Κάποια ατυχήματα είναι δώρα της μοίρας αν ανοίξουμε τα μάτια μας στις ευκαιρίες

Κάποια ατυχήματα είναι δώρα της μοίρας αν ανοίξουμε τα μάτια μας στις ευκαιρίες

«Το ποδόσφαιρο είναι φτιαγμένο από λάθη, επειδή ο τέλειος αγώνας είναι το 0-0».
Μισέλ Πλατίνι.

Αν και ο άνθρωπος που διατύπωσε αυτό τον αφορισμό είναι γνωστός χάρη στην από το 2007 θητεία του ως προέδρου στην UEFA, ως παίκτης διακρίθηκε για την απαράμιλλη τεχνική του στην εκτέλεση των φάουλ, θεωρούμενος επιπλέον ένας από τους καλύτερους πασαδόρους στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Η ιστορία του Πλατινί είναι επιπλέον μια ιστορία υπέρβασης, καθώς όταν ήταν μικρός του είχαν διαγνωστεί σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα και μια εύθραυστη καρδιά, δύο περιορισμοί που έμοιαζαν να εμποδίζουν την άσκηση ενός αθλήματος υψηλού επιπέδου. Αλλά δεν ήταν έτσι. Ένα χρόνο μετά το ντεμπούτο του, στα δεκαεπτά του, με τη Νανσύ, έσπασε το αριστερό του πόδι και φτου κι απ’ την αρχή.

Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρουμε εδώ όλες τις επιτυχίες που σημείωσε με τη Σαιντ Ετιέν και τη Γιουβέντους, όμως αξίζει τον κόπο να δώσουμε προσοχή σε αυτό που λέει ο Πλατινί. Τα λάθη και τα ατυχήματα – κι εκείνος υπέστη κάμποσα -σημαδεύουν το σενάριο των συμβάντων της ζωής, και όχι πάντα για κακό.

Αυτό το περιγράφει επιτυχημένα με αδρές γραμμές μια παραδοσιακή ιστορία της Ανατολής που τη μεταφέρει ο Έρμαν Έσσε και θα τη δούμε στη συνέχεια:
Ένας γέροντας ονομαζόμενος Τσουνγκλάν, που θα πει «Δάσκαλος ο Βράχος», είχε μια μικρή ιδιοκτησία στο βουνό. Κάποια μέρα του έφυγε ένα από τα άλογά του και οι γείτονες πλησίασαν για να του εκφράσουν τη συμπόνια τους.

Ωστόσο ο γέροντας αποκρίθηκε: «Ποιος ξέρει αν αυτό είναι συμφορά!»

Και, ορίστε, έπειτα από μερικές μέρες το άλογο επέστρεψε φέρνοντας μαζί του ένα ολόκληρο κοπάδι από ημιάγρια άλογα. Ξαναεμφανίστηκαν οι γείτονες και τον συγχάρηκαν για την καλή του τύχη.

Όμως ο γέροντας του βουνού τούς είπε: «Ποιος ξέρει αν αυτό είναι ευτυχές συμβάν!»

Καθώς είχαν τόσο πολλά άλογα, ο γιος του γέροντα βάλθηκε να τα τιθασεύει και να τα καβαλάει, αλλά μια μέρα έπεσε κι έσπασε το πόδι του. Γι’ άλλη μια φορά, οι γείτονες πήγαν να του εκφράσουν τη λύπη τους και ξανά τους αποκρίθηκε ο γέροντας: «Ποιος ξέρει αν αυτό είναι συμφορά!»

Την επόμενη χρονιά εμφανίστηκαν στο βουνό οι απεσταλμένοι των «Μακριών Ραβδιών». Στρατολογούσαν δυνατούς νέους για να γίνουν αγγελιοφόροι του αυτοκράτορα και για να κουβαλάνε το φορητό του ανάκλιντρο. Τον γιο του γέροντα, που ακόμα τον εμπόδιζε το πόδι, δεν τον πήραν.

Ο Τσουνγκλάνγκ χαμογελούσε.

 

ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΜΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ
ΑΛΛΑΝ ΠΕΡΣΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ


http://www.lecturesbureau.gr