα ένστικτά μας θα παίζουν τους ρόλους τους.

Η τέχνη- σε γενικές γραμμές- στις όποιες μορφές της, είναι αποτέλεσμα ανάγκης, οπότε είναι μοιραίο να χωνεύει μέσα της, και στον αιώνα τον άπαντα, τα επί μέρους συμβάντα της ζωής, παράλληλα με τις όποιες εξελίξεις.

–  Οι ήρωες- συνήθως- ζουν ό,τι ζούμε;

Οι ήρωές μας δεν γίνεται να μην ζουν τουλάχιστον όσα και ό,τι ζουν οι άνθρωποι. Το δύσκολο για τον κάθε συγγραφέα είναι να τα πλησιάσει σε όλο τους το βάθος, ως τα πιο ακραία όριά τους, να εισχωρήσει ως τις πιο αόρατες κρυμμένες πτυχές της ψυχής τους.

Ακόμα και τα καθαρώς επινοημένα επεισόδια της ζωής των ηρώων μας, εν τέλει καταλήγουν να είναι αυτά κομμάτια της ζωής που ζούμε, άσχετο αν μοιάζουν σαν να μην συνέβησαν ποτέ ή σαν να μην είναι δυνατόν να έχουν συμβεί ή να συμβούν.

Κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να γράψει για κάτι το ανύπαρκτο ή το αδύνατο να υπάρξει.

Ακόμα και τα όνειρά μας και η φαντασία μας κινούνται μέσα στον κόσμο των υπαρκτών υλικών.

Το πρόβλημα τελικά περιορίζεται στο πώς όλ’ αυτά μεταμορφώνονται σε λογοτεχνία και στο πώς οι συγγραφείς, μέσα από την προσωπικότητά τους, θα τους δώσουν ένα νόημα.

–  Γιατί οι χαρακτήρες – πιστεύετε- έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από την ιστορία;

Γιατί νομίζω πως το ένστικτο επιβίωσης πριν απ’ όλα οδηγεί τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει το προσωπικό του πρόβλημα, το πώς δηλαδή θα τα βγάλει πέρα με τη ζωή του και με τις συνθήκες της. Το «τομάρι» μας πάνω απ’ όλα. Για όλους μας ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει στο κρεβάτι μας.

Η δική μου νύχτα έχει σημασία, ο δικός μου έρωτας, ο δικός μου φόβος, το συμφέρον μου. Αυτά όλα θα ερεθίσουν πρωτίστως έναν συγγραφέα, γι’ αυτό λέω και πως αυτά όλα είναι πάνω και από την ιστορία. Εγώ να «ζήσω»! Τα υπόλοιπα έπονται. Κατά τα άλλα, η ιστορία κινείται και υπάρχει και δημιουργεί ακόμα και τις συνθήκες από τις οποίες εξαρτάται η ζωή μου. Η σύνθεση όλων αυτών θα γεννήσει και το έργο τέχνης το οποίο και αυτό και συμπίπτει και δημιουργεί ιστορία.

–  Και τι μπορεί να υπερβεί ή να αντικαταστήσει την γοητεία των αρνητικών ηρώων;

Οι άνθρωποι δεν είναι καλοί ή κακοί, αθώοι ή ένοχοι. Είναι και τα δύο. Άρα και το έργο τέχνης δεν γίνεται να μην καλύπτει και τις δυο περιπτώσεις.

Η ματιά μας σπάνια είναι αθώα, γι’ αυτό και ελάχιστα ενδιαφέρει την τέχνη η αθωότητα. Οι αμαρτωλοί και οι κολασμένοι είναι σίγουρα πιο ελκυστικοί ήρωες για τον συγγραφέα- και για τον αναγνώστη- διότι του δίνει ευκαιρίες για ανατροπές και εκπλήξεις και κυρίως για να οδηγήσει τον αμαρτωλό προς την συνειδητοποίηση.

– Ο συγγραφέας είναι εκείνος που διαλέγει τη φόρμα του ή το έργο είναι, τελικά, εκείνο που του την επιβάλει;

Νομίζω πως ο συγγραφέας τη στιγμή που αρχίζει να εμπνέεται από το θέμα του, έχει βρει και τη φόρμα του. Πάνε μαζί αυτά. Δεν μπορείς να ανεξαρτητοποιήσεις το θέμα σου από τον τρόπο που θα μας το διηγηθείς. Κάπου το ένα προϋποθέτει το άλλο, όσο και αν για κάποιους μοιάζει να υπερτερεί η φόρμα που διηγείται και όχι το τι μας διηγείται.

–  Τι πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί σε ένα λογοτεχνικό έργο;

Πάρα πολλά, αλλά νομίζω πως ένα λογοτεχνικό κείμενο δεν σου γεννάει τη δίψα να το συνεχίσεις μέχρι τέλους, τα υπόλοιπα περιττεύουν.

–  Κύριε Μουρσελά, ξέρετε τι παρατηρώ; Ότι εκτός από έναν ύμνο στην γραφή και την ανάγνωση είναι και ένας ύμνος στη φιλία το βιβλίο σας. «Μετά από κάποιες ερεθιστικές κουβέντες- σε καφετέριες και ταβερνεία – με φίλους γύρω από θέματα αισθητικής». Να πούμε τι θέση κρατούν οι φίλοι σας στη ζωή σας;

Σίγουρα δεν είναι πανάκεια η φιλία, αλλά και η απουσία των φίλων θα έκανε πολύ μελαγχολική τη ζωή μας. Τη φιλία την ταυτίζω με τη διαλεκτική. Οι κουβέντες με τους φίλους με αναγκάζουν να σκέφτομαι, να ανακαλύπτω τον εαυτό μου, τα όριά μου, λειτουργεί θεραπευτικά επάνω μου, αντικαθιστά τους ψυχιάτρους.

–  Το διάβασμα; Το γράψιμο; Η ζωή επηρεάζει σίγουρα τη γραφή, οι ιστορίες μπορεί να επηρεάσουν τη ζωή μας;

Και το γράψιμο και το διάβασμα πολλαπλασιάζουν τις εμπειρίες της ζωής μου, με κάνουν να ζω ταυτόχρονα πολλές ζωές, αλλά βέβαια δεν αντικαθιστούν τη ζωή, γιατί τότε αυτομάτως θα έπαυε και η χρησιμότητά τους. Διαβάζουμε για να ζούμε καλύτερα, με περισσότερη σοφία. Δεν είναι εύκολο βέβαια, αλλά αν καταφέρουμε να μεταφέρουμε στη ζωή μας, στις σχέσεις μας, τους προβληματισμούς των ηρώων από τα βιβλία που διαβάζουμε, αν μας γεννούσαν δηλαδή ερωτήματα που μας ωθούν να βρούμε και τις δικές μας απαντήσεις, τότε σίγουρα η τέχνη θα παίξει ένα σπουδαίο ρόλο στο να μας κάνει ηθικότερους και καλύτερους.

–  Ο θεατρικός λόγος- γράφετε- οδηγεί καλύτερα κι ασφαλέστερα στο μυθιστόρημα. Να ξαναπούμε τους λόγους, αναφερόμενοι στη μέγιστη σημασία των διαλόγων – πέρα από την βασική συμβολή των χαρακτήρων;

Πιστεύω πως το θέατρο είναι η σπουδαιότερη των τεχνών, κι αυτό γιατί κυρίως επικοινωνεί άμεσα και αποτελεσματικότερα με τους θεατές του και γιατί από τη φύση του μετατρέπει τα φανταστικά γεγονότα ενός θεατρικού έργου σε πραγματικότητα, σε ζωή που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια σου, που σημαίνει ότι η επιρροή του συντελείται μέσα στην ίδια την παράσταση. Από εκεί και πέρα νομίζω πως θέατρο και μυθιστόρημα είναι δύο παραπλήσια είδη που αλληλοσυμπληρώνονται, γι’ αυτό και παίζει σοβαρό ρόλο για την υπόστασή τους η διαγραφή αυθεντικών χαρακτήρων’ και στα δύο είδη. Δεν είναι τυχαίο νομίζω που κι εγώ πέρασα με κάποια άνεση από τον θεατρικό στον πεζό λόγο.

–  Υπάρχουν κι άλλες «ασκήσεις», αναμφιβόλως. Μπορούμε να πούμε επιγραμματικά έστω, σε τι αναφέρεται; Συνεχίζετε ακόμα να… ασκείστε επί χάρτου;

Νομίζω πως οι «ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ» θα κρατήσουν όσο και η ζωή μου.

Ακόμα και όταν δεν θα μου το επιτρέπει η υγεία μου, εγώ θα συνεχίσω να τις γράφω στο μυαλό μου και στη φαντασία μου, φτάνει να είμαι βέβαιος για τη χρησιμότητά τους.

Ήδη είναι υπό έκδοσιν αρκετοί τόμοι και σε όλους προσπαθώ να πολιορκήσω το ένα και μοναδικό θέμα τους: το πώς η τέχνη μπορεί να γίνει ένα αναγκαίο κομμάτι της ζωής όλων των ανθρώπων.

Όσο ουτοπικό και να ακούγεται, πιστεύω πως αν οι άνθρωποι βάλουν την αισθητική στις συμπεριφορές τους και στις εκδηλώσεις της ζωής τους, ίσως αρχίσουν να γίνονται και λίγο καλύτεροι.


http://fractalart.gr