Μάρκ Ρόθκο:Η σιωπή είναι ακριβής

Μάρκ Ρόθκο:Η σιωπή είναι ακριβής

«Η τέχνη είναι μια περιπέτεια σε έναν άγνωστο κόσμο, που μπορεί να εξερευνηθεί μόνο από αυτούς που είναι πρόθυμοι να αναλάβουν κινδύνους» με αυτή την τόσο αληθινή τοποθέτηση ο Μάρκ Ρόθκο ξεκίνησε την πολυκύμαντη αλλά και μεγαλειώδη πορεία του στην τέχνη.

Ο Marcus Rothkowitz γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1903 στο Dvinsk της Ρωσίας (σήμερα Daugavpils, Λετονία). Το 1913 η οικογένειά του μετανάστευσε στις ΗΠΑ και όταν ο αντισημιτισμός κυριαρχούσε στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες με τις απελάσεις των Εβραίων, υιοθέτησε το όνομα Mark Rothko. Το 1918 και για τρία χρόνια φοίτησε στο Lincoln High School και το 1922 στο Yale. Κι ενώ προοριζόταν για μηχανικός ή δικηγόρος εγκαταλείπει τις σπουδές του και το 1926 φεύγει για τη Νέα Υόρκη όπου και φοίτησε στην Art Student’s League με δάσκαλο το Max Weber.
Την πρώτη περίοδο της ζωγραφικής του ζωής (γύρω στο 1920) η θεματογραφία του είναι αρκετά συμβατική, αλλά όλα αλλάζουν όταν βρίσκεται στο «ανοιχτόμυαλο» περιβάλλον της Νέας Υόρκης. Υιοθετεί νωρίς τους καμβάδες μεγάλων διαστάσεων (μια επιλογή που την κάνει κυρίαρχη στα τελευταία χρόνια της δημιουργίας του) και στη θεματογραφία του αναζητά βαθύτερα συναισθήματα. Η «γνωριμία» του με τα νέα ρεύματα της εποχής, αλλά και οι πολιτικές εξελίξεις σε όλο τον κόσμο με τον καταστροφικό πόλεμο, επόμενο ήταν να επηρεάζουν το έργο του. Η μεγάλη μεταστροφή αρχίζει να συντελείται το 1947. Οι συμβατικοί τίτλοι στους πολύμορφους πίνακές του αντικαθίστανται με αριθμούς ή χρώματα. Ο καλλιτέχνης αποφεύγει να εξηγεί τη σημασία του έργου του, γιατί όπως ισχυρίζεται «η σιωπή είναι ακριβής».


Από τη χρονιά αυτή και μετά τα έργα του χαρακτηρίζουν οι στενές τονικές σχέσεις ανάμεσα σε μεγάλες ορθογώνιες χρωματικές επιφάνειες. Η τέχνη του καταλήγει σε μια αφαίρεση «χρωματικού πεδίου», όπου τα σχήματα κατέχουν το πιο ενεργό ρόλο. Και με φανερές τις επιρροές του από το Νίτσε χαρακτήριζε τα έργα του ως «δράματα» όπου «οι μορφές στους πίνακες είναι οι ηθοποιοί. Έχουν δημιουργηθεί από την ανάγκη για μια ομάδα ηθοποιών που μπορούν να αποδίδουν το ρόλο δραματικά χωρίς αμηχανία και να χειρονομούν χωρίς ντροπή»
Τα περισσότερα έργα του έχουν ένα μονόχρωμο βάθος επάνω στο οποίο αιωρούνται ορθογώνια με ασαφή περιγράμματα. Τον χαρακτηρίζει η διαρκής επινοητικότητα των χρωματικών συγχορδιών, καθώς και η αινιγματική ενότητα στη σχέση μορφή και χώρος-πεδίο. O χώρος στα έργα του είναι αβαθής και ψευδαισθητικός ως μια μεταφυσική πρόταση.

Slow Swirl at the Edge of the Sea- 1944
Ζωγραφισμένο κατά τη διάρκεια της ερωτοτροπίας του με τη δεύτερη σύζυγό του, είναι πιθανό ότι αυτό το έργο αναπαριστά το Rothko και τη Mell. Το έργο αρχικά εξαγοράστηκε από Μουσείο Καλών Τεχνών του Σαν Φρανσίσκο, αλλά τελικά κατέληξε πάλι στον Rothko και κοσμούσε το οικογενειακό αρχοντικό της οικογένειας, στην οδό East 95th Street, από το 1961 μέχρι το θάνατ0 της Mell το 1970. Τα γυροσκοπικά, στοιχεία που στροβιλίζονται θυμίζουν τα χαριτωμένα καλλιγραφικά σχέδια του Masson και Matta.


Αυτό που χαρακτηρίζει τη μεταπολεμική περίοδο του Ρόθκο είναι και οι πολύ μεγάλες διαστάσεις των έργων του. Για το θέμα αυτό γράφει: «Ζωγραφίζω πολύ μεγάλους πίνακες, αντιλαμβάνομαι ότι ιστορικά η λειτουργία της ζωγραφικής μεγάλων πινάκων είναι κάτι πολύ μεγαλόστομο και πομπώδες. Εν τούτοις, ο λόγος που τους ζωγραφίζω είναι ίσα – ίσα επειδή θέλω να είμαι πολύ προσωπικός και ανθρώπινος. Το να ζωγραφίζεις έναν μικρό πίνακα είναι σαν να τοποθετείσαι έξω από την εμπειρία σου, να κοιτάζεις μια εμπειρία σαν με στερεοσκόπιο ή με σμικρυντικό φακό. Εν τούτοις, όταν ζωγραφίζεις τον μεγαλύτερο πίνακα, είσαι μέσα σ’ αυτόν. Δεν είναι κάτι που το ελέγχεις». Είχε προτείνει ο θεατής να στέκεται σε απόσταση 18 ιντσών από το έργο του για να μπορεί να αυτοσυγκεντρωθεί και να απορροφηθεί από αυτό.
Ο Μαρκ Ρόθκο καταβεβλημένος από σοβαρά προβλήματα υγείας και την κατάθλιψη έθεσε τέρμα στη ζωή του στις 25 Φεβρουαρίου 1970. Χαρακτηριστικά της κατάθλιψής του είναι τα έργα των τελευταίων χρόνων της ζωής του.

Άτιτλο, 1947

Τη χρονιά αυτή ο Mark Rothko απομακρύνεται από το Σουρεαλισμό. Στα έργα όπως στο «Untitled» του 1947, ο Ρόθκο αντικαθιστά τις παλιότερες βιομορφικές εικόνες του με νέες πιο  αφηρημένης έκφρασης, καθώς ο ίδιος άρχισε να διατυπώνει μια νέα κατασταλαγμένη πρόταση.

Άτιτλο (βιολετί, μαύρο, πορτοκαλί, κίτρινο σε λευκό και κόκκινο), 1949 

Με έργα ζωγραφικής, όπως Άτιτλο (Violet, μαύρο, πορτοκαλί, κίτρινο σε λευκό και κόκκινο), ο Μαρκ Ρόθκο έφτασε στο ώριμο ιδίωμα. Για τα επόμενα 20 χρόνια θα διερευνήσει τις εκφραστικές δυνατότητες των ορθογώνιων πεδίων που χωροθετούνται και οροθετούνται με φωτεινά χρώματα. Όπως και άλλοι καλλιτέχνες της Σχολής της Νέας Υόρκης Σχολή, ο Ρόθκο χρησιμοποιεί την αφαίρεση για να εκφράσει τα οικουμενικά ανθρώπινα συναισθήματα. Προσπαθεί με ζήλο να δημιουργήσει μια τέχνη της έντασης που προκαλεί δέος σε ένα κοσμικό περιβάλλον.

Ματζέντα, Μαύρο, Πράσινο και Πορτοκαλί, 1950 

Από τις αρχές του 1949 ο όρος «multiforms» του Μάρκ Ρόθκο αναπτύχθηκε σε ένα είδος  υπογραφής. Ο Ρόθκο πρωτοπαρουσίασε αυτά τα έργα στην Betty Parsons Gallery. Για τον κριτικό τέχνης Harold Rosenberg,, οι πίνακες δεν ήταν τίποτα λιγότερο από μια αποκάλυψη. Ο Ρόθκο, μετά από το πρώτο «multiform» έργο του, απομονώθηκε στο σπίτι του στο East Hampton στο Long Island. Κάλεσε μόνο λίγους εκλεκτούς, μαζί και τον Rosenberg, για να δούνε τα νέα του έργα. Η ανακάλυψη της οριστικής μορφής του ήρθε σε μια περίοδο μεγάλης αγωνίας του καλλιτέχνη. Η μητέρα του, Kate πέθανε το Οκτώβριο 1948.

Μπλε, Πράσινο και Καφέ, 1952 

Σε αυτά τα έργα ζωγραφικής, το χρώμα και η δομή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα: οι μορφές αποτελούνται μόνο από χρώμα και η διαύγειά τους δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο βάθος που συμπληρώνει και εμπλουτίζει κατά πολύ την κάθετη αρχιτεκτονική τους σύνθεση. Παραλλαγές στη δομή στο τόνο αλλά και στην απόχρωση προκαλούν ένα απατηλό αλλά σχεδόν χειροπιαστό αβαθή χώρο. Το χρώμα, η δομή και ο χώρος συνδυάζονται για να δημιουργήσουν μοναδική παρουσία. Ο Ρόθκο είχε πει ότι αυτοί οι μεγάλοι καμβάδες  των έργων δεν ήθελε να είναι «μεγαλοπρεπείς», αλλά «οικείοι και ανθρώπινοι».

Νο 9. Σκοτάδι πάνω σε Φωτεινή Γη, 1954 

Το έργο αυτό ήταν μεγάλης κλίμακας, με ανοιχτή δομή όπου λεπτές στρώσεις χρώματος συνδυάζονται για να δώσουν την εντύπωση ενός ρηχού ζωγραφικού χώρου. Το χρώμα, για το οποίο η δουλειά αυτή του Ρόθκο είναι ίσως η πιο γνωστή, εδώ επιτυγχάνει μια άνευ προηγουμένου φωτεινότητα.

Μαύρο σε Μαρόν, 1958

Το Μαύρο σε Μαρόν ανήκει σε μια από τις τρεις σειρές έργων του Ρόθκο το 1958 στην πολυσυζητημένη επιλογή για τη μικρή τραπεζαρία του Four Seasons Restaurant στη Νέα Υόρκη.
Καθώς δούλευε, η αντίληψη του Ρόθκο γινόταν όλο και πιο σκοτεινή και εγκατέλειψε την πρώτη σειρά ως υπερβολικά φωτεινή στη διάθεση.
Στη συνέχεια υιοθέτησε μια παλέτα από μαύρο σε μαρόν και σκούρο κόκκινο σε μαρόν, και τη σύνθεση των ανοιχτών ορθογωνίων σαν παράθυρα αντί για τη συνηθισμένη διάταξη ομοιόμορφων ορθογώνιων, που χρησιμοποιούσε στην πρώτη σειρά.
Αναφερόμενος στα έργα αυτά είχε πει: «Αφού είχα εργαστεί για κάποιο χρονικό διάστημα συνειδητοποίησα ότι είχα επηρεαστεί υποσυνείδητα από τους τοίχους του Μιχαήλ Αγγέλου στην αίθουσα Σκάλα της Βιβλιοθήκη των Μεδίκων στην Φλωρεντίας».

Μαύρο σε βαθύ Κόκκινο, 1957

Το Μαύρο σε βαθύ Κόκκινο του 1957 ακολουθεί τη χαρακτηριστική μορφή έργων του Μαρκ Ρόθκο, στην οποία στοιβάζονται ορθογώνια με χρώματα που φαίνεται να επιπλέουν μέσα στα όρια του καμβά.Με απευθείας χρώση του καμβά με πολλά στάδια λεπτής επεξεργασίας της χρωστικής ουσίας και δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στις άκρες, όπου αλληλοεπιδρούν τα πεδία, πετυχαίνει την επίδραση του φωτός που ακτινοβολεί από την ίδια την εικόνα. Αυτή η τεχνική ταιριάζει στους μεταφυσικούς στόχους του Ρόθκο: να προσφέρει τη ζωγραφική ως μια πόρτα σε καθαρά πνευματικές διαστάσεις και να επικοινωνεί άμεσα με τα πιο βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα

Η εμπειρία μπροστά στην εικόνα
Πορτοκαλί και Κίτρινο, 1956
Λάδι σε καμβά, 231,1 x 180,3 εκατοστά

Το Πορτοκαλί και Κίτρινο αντανακλά το ώριμο ύφος του Μάρκ Ρόθκο, στο οποίο δύο ή τρία ορθογώνια βρίσκονται μέσα σε ένα πλαίσιο που τα περιβάλλει, αλλά συγχρόνως τα διαχωρίζει απαλά το ένα από το άλλο. Οι άκρες των ορθογωνίων δεν είναι ποτέ διακριτές, αποφεύγοντας την οπτική διακοπή και επιτρέποντας τα μάτια των θεατών να κινηθούν ήρεμα από τη μια περιοχή στην άλλη με έναν στοχαστικό τρόπο.
Ο Ρόθκο δεν ήθελε να έχουμε στο μυαλό μας τον καλλιτέχνη όταν κοιτάμε τα έργα του, έτσι προσπάθησε να αφαιρέσει όλα τα στοιχεία από τη διαδικασία δημιουργίας. Για να το πετύχει εφάρμοσε πολλές στρώσεις λεπτού χρώματος με μια βούρτσα ή πανί στον απροετοίμαστο καμβά κι έτσι τα χρώματα απορροφήθηκαν από το ύφασμα.  Οι πολλές φάσεις λεπτής επεξεργασίας βοήθησαν να γίνουν τα έργα του ανάλαφρα και φωτεινά σαν να έχουν μια εσωτερική λάμψη.
Το Πορτοκαλί και Κίτρινο θεωρήθηκε αρκετά μεγάλο στη δεκαετία του 1950, και Ρόθκο ζήτησε από τους θεατές να στέκονται κοντά ώστε να περιβάλλονται οπτικά από τα χρώματα. Πεποίθησή του ήταν ότι τα χρώματα «εκφράζουν βασικά ανθρώπινα συναισθήματα: τραγωδία, έκσταση, αβεβαιότητα για το πεπρωμένο… Οι άνθρωποι που κλαίνε μπροστά από τις εικόνες μου έχουν την ίδια θρησκευτική εμπειρία που είχα και εγώ όταν τις ζωγράφιζα. Και αν, όπως λέτε, νιώθετε συγκίνηση μόνο από τις σχέσεις των χρωμάτων, τότε χάνεται το νόημα».


http://www.art22.gr