Μια συμπόρευση για το καλοκαίρι θα είμαι και εγώ;

Μια συμπόρευση για το καλοκαίρι θα είμαι και εγώ;

 

Το στοίχημα της χειραφέτησης και η διάβαση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς από τα εκλογικά Ναρκοπέδια
Μετά την υλοποίηση του προαναγγελθέντος διαζυγίου της Αριστερής Πλατφόρμας με τον υπόλοιπο ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση, η συζήτηση στην Αριστερά σχεδόν στο σύνολο της περιστρέφεται και πάλι γύρω από το θέμα των εκλογικών συνεργασιών. Πολύς λόγος λοιπόν γίνεται περί «μοναδικών λύσεων», τελευταίων ιστορικών ευκαιριών και ούτω καθεξής σε ό,τι αφορά το μέλλον γενικά της Αριστεράς και της επαναστατικής ειδικότερα.
  • by mao.gr | του Μάκη  Γεωργιάδη | photo Μάθιου Μπάρνεϊ
Οι μοναδικές εναλλακτικές, όπως παρουσιάζονται από πολλά στελέχη και μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είτε βλέπουν ως χρυσή ευκαιρία μια επί της ουσίας άνευ όρων εκλογική συνεργασία με τη νεοπαγή Λαϊκή Ενότητα είτε προβάλλουν ως μοναδική λύση τη με κάθε τρόπο και κόστος αυτόνομη κάθοδο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις επικείμενες εκλογές.
Τα ζητήματα της τακτικής, της στρατηγικής και του απαραίτητου επαναστατικού προγράμματος υπέρβασης της κρίσης δεν αποσύρονται ποτέ από το τραπέζι, αλλά κατά ένα διαβολικό τρόπο επανέρχονται με νέα οξύτητα και επιτακτικό τρόπο σχεδόν πάντα εν όψει κάποιας εκλογικής αναμέτρησης.Όλα αυτά τα ζητήματα ωστόσο δεν εξαρτώνται ούτε από την τύχη ούτε από συμπτώσεις, αλλά από το βαθμό πολιτικής επάρκειας, σωστής ανάλυσης των καταστάσεων και διορατικότητας. Οφείλουμε να σταθούμε με ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό το σημείο και να κάνουμε επιγραμματικά κάποιες σημαντικές διαπιστώσεις αναφερόμενοι πρωτίστως στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ.Πρώτον: Παρά την τεράστια συμβολή της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην ανάπτυξη των αγώνων, των κινημάτων και όλων των πολύμορφων δράσεων για την ανατροπή των κυβερνήσεων των μνημονίων, ειδικά μετά το 2012 η ΑΝΤΑΡΣΥΑ συμπεριφέρεται περισσότερο ως ένας μονοδιαστατος εκλογικός μηχανισμός με όλες τις δυσκολίες τις οποίες έχει να αντιμετωπίσει σε επίπεδο εσωτερικών συσχετισμών και των μικρών ή μεγαλύτερων ανταγωνισμών μεταξύ των οργανώσεων που την απαρτίζουν.

Δεύτερον: Ενώ υπάρχουν σε γενικό επίπεδο σωστές και θετικές αναλύσεις της υπάρχουσας κατάστασης, εμφανίζεται μια εξαιρετικά μεγάλη αδυναμία διορατικής αντιμετώπισης των καταστάσεων που προκύπτουν εντός της Αριστεράς. Η στοιχειώδης πολιτική διορατικότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να αγνοήσει ότι το έργο που παιζόταν στο ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά μετά τη νίκη του στις εκλογές της 25ης του Γενάρη, θα κατέληγε εδώ που κατέληξε, με αποτέλεσμα και η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να πιέζεται από τις εξελίξεις.
Πριν λοιπόν ξεκινήσει να ρίχνει ο ένας το ανάθεμα στον άλλο εντός των γραμμών μας, πρέπει στα σοβαρά να αναλογιστούμε γιατί συμπεριφερόμαστε ως ουραγοί τέτοιων εξελίξεων.

Τρίτον: Σε μεγάλο βαθμό μια εξήγηση μπορεί να δοθεί στα παραπάνω ζητήματα, από ένα τεράστιο έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας τόσο στο σύνολο του εγχειρήματος όσο και πολλές φορές εντός των διαφόρων οργανώσεων. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των ελλειμμάτων είναι το τραγικό φαινόμενο, κατά την προσωπική μου κρίση, να μην υπάρχουν συγκροτημένες, κεντρικές συλλογικές διαδικασίες με ενεργό ρόλο της βάσης.  Σίγουρα μια συνδιάσκεψη ή ένα συνέδριο δεν μπορεί να λύσει είτε άπαξ είτε διά παντός κομβικά και σύνθετα ζητήματα τακτικής και στρατηγκής τα οποία ανάλογα με τις εξελίξεις μπορεί να λαμβάνουν και διαφορετικό χαρακτήρα ή περιεχόμενο. Ωστόσο ακριβώς λόγω μιας στρεβλής και παγιωμένης εκλογικίστικης αντίληψης, η βάση και οι τοπικές οργανώσεις μετατρέπονται είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα και σίγουρα και με τις ευθύνες που τους αναλογούν, από παραγωγούς ζωντανής πολιτικής πράξης και θεωρίας σε εντολοδόχους και εκτελεστές πάσης φύσεως γραμμών εκπορεύομενων από κορυφές είτε σε επίπεδο ΑΝΤΑΡΣΥΑ ειτε σε επίπεδο μεμονωμένων οργανώσεων εντός της συμμαχίας.

Η δαιμονοποίηση της αντίθετης άποψης, η οπαδικού τύπου αντιπαράθεση γύρω από τη διαφοροποίηση των γραμμών και των τακτικών εντός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάτι που ζήσαμε την προηγούμενη περίοδο με αντικείμενο τη συμπόρευση με τη ΜΑΡΣ, δεν τιμάει κανέναν και αναπαράγει εκφυλιστικά φαινόμενα. ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ εμφανίστηκαν από μερίδα του αστικού τύπου ότι επιθυμούν να συνεργαστούν βρέξει-χιονίσει με τη Λαϊκή Ενότητα, κάτι που δεν βοήθησε στην καλλιέργεια συντροφικού κλίματος και εμπιστοσύνης.

Τέταρτον: Χωρίς δραματοποίηση της κατάστασης, η απονέκρωση της συλλογικής λειτουργίας και η ανάπτυξη ανταγωνιστικών σχεδίων εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έχει μεταβάλλει ριζικά και τον ίδιο το χαρακτήρα της.

Μετριάζει και υποτιμάει τη δυναμική μας και κυρίως τις δυνατότητες μας. Όσο κι αν νομίζουμε ότι όλα αυτά γίνονται αντιληπτά μόνο στο μικρόκοσμό μας, δυστυχώς έρχεται να μας διαψεύσει η πραγματική ζωή και η τρέχουσα πολιτική κίνηση.

Δυστυχώς η πορεία ενός ελπιδοφόρου εγχειρήματος που ξεκίνησε το 2009 έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα. Η φυσιογνωμία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κινδυνεύει εξαιτίας των τελευταίων εξελίξεων και, για να μιλάμε τη γλώσσα της αλήθειας, εδώ και καιρό η διαπάλη έχει επικεντρωθεί στο ποιος θα χρεωθεί μια επερχόμενη διάσπαση, με αφορμή και πάλι -τι άλλο;- τις εκλογές.

Η ειρωνεία είναι πως όλα αυτά διαδραματίζονται σε έναν πολιτικό οργανισμό ο οποίος διακηρύσσει πως οι εκλογές δεν είναι το παν. Δεν είναι ούτε αυτοσκοπός ούτε το σημαντικότερο που μπορούμε να κάνουμε στο πλαίσιο της ταξικής πάλης. Κι όμως ενώ πολλές φορές και πολλοί στα λόγια δαιμονοποιούν τις κάλπες πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις, έρχονται να εξιδανικεύσουν και να απολυτοποιήσουν της πολιτική επιβεβαίωση μέσα από αυτές σε συνδυασμό με τις όποιες συνεργασίες. Τέλος το πραγματικά πιο ανησυχητικό είναι πως συνολικά στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δείχνουμε να μη μαθαίνουμε από την εμπειρία του παρελθόντος ειδικά σε ό,τι αφορά τις εκλογικές συνεργασίες και η εμπειρία του 2012 προβάλλεται κιόλας πολλές φορές και ως επιτυχημένη τακτική η οποία πρέπει να επαναληφθεί και τώρα!

Ιδού η αλήθεια, προσκυνήστε μπροστά της; Όχι, ευχαριστώ! 

Το ζήτημα λοιπόν είναι πως αργά ή γρήγορα στη ζωή και συνακόλουθα στην πολιτική, έρχεται πάντα η ώρα που το δάχτυλο πρέπει να μπει στην πληγή. Στην παρούσα φάση αυτό που είναι απαραίτητο είναι να αποφευχθούν οι ευκολίες των «μοναδικών λύσεων» από τη μια πλευρά και των «μοναδικών και απόλυτων αληθειών» από την άλλη, οι οποίες μπορεί να επιβεβαιώνουν την κάθε κομματική η οργανωτική αυταρέσκεια, αλλά σε βάθος χρόνου κινδυνεύουν να αποδειχθούν επιζήμιες συνολικά για το οποιοδήποτε εγχείρημα επαναστατικής κοινωνικής χειραφέτησης. Σε αυτό το πλαίσιο και οι ανωτέρω επισημάνσεις δεν αποτελούν αξιώματα και προφανώς είναι αντικείμενο συζήτησης και κριτικής. Όμως οφείλουμε να επισημάνουμε πως η ειλικρινής έκφραση της αγωνίας για την τύχη ενός συλλογικού αντικαπιταλιστικού εγχειρήματος δεν είναι μια απόπειρα ομφαλοσκόπησης και αέναης εσωτερικής αναζήτησης. Όταν ασκείς κριτική σε όλους τους υπόλοιπους, οφείλεις να εξετάσεις και τα γίνεται μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.

Υπό αυτό το πρίσμα, πριν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καταλήξει σε οποιαδήποτε απόφαση για εκλογική συμπόρευση, συνεργασία, μετωπική κάθοδο ή αυτοτελή παρουσία, οφείλει να ξεκινήσει άμεσα διαδικασίες ανασυγκρότησης και κατάκτησης μιας νέας ενότητας πάνω σε στέρεες βάσεις. Αλλά φευ, πάντα ο χρόνος αποδεικνύεται λίγος, πιεστικός και δε μας φτάνει. Επειδη κινδυνεύουμε με έναν νέο εσωτερικό διχασμό πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι υπό τις παρούσες συνθήκες ένα τέτοιο ενδεχόμενο και αλλοιώνει ανεπανόρθωτα το χαρακτήρα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και από την άλλη οι όποιες αποφάσεις κινδυνεύουν να αποδειχτούν σε βάθος χρόνου λαθεμένες. Αυτή τη φορά η εκλογική διαδικασία μοιάζει περισσότερο από κάθε άλλη με διάβαση από ναρκοπέδιο για το εγχείρημα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Μια συνεργασία με τη νεοσύστατη αλλά με παλιές ιστορικές καταβολές Λαϊκή Ενότητα δεν μπορεί να βασιστεί σίγουρα σε μια σειρά επιχειρημάτων που προβάλλονται από την πλευρά της και αποτελούν σε μαγάλο βαθμό διατήρηση και αναπαραγωγή των αυταπατών του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ με ένα πρόσημο αρκετά θολό όπως αυτοπροσδιορίζεται, δηλαδή με τα χαρακτηριστικά ενός πλατιού «αντιμνημονιακού, προοδευτικού, δημοκρατικού και πατριωτικού μετώπου».

Από την άλλη πλευρά σε μια ενδεχόμενη εκλογική συνεργασία είναι προφανές πως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να αναμένει την αποδοχή ενός πλήρους αντικαπιταλιστικού προγράμματος με αναφορά σε σοσιαλιστική ή κομμουνιστική προοπτική. Όσο δύσκολο και επίπονο κι αν είναι στην παρούσα φάση, όλες οι πλευρές πρέπει να εξετάσουν το ζήτημα υπό ένα βασικό κριτήριο: με ποιο τρόπο στην παρούσα συγκυρία μπορούν να προωθηθούν αποτελεσματικά και στην πράξη τα λαϊκά συμφέροντα, τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Πώς θα σπάσει στην πράξη η μνημονιακή συναίνεση με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων μνημονιακών δυνάμεων. Πώς δεν θα γίνει πράξη η «πολιτική σταθεροποίηση» την οποία ανέφερε ως βασικό του στόχο ο Αλ. Τσίπρας προσφεύγοντας στις εκλογές, αλλά αντιθέτως πώς θα κλονιστεί η σταθερότητα της συναίνεσης, πώς θα διερευνούν τα ρήγματα, πώς θα δυναμώσει η αμφισβήτηση της ΕΕ του ευρώ και του καπιταλιστικού μονόδρομου και πώς όλα αυτά θα ενσαρκωθούν σε νικηφόρους αγώνες και μάχες για την οριστική απαλλαγή από τα μνημόνια.

Επιπλέον το ζητούμενο είναι πώς η αντικαπιταλιστική Αριστερά θα διευρύνει την παρουσία της και θα βαθύνει τη δράση της και την παρέμβασή της σε όλα αυτά τα μέτωπα. Θα μπορούσε αυτό να επιτευχθεί με μια εκλογική συμπόρευση με τη Λαϊκή Ενότητα και άλλες αντιμνημονιακές δυνάμεις; Πιθανόν ναι, αλλά όχι άνευ όρων. Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα που προκύπτει είναι ασφαλώς το ζήτημα της ΕΕ και της ρήξης με την ολοκλήρωση. Είναι εμφανές πως οι άλλες δυνάμεις έχουν ταλαντεύσεις και αμφιβολίες ως προς το αίτημα συνολικής ρήξης με τον ευρω-ενωσιακό μονόδρομο. Σε αυτό το σημείο πρέπει να ασκηθεί η μεγαλύτερη δυνατή πίεση και στην υιοθέτηση του μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος που έχει παρουσιάσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στοιχεία του οποίου άλλωστε φαίνεται πως γίνονται αποδεκτά.

Η κατάσταση στην Αριστερά και οι χρόνιες παθογένειες της με τη ροπή προς τον ηγεμονισμό ή την περιχαράκωση δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για μεγάλες υπερβάσεις, ειδικά από τη στιγμή που η ΛΑΕ παραμένει προσκολημμένη στην υπεράσπιση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ ακολουθεί τη δική του μοναχική και περίκλειστη πορεία που δημιουργεί «υγειονομικές ζώνες» προστασίας από τη μόλυνση με κανέναν ιό…ρεφορμισμού και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δείχνει να διχάζεται και να ταλανίζεται ανάμεσα σε δύο γραμμές.

Περιθώρια συνεννόησης υπάρχουν, αλλά απαιτούν αμοιβαίες υπερβάσεις και υποχωρήσεις οι οποίες, αν και υπάρχουν στο λεξιλόγιο κάθε Αριστεράς, δεν υπάρχουν στην πρακτική της. Υπό αυτό το πρίσμα, πέρα από τις εκλογές, το αμέσως επόμενο διάστημα υπάρχουν πολλά και σημαντικότερα πράγματα να γίνουν σε επίπεδο παρέμβασης. Είναι ωστόσο σοβαρό ζήτημα από ποια αφετηρία θα ξεκινάμε μετά τις εκλογές και αυτό δεν ισχύει μόνο για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Οι εκλογές, όπως αποδεικνύεται με τραγικό τρόπο, δεν μπορούν να λύσουν τα κομβικά ζητήματα της περιόδου, δημιουργούν ωστόσο προϋποθέσεις συγκρότησης νέων πολιτικών υποκειμένων, αλλάζουν τον πολιτικό χάρτη και μπορούν να δημιουργήσουν συνθήκες συνολικότερης αμφισβήτησης και αντίστασης στο κεφάλαιο, την ΕΕ και το σύστημα εξουσίας, όπως άλλωστε απέδειξε σε ένα βαθμό και το 62% του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της 5ης Iουλίου.

Όχι άλλες προσχηματικές και πλαστές ενότητες.
Είναι σοβαρή παρακαταθήκη ότι σε σημαντικό μέρος της συλλογικής συνείδησης αποκαλύφθηκε ο ρόλος και ο αντιδραστικός χαρακτήρας της ΕΕ. Η απελευθέρωση δυνάμεων προς την κατεύθυνση της ρήξης και της ανατροπής θα εξαρτηθεί σε μαγάλο βαθμό και από τη δράση και την παρουσία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρκεί και εμείς να καταλάβουμε πως έχει τελειώσει συνολικά η εποχή της ανάθεσης η οποία σε μεγάλο βαθμό διατρέχει μέλη και οργανώσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ όπως διατρέχει ολόκληρο το εκλογικό σώμα και την κοινωνία. Αν τέτοιες λογικές δεν αποτελέσουν σύντομα παρελθόν και υπό τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, τότε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει μέλλον. Η κατάσταση ασφαλώς είναι δύσκολη αλλά πρέπει να επιχειρήσουμε να δώσουμε λύσεις εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά όχι πια με προσχηματικές και πλαστές ενότητες. Τα συμμαχικά σχήματα έχουν αυτές τις δυσκολίες, αλλά πρέπει να βρίσκουν τον τρόπο να τις ξεπερνούν εάν δε θέλουν να έχουν την κατάληξη του ΣΥΡΙΖΑ,Το ζήτημα είναι να ανταποκριθούμε όλοι στις ιστορικές απαιτήσεις της εποχής και οι εκλογές είναι απλώς ένα επεισόδιο, σημαντικό ασφαλώς για την πορεία των πραγμάτων, αλλά δεν καθορίζουν τα πάντα. Αρκούν όμως για να αποσυσπειρώσουν και να διαλύσουν συλλογικά εγχειρήματα και αυτό πρέπει να το λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας.