«Καίγεται» ο Τσακαλώτος, «χαλαρός» ο Σόιμπλε

«Καίγεται» ο Τσακαλώτος, «χαλαρός» ο Σόιμπλε

Γιατί η κυβέρνηση βιάζεται να κλείσει τη δεύτερη αξιολόγηση – προσδοκίες και εμπόδια

Όταν μια διαπραγμάτευση μπαίνει στην τελική της ευθεία, περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει το «κάτι παραπάνω» έχει αυτός που μπορεί να περιμένει. Σε τέτοιες περιπτώσεις η βιασύνη είναι κακός σύμβουλος, καθώς οδηγεί σε υποχωρήσεις. Μέσα στις επόμενες ημέρες θα φανεί και στη διαπραγμάτευση για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης αν είναι η ελληνική κυβέρνηση που βιάζεται περισσότερο ή οι εκπρόσωποι των θεσμών.

Το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο: τα περίπου 6,2 δισ. ευρώ που θα μπουν στο ταμείο του Ελληνικού Δημοσίου, τα πρώτα μέτρα για τη ρύθμιση του χρέους, το μέλλον των Ελλήνων φορολογουμένων (καθώς κρίνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι για την περίοδο μετά το 2018), η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές και η συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Το παιχνίδι έχει γίνει τόσο σύνθετο, ώστε είναι πολύ δύσκολο να υποστηρίξει κάποιος ότι η πλάστιγγα γέρνει ξεκάθαρα υπέρ της πλευράς των θεσμών. Με βάση τις δημόσιες δηλώσεις, για παράδειγμα, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών δεν έχει κανέναν λόγο να βιάζεται για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα μεσοπρόθεσμα μέτρα, πόσο μάλλον τη μείωση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα.
«Μετά το 2018 και την ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου βλέπουμε» είναι η μόνιμη γερμανική επωδός. Όμως, λίγους μήνες πριν από τις γερμανικές εκλογές – και ειδικά μετά τη δημόσια ανακοίνωση της υποψηφιότητας Μέρκελ – ο Σόιμπλε δεν θα ήθελε να «σπρώξει» το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτός του ελληνικού προγράμματος, καθώς αυτό θα προκαλούσε προβλήματα στο εσωτερικό του γερμανικού κοινοβουλίου.

Δεδομένου λοιπόν ότι το ΔΝΤ απαιτεί την εδώ και τώρα ρύθμιση του χρέους, θα πρέπει να αναζητηθεί μια συμβιβαστική λύση. Το λεγόμενο Ουάσιγκτον Γκρουπ τελικά δεν θα συνεδριάσει, όπως αρχικά είχε διαρρεύσει, επομένως θα πρέπει να αναζητηθεί μια άλλη ευκαιρία για διαπραγμάτευση μεταξύ των δανειστών, αφού έτσι κι αλλιώς διαφαίνεται η ανάγκη να εξευρεθεί μια συμβιβαστική λύση ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πριν η Ευρώπη εμπλακεί στη δίνη των εκλογών και των δημοψηφισμάτων.

Η Αθήνα βιάζεται
Η ελληνική πλευρά έχει μια σειρά λόγους να βιάζεται, καθώς από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης εξαρτώνται οι ισορροπίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό:
Υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα είναι η εξασφάλιση ενός «οδικού χάρτη» για τη ρύθμιση του χρέους. Στην ελληνική πλευρά υπάρχει σχετική αισιοδοξία όσον αφορά την εξασφάλιση των βραχυπρόθεσμων μέτρων για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα θα αφορούν ένα τμήμα του χρέους της τάξεως των 50-60 δισ. ευρώ, αλλά το τελικό ποσό δεν έχει κλειδώσει ακόμη, καθώς η τελική «φόρμουλα» είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Τα μέτρα θα αφορούν την αύξηση της περιόδου αποπληρωμής κατά περίπου 7-8 χρόνια, αλλά και τη μετατροπή των επιτοκίων από κυμαινόμενα σε σταθερά, ώστε να εξαλειφθεί ο επιτοκιακός κίνδυνος. Δύο είναι τα ζητούμενα:
Πρώτον, να εκλείψουν τα «βουνά» τόκων που, βάσει της σημερινής κατάστασης, θα κληθεί να αντιμετωπίσει η Ελλάδα το 2021-22. Οι ανάγκες μόνο για τόκους φτάνουν τα 17 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, ποσό που είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αντίστοιχη δαπάνη τόσο για το 2016 όσο και για το 2017 περιορίζεται κάτω από τα 6 δισ. ευρώ.
Δεύτερον, να αποφευχθεί ο κίνδυνος εκτροχιασμού του κρατικού προϋπολογισμού σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων το επόμενο διάστημα (σ.σ.: το 70% του ελληνικού χρέους τοκίζεται με κυμαινόμενα επιτόκια).
Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται διάφορα μέτρα, όπως η αντικατάσταση παλαιότερου χρέους (το οποίο τοκίζεται με υψηλότερα επιτόκια) με νέο «φθηνότερο», η μετατροπή κυμαινόμενου επιτοκίου σε σταθερό για συγκεκριμένο τμήμα του χρέους κ.ά.

Είναι πάντως σαφές ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα δεν εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και χωρίς τις εκθέσεις που θα πιστοποιούν προοπτικές βιωσιμότητας ούτε το ΔΝΤ θα αποφασίσει συμμετοχή στο ελληνικό πρόγραμμα ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα επιτρέψει τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Χρειάζεται η εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων μέτρων για να προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Αν δεν υπάρξουν οι λεγόμενες «μεσοπρόθεσμες» παρεμβάσεις στο ελληνικό δημόσιο χρέος, η Ελλάδα θα είναι υποχρεωμένη να δαπανά κάτι λιγότερο από το 15% του ΑΕΠ μέχρι το 2030 για τόκους και χρεολύσια, ενώ από το 2030 μέχρι το 2040 θα ξοδεύει έως και το 20% του ΑΕΠ. Και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι θα εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% από το 2018 μέχρι και το 2028, δηλαδή για 10 ολόκληρα χρόνια.
Αν υποτεθεί ότι η Ελλάδα δεν κατορθώσει να εμφανίσει αυτά τα πλεονάσματα, αλλά μια μονάδα λιγότερο – δηλαδή 2,5% το διάστημα από το 2018 έως το 2028, τότε ήδη από το 2025 η ετήσια δαπάνη θα ξεπερνά το 15% του ΑΕΠ, ενώ θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το 20% ήδη από το 2030.

Σενάρια μεσοπρόθεσμων μέτρων
Για να μην υλοποιηθεί το εφιαλτικό σενάριο η ελληνική πλευρά έχει ήδη επεξεργαστεί σενάρια μεσοπρόθεσμων μέτρων που ρίχνουν τις ετήσιες δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους. Δύο είναι τα βασικά:
Οι παρεμβάσεις για τη μείωση του κινδύνου των επιτοκίων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, δηλαδή μετά τον Αύγουστο του 2018 και για τουλάχιστον 10-12 χρόνια μέχρι το 2030. Από μόνη της αυτή η παρέμβαση υποχρεώνει την Ελλάδα να πληρώνει το 15% του ΑΕΠ της για την εξυπηρέτηση του χρέους μέχρι το 2030 και το 20% του ΑΕΠ της από το 2035 και μετά.
Η χρονική επέκταση των δανείων που έχουν χορηγηθεί από τον EFSF. Με την παρέμβαση αυτή το χρέος μετατρέπεται σε βιώσιμο καθώς οι ακαθάριστες ανάγκες παραμένουν κάτω από το 15% μέχρι και τα μέσα του 2030.

Από εκεί και πέρα οι οικονομικοί και πολιτικοί στόχοι της κυβέρνησης για το επόμενο διάστημα, προκειμένου να καταφέρει να διαμορφώσει ένα σχετικά βατό πεδίο στο οποίο θα κινηθεί ώστε να αντιστρέψει τη σημερινή πολύ δύσκολη κατάσταση, είναι οι εξής:
1 Η προοπτική μείωσης των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα έστω και μετά το 2018 για να μην εμπλακεί η χώρα σε ένα διαρκές μνημόνιο.
Ο ίδιος ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών έχει πει στη Βουλή ότι δεν είναι εφικτό για μια οικονομία με τα χαρακτηριστικά της ελληνικής (ανάκαμψη από μακρά περίοδο ελλειμμάτων και ύφεσης, αλλά με πολλές πληγές στον κοινωνικό ιστό) να δημιουργήσει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% για μεγάλες περιόδους της τάξεως των 10 ετών.
Το πρωτογενές πλεόνασμα θέλει η κυβέρνηση να το «διορθώσει» τώρα μόνο και μόνο για να σταλεί μήνυμα στις αγορές ότι υπάρχει φως στον ορίζοντα. Ένας υποψήφιος επενδυτής πάντοτε θα έχει την ανασφάλεια ότι με την απειλή του πρωτογενούς πλεονάσματος θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα ακόμη φορολογικό μέτρο.
2 Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Ο προϋπολογισμός του 2017 προβλέπει ότι θα διατεθούν για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου περισσότερα από 4,5 δισ. ευρώ. Αυτή η εκταμίευση θα στηρίξει την αύξηση του ΑΕΠ, καθώς θα φέρει ρευστότητα στην αγορά. Το θέμα είναι όμως ότι, για να υπάρξουν αυτοί οι πόροι, θα πρέπει να ολοκληρωθούν εμπρόθεσμα οι διαπραγματεύσεις για τις αξιολογήσεις. Ειδικά η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης φέρνει στα κρατικά ταμεία 1,7 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου.
3 Η δυνατότητα εξασφάλισης πόρων για τη διανομή «κοινωνικού μερίσματος».
Με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα υπάρξει – με βάση τις ελληνικές ελπίδες – έγκριση από την πλευρά των θεσμών και για τη διανομή «κοινωνικού μερίσματος» μέσα στο 2016. Η ελληνική πλευρά επικαλείται το μνημόνιο, το οποίο ορίζει ότι, σε περίπτωση που υπάρξει υπέρβαση του στόχου σε επίπεδο πρωτογενούς πλεονάσματος (και το 2016 υπήρξε, αφού το πλεόνασμα θα κλείσει στο 1,1% έναντι στόχου για 0,5%), υπάρχει η δυνατότητα διανομής του 40% αυτής της διαφοράς. Σε χρήμα αυτό το 4% μεταφράζεται σε 400 εκατ. ευρώ περίπου.
4 Η ενσωμάτωση των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης και η έξοδος στις αγορές.
Η ΕΚΤ θέλει ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και έκθεση που θα χαρακτηρίζει το ελληνικό χρέος βιώσιμο προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για τη συμμετοχή και των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2017.
Η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αποτελεί με τη σειρά της την ασπίδα που ψάχνει η ελληνική πλευρά για να μπορέσει να ξαναβγεί στις αγορές. Η έξοδος είναι το τελικό ζητούμενο, καθώς η οικονομία θα έχει πλέον τις προϋποθέσεις να επιστρέψει σε μια κανονικότητα. Ακόμη και οι τράπεζες θα βρουν πρόσβαση σε φθηνότερο δανεισμό, ώστε να ξαναρχίσουν να χρηματοδοτούν την οικονομία.
5 Η εξασφάλιση ενός «πολιτικού αφηγήματος» για την αποκατάσταση της ισορροπίας τόσο στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος όσο και στην κοινωνία.
Με μια συμφωνία για το χρέος, ένα κοινωνικό μέρισμα και μια προοπτική μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων, η κυβέρνηση θα αποκτήσει και πάλι ένα «στόρι» το οποίο θα μπορούσε να γίνει εύκολα κατανοητό από τους πολίτες οι οποίοι πλήττονται και θα εξακολουθήσουν τους επόμενους μήνες να πλήττονται από τη λαίλαπα των φορολογικών μέτρων. Οι παράμετροι ρύθμισης του χρέους δεν θα γίνουν εύκολα αντιληπτές, δεδομένου ότι δεν θα μπει στο τραπέζι θέμα «κουρέματος».

Η συζήτηση θα είναι «τεχνική» και θα χρησιμοποιηθούν όροι όπως οι ετήσιες ανάγκες εξυπηρέτησης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Από την άλλη όμως το να βρεθεί η κυβέρνηση το προεκλογικό έτος 2019 να εκτελεί έναν προϋπολογισμό ο οποίος θα προβλέπει χαμηλότερο πλεόνασμα από αυτό του 2018 (3,5% του ΑΕΠ) είναι κάτι που εύκολα μπορεί να «περάσει» στην κοινή γνώμη.
Οι πιθανότητες να κλείσουν τα πάντα μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου, οπότε είναι προγραμματισμένη η κρίσιμη συνεδρίαση του Eurogroup, είναι αρκετά περιορισμένες. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να βγει λευκός καπνός μέσα στις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου, κάτι που θα εξαρτηθεί και από τις διατυπώσεις μετά το τελευταίο Eurogroup της φετινής χρονιάς. Οι επόμενες ημέρες θα είναι καθοριστικές…
topontiki.gr