Ο ΣΥΡΙΖΑ που στήριζα

Ο ΣΥΡΙΖΑ που στήριζα

Η κριτική οδηγεί νομοτελειακά είτε στην κατάκριση είτε στην αυτοκριτική. Μόνο που η κατάκριση δε χωρά αυτοκριτική κι η αυτοκριτική δε γεννά κατάκριση. Εξαρτάται, λοιπόν, ποιος την κάνει, σε ποια πλευρά ανήκει, ποιες αρχές πρεσβεύει και ποιες επιδιώξεις εξυπηρετεί. Η εκ των έσω κριτική στην ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί μία αυτοκριτική που έρχεται αφενός να διαφυλάξει τον ευρύτερο χώρο της (ριζοσπαστικής) Αριστεράς και αφετέρου να καταδείξει τον οδικό χάρτη (διαπραγμάτευση – δημοψήφισμα – διακυβέρνηση) μετάλλαξης της ηγετικής ομάδας του Μεγάρου Μαξίμου σε παραποτάμια συνιστώσα του ακραίου Κέντρου.

Το δημοψήφισμα, ως στρατηγική εξόδου

Η αδιέξοδη κατάληξη της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης επιβεβαίωσε με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η Ελληνική διαπραγματευτική ομάδα δεν είχε απέναντι εκπροσώπους Θεσμών και Εταίρων, αλλά αποκλειστικά και μόνο εκπροσώπους δανειστών και τεχνοκρατών. Στις 27 Ιουνίου 2015, το δημοψήφισμα προωθήθηκε, αριστουργηματικά, από το Μέγαρο Μαξίμου ως ύστατο εργαλείο απεγκλωβισμού από μία άνιση και στείρα διαπραγμάτευση. Μέσα σε λίγες μόλις ώρες από την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, η Κυβέρνηση Τσίπρα – Καμένου εκδίδει την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 65 / 28 Ιουνίου 2015) για την έναρξη της τραπεζικής αργίας βραχείας διάρκειας από την Κυριακή 28 Ιουνίου έως Δευτέρα 6 Ιουλίου (όσο ακριβώς διαρκεί η προεκλογική περίοδος συν μία ημέρα!) ως εργαλείο ψυχολογικού εκφοβισμού, πολιτικού εκβιασμού και οικονομικής ασφυξίας των Ελλήνων. Πλέον, το δημοψήφισμα εξελίσσεται σε εργαλείο άμεσης επικύρωσης ενός (προσχεδίου) μνημονίου από τον Ελληνικό Λαό, με απώτερο στόχο να λειτουργήσει ως άλλοθι μεταστροφής της αντιμνημονιακής Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ προς ένα (προεκλογικά) επονείδιστο και (μετεκλογικά) ιδιαιτέρως απεχθές μνημόνιο. Όμως, «λογαριάζανε χωρίς τον ξενοδόχο».

Η ετυμηγορία του Ελληνικού Λαού μετασχημάτισε ένα χειραγωγημένο δημοψήφισμα σε μία ιστορικών διαστάσεων και πανευρωπαϊκής εμβέλειας απόρριψη της λιτότητας και του μνημονίου. Ο Ελληνικός Λαός αντέστρεψε το δημοψήφισμα από άλλοθι μεταστροφής σε αδυναμία προάσπισης της λαϊκής ετυμηγορίας από την Ελληνική Κυβέρνηση, αναγκάζοντας τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα όχι μόνο να αγνοήσει επιδεικτικά την πλειοψηφία, αλλά να ασπαστεί την πιο ακραία εκδοχή της μειοψηφούσας πλευράς, το “3ο μνημόνιο”.

Δεν υπάρχει “3ο μνημόνιο”

Το μνημόνιο είναι ενιαίο. Δεν αριθμείται. Όπως ακριβώς δεν αριθμείται η λιτότητα που γεννά. Δεν υπάρχει 3ο μνημόνιο, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει 3η λιτότητα. Πέρα από χρώματα, κόμματα κι ονόματα, το μνημόνιο εισάγεται αρχικά στις 6 Μαΐου 2010 με 172 βουλευτικές ψήφους (57%), εδραιώνεται αποφασιστικά στις 13 Φεβρουαρίου 2012 με 199 βουλευτικές ψήφους (66%) και κυριαρχεί ολοκληρωτικά στις 14 Αυγούστου 2015 με 222 βουλευτικές ψήφους (74%). Μέσα σε μία πενταετία, το μνημόνιο όχι μόνο υπερψηφίζεται από Έλληνες βουλευτές, αλλά αποκτά μία αξιοσημείωτη δυναμική που ολοένα και διευρύνεται με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, πίσω από κάθε διαπραγμάτευση, δημοψήφισμα και μνημόνιο, κρύβεται έντεχνα ένα εθνικό διακύβευμα, που επικεντρώνεται στο ερώτημα: «Εκβιάζεται η Ελληνική Δημοκρατία;». Ένα αδυσώπητο ερώτημα που επιδέχεται μόνο μία μονολεκτική απάντηση με τρία γράμματα, το τελευταίο γιώτα: «_ _ Ι». Κι όμως, δόθηκαν δύο αντικρουόμενες και εκ διαμέτρου αντίθετες απαντήσεις. ΟΧΙ από τον Ελληνικό Λαό (στο δημοψήφισμα) με 3.558.450 ψήφους (61%) και ΝΑΙ από την Ελληνική Βουλή (στο μνημόνιο) με 222 ψήφους (74%). Πλέον, το μνημόνιο ελευθερώνει, ανατρέποντας προεκλογικά προγράμματα, αγνοώντας εκλογικά αποτελέσματα, ακυρώνοντας προγραμματικές δηλώσεις, απαξιώνοντας αμεσοδημοκρατικά δημοψηφίσματα, ευτελίζοντας κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Και μόνο το γεγονός ότι οι Έλληνες βουλευτές διαβάσανε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, πέντε σελίδες ανά δευτερόλεπτο στο δεύτερο νομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα (που αριθμεί 11 αρχεία pdf και μαζί με τις αιτιολογικές εκθέσεις και τους πίνακες με τις τροποποιούμενες και καταργούμενες διατάξεις, αριθμεί 977 σελίδες) για τη σύναψη της δανειακής σύμβασης με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, καθιστά την παραδοχή Χρυσοχοΐδη από εμετική εξαίρεση σε εξευτελιστικό κανόνα: «Δεν διάβασα το μνημόνιο, γιατί είχα άλλες υποχρεώσεις, είχα άλλα καθήκοντα. […] δεν ήταν δική μου δουλειά να μελετήσω το μνημόνιο».

Πλέον, το μνημόνιο καταδεικνύει ότι η κρίση δεν είναι (αποκλειστικά) οικονομική. Είναι (πρωτίστως) θεσμική. Επομένως, το μνημόνιο δεν καταργείται με εκλογικές αναμετρήσεις, κομματικές οργανώσεις και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Το μνημόνιο θα ακυρωθεί στην πράξη. Με αγανακτισμένους σε κεντρικές πλατείες της Ελλάδας, με εξοργισμένους σε αστικούς δρόμους της Κερατέας και με εξεγερμένους σε πλαγιές βουνών και χωματόδρομους στις Σκουριές. Άλλωστε, η Λαυρεωτική κι η Χαλκιδική φωτίζουν τον οδικό χάρτη επιστροφής στη Δημοκρατία…