Τα 8 χρόνια συνεχούς ανόδου είναι το δεύτερο μεγαλύτερο ρεκόρ σε ολόκληρη την ιστορία του S&P. Ο κυριότερος αμερικανικός δείκτης με τις 500 μεγαλύτερες εταιρίες τριπλασιάστηκε από το χαμηλότερο σημείο που βρέθηκε το 2009. Αυτή η ανοδική πορεία θα είναι η πρώτη σε διάρκεια, αν συνεχιστεί λίγους μήνες ακόμα, μέχρι τις 22 Αυγούστου 2018.

Βασίλης Παζόπουλος

Μετά από τέτοια τάση, λογικό είναι ότι οι μετοχές ξεπέρασαν τον μέσο όρο τους σε πολλούς αριθμοδείκτες. Φαίνονται ακριβές με διάφορα κριτήρια. Είναι δικαιολογημένη λοιπόν η έντονη υποχώρηση των τελευταίων ημερών;

Τι έγινε στο παρελθόν σε αυτές τις περιπτώσεις;

Η εύκολη απάντηση είναι πως ό,τι ανεβαίνει, νομοτελειακά θα κατέβει. Πράγματι έτσι συμβαίνει, αλλά αυτό μόνο του δεν σημαίνει τίποτα. Συχνά δικαιώνεται όποιος προβλέπει πως θα υπάρξει υποχώρηση. Αν όμως αυτή δεν σημειωθεί σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα από τότε που το υπολόγισε, το μόνο που θα καταφέρει είναι να χάσει την άνοδο.

Μια ανοδική κίνηση δεν τερματίζεται επειδή έληξε ο χρόνος, αλλά όταν εκλείπουν οι λόγοι για να συνεχιστεί. Όταν αλλάζουν οι συνθήκες. Μια απλή υποχώρηση των τιμών μπορεί να συμβεί για τον οποιονδήποτε λόγο. Σοβαρό ή ασήμαντο. Η σημαντική διόρθωση ή και η ύφεση ωστόσο είναι κάτι διαφορετικό. Το χαμήλωμα της ταχύτητας της οικονομικής μεγέθυνσης ή ακόμα χειρότερα η ύφεση πλήττει τα εταιρικά αποτελέσματα στα οποία βασίζεται η πορεία των μετοχών.

Και εδώ είναι τελικά το κρίσιμο ερώτημα. Η ανοδική πορεία της αμερικανικής οικονομίας θα υποστεί ραγδαία μεταβολή προς το χειρότερο; Αν ανατρέξουμε ως και 50 χρόνια πίσω, στις περιπτώσεις που ο S&P υποχώρησε τουλάχιστον 10% από την πρόσφατη κορυφή του (χθες το βράδυ ήμασταν πολύ κοντά, έκλεισε στο 7,8%), πάντα βρέθηκε κερδισμένος το αργότερο σε ένα χρόνο όποιος αγόρασε στο τέλος της πτώσης.
Εκτός από μία περίπτωση: όταν υπήρξε ύφεση.

Από υγεία πώς πάμε;

Μία από τις πιο αξιόπιστες ενδείξεις για την πρόβλεψη μιας ύφεσης είναι η απόκλιση μεταξύ των μακροχρόνιων και των βραχυχρόνιων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Όταν τα επιτόκια των μακροχρόνιων εκδόσεων είναι  χαμηλότερα των αντίστοιχων βραχυπρόθεσμων, θεωρείται δυσμενής εξέλιξη.

Σημαίνει πως οι επενδυτές είναι απρόθυμοι να αγοράσουν τα βραχυπρόθεσμα, επειδή φοβούνται πως θα αναγκαστεί η ΚΤ να επέμβει για να ανεβάσει τα επιτόκια.
Θα μου πείτε, τι μας νοιάζει εμάς; Τι επίπτωση μπορεί να έχει στην πραγματική οικονομία; Η απάντηση είναι πως έχει στις τράπεζες, και κατ’ επέκταση στη ροή του χρήματος.

Οι τράπεζες προσφέρουν χαμηλά επιτόκια στις καταθέσεις και φυσικά δανείζουν με υψηλότερα. Όταν όμως αναγκάζονται να ανεβάζουν τα επιτόκιά τους, η απόσταση μεταξύ του επιτοκίου δανεισμού και των καταθέσεων μικραίνει. Άρα μειώνεται το κέρδος τους. Δεν έχουν λοιπόν σοβαρό κίνητρο να δώσουν δάνεια σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, κάτι το οποίο αυτομάτως συρρικνώνει την οικονομική δραστηριότητα. Στη σημερινή συγκυρία πάντως, για την ώρα τουλάχιστον, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.

Άλλη μια ένδειξη του χαμηλώματος του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης είναι το άνοιγμα της διαφοράςμεταξύ των επιτοκίων των ομολόγων που εκδίδουν οι εταιρίες με χαμηλή βαθμολογία αξιολόγησης. Όταν αναγκάζονται να προσφέρουν υψηλότερα επιτόκια, είναι ένδειξη ότι οι επενδυτές ανησυχούν. Ωστόσο τα υψηλά επιτόκια είναι αυτή την περίοδο κάτω από τον ιστορικό μέσο όρο τους. Σημάδι ότι είναι αισιόδοξοι.
Αναμφίβολα θετικό είναι επίσης πως το 81% των εταιριών που έχουν ανακοινώσει τα αποτελέσματα του 4ου τριμήνου, υπερβαίνουν τις εκτιμήσεις των αναλυτών

Τότε γιατί πέφτει σαν βαρίδι;

Υπό την προεδρία του Τραμπ, η ανεργία έφτασε σε χαμηλά 17 ετών, η καταναλωτική εμπιστοσύνη ανέβηκε κι άλλο, οι μισθοί συνεχίζουν να αυξάνονται. Αυτά είναι καλά νέα για τους οικονομολόγους. Όμως στον κόσμο των χρηματιστηρίων, οι έννοιες του καλού και του κακού νέου είναι σχετικές. Η πτώση άρχισε στη συνεδρίαση της Παρασκευής, μόλις ανακοινώθηκαν αυτά ακριβώς τα καλά νέα!
Τρελάθηκαν οι επενδυτές; Όχι. Φοβούνται τις πληθωριστικές πιέσεις. Γιατί σημαίνουν υψηλότερα επιτόκια. Δηλαδή το τέλος της άνετης πρόσβασης σε κεφάλαια.

Υπάρχει και ο αντίλογος όμως. Η πτώση των ομολόγων και το ενδεχόμενο πληθωρισμού κοντά στο 2% υπό κανονικές συνθήκες είναι καλά νέα για την οικονομική δραστηριότητα. Σημαίνει περισσότερες επενδύσεις σε αυτό που ονομάζουμε πραγματική οικονομία ή έστω στις μετοχές.

Οι επενδυτές θα απομακρυνθούν από τα ομόλογα, καθώς οι πραγματικές αποδόσεις (επιτόκιο μείον πληθωρισμός) θα γίνουν έως και αρνητικές. Παρ’ όλα αυτά ίσως αυτή τη φορά να είναι διαφορετικά. Έχει προηγηθεί μια μακρά περίοδος μηδενικών επιτοκίων, όπου ανέβασε τις χρηματιστηριακές αξίες όπως η παλίρροια τα πλεούμενα.

Τελικά πού καταλήγουμε;

Η απόφαση για την περικοπή της φορολογίας για τις επιχειρήσεις θεωρούν οι επικριτές της πως αυξάνει την ανισότητα πλούτου και εντείνει τον ανταγωνισμό, στην κούρσα για τη μείωση της συνεισφοράς του κεφαλαίου στα δημόσια έσοδα. Κανείς όμως δεν αμφιβάλλει πως θα καταλήξει υπέρ των μετόχων.

Όμως υπάρχει μια σκοτεινή πλευρά που δημιουργεί ανησυχία. Μήπως οι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές δεν δημιουργήσουν τους αναμενόμενους ρυθμούς ανάπτυξης, άρα τα έσοδα που θα υπολείπονται, αυξήσουν το χρέος.

Η Fed καταπολέμησε τον πληθωρισμό και την ανεργία, όπως επιτάσσει το καταστατικό της, όμως κάτι έχει παραλείψει: το χρέος.

Το χρέος σταμάτησε να φοβίζει καθώς το ακανθώδες ζήτημα της ευρωπαϊκής κρίσης που μπορούσε να αποτελέσει συστημικό πρόβλημα, φαίνεται να αποτελεί παρελθόν. Όμως αυτό δεν μας ξέχασε και συνεχίζει να μας δείχνει σε κάθε ευκαιρία το άσχημο πρόσωπό του.

Η BIS (Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών) θεωρεί πως η κατάσταση έτσι όπως έχει διαμορφωθεί, δεν θα έχει κανέναν ωφελημένο. Παλαιότερα ελάχιστες χώρες είχαν μεγάλο χρέος. Σήμερα όλα σχεδόν τα κράτη στον πλανήτη είναι στο κόκκινο, εκμεταλλευόμενα την εύκολη πρόσβαση σε κεφάλαια.

Το πρόβλημα θα ξεκινήσει από τη νομοτελειακή άνοδο των επιτοκίων. Εκτός από ακριβότερο χρήμα, θα σημάνει και απότομη άνοδο του αμερικανικού νομίσματος. Όσοι έχουν υψηλό δανεισμό σε δολάρια θα δυσκολευτούν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Αναφέρει πως το χρέος και οι νομισματικές πολιτικές δεν μπορούν να είναι πλέον μοντέλο ανάπτυξης. Υποστηρίζει πως πρέπει να σταματήσει η εμμονή με τον πληθωρισμό. Το γεγονός ότι παραμένει χαμηλός ίσως δεν έχει σχέση με την «ελλιπή» ζήτηση, αλλά με τεχνολογικές βελτιώσεις που μειώνουν το κόστος των παραγόμενων αγαθών.

Τα παραπάνω ερωτήματα λοιπόν συνοψίζονται στο εξής ένα: Η οικονομία των ΗΠΑ είναι αρκετά ισχυρή για να αποφύγει την ύφεση; Αν απαντήσουμε ναι, αγοράζουμε με την πρώτη ευκαιρία, γιατί οι χρηματιστηριακές τιμές θα ανακάμψουν σύντομα. Αν απαντήσουμε όχι, περιμένουμε.

* Ο Βασίλης Παζόπουλος είναι οικονομολόγος, χρηματιστηριακός αναλυτής, συγγραφέας του βιβλίου Επενδυτές χωρίς Σύνορα (www.ependytes.com).

tvxs.gr