Κούβα: η ζωή του Φιντέλ Κάστρο και η επανάσταση του 1959

Κούβα: η ζωή του Φιντέλ Κάστρο και η επανάσταση του 1959

Ο θάνατος του 90χρονου Φιντέλ Κάστρο ανακοινώθηκε από το νεότερο αδελφό του Ραούλ, πρόεδρο της Κούβας, στην κρατική τηλεόραση το βράδυ της 25ης Νοέμβρη. Εκατομμύρια εργαζόμενοι στην Κούβα και διεθνώς θρηνούν το θάνατο του ανθρώπου που μαζί με τον Τσε Γκεβάρα έχει συνδέσει το όνομά του με την επανάσταση του 1959. Την ίδια ώρα, οι δυνάμεις της αντίδρασης και του ιμπεριαλισμού, θα δουν το θάνατο του Κάστρο σαν την ευκαιρία για να επιταχύνουν τις διαδικασίες για την ολική επαναφορά του καπιταλισμού στο νησί. Αυτές οι δυνάμεις, της αντίδρασης και του κατεστημένου, στοχεύουν στην καταστροφή όλων των κερδών που έχει προσφέρει η σχεδιασμένη οικονομία, ανάμεσα στις οποίες τα ιστορικά επιτεύγματα στη δημόσια Υγεία και Παιδεία.
Δημοσιεύουμε παρακάτω, άρθρο του συντρόφου Τόνι Σόνουα, που εξετάζει τη ζωή και το έργο του Κάστρο σε συνδυασμό με την κουβανική επανάσταση. Εξετάζει επίσης τους τρόπους με τους οποίους μπορεί η κουβανέζικη κοινωνία να υπερασπιστεί τις κατακτήσεις της, αλλά και τα κρίσιμα ζητήματα της εργατικής δημοκρατίας και της πάλης για το σοσιαλισμό στην Κούβα και διεθνώς.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά το 2008, σαν κριτική πάνω στο βιβλίο «Η ζωή μου – Φιντέλ Κάστρο» στο www.socialistworld.net.

 

Original Caption: Fidel Castro said in a telecast on May 27th, that U. S. action in halting technical aid was "reprisal" for U. S. "annoyance" over Cuba's giving a million dollars worth of disaster aid to Chile. He termed the U. S. technical aid "insignificant."

Η δημοσίευση του βιβλίου «Η ζωή μου – Φιντέλ Κάστρο» (κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2007) ήταν ιδιαίτερα επίκαιρη, δεδομένου ότι ο Κάστρο παραιτήθηκε από την προεδρεία της Κούβας μερικούς μήνες αργότερα. Πρόκειται για ένα βιβλίο βασισμένο σε πάνω από 100 ωρών συνεντεύξεις και οι απαντήσεις του Κάστρο στο Γάλλο εκδότη της «Le Monde Diplomatique» και ιδρυτή της ATTAC, Ιγνάσιο Ραμονέ, είναι αποκαλυπτικές και διαφωτιστικές για την κουβανική επανάσταση και τα παγκόσμια γεγονότα του 1959. Είναι επίσης διαφωτιστικές σε σχέση με το πολιτικό προφίλ, τις αντιλήψεις και τις μεθόδους του Φιντέλ Κάστρο.

Ο Κάστρο έχει δίκιο στην αναφορά του στις εντυπωσιακές κοινωνικές κατακτήσεις από την επανάσταση του 1959/60. Το προσδόκιμο ζωής των Κουβανών είναι σήμερα σχεδόν δεκαοκτώ χρόνια μεγαλύτερο από αυτό που ήταν πριν το 1959/60, όταν επικράτησε η επανάσταση.

«Η βρεφική θνησιμότητα στην Κούβα είναι κάτω από 6/1000, μέσα στον πρώτο χρόνο από τη γέννηση, μόλις πίσω από τον Καναδά, με μικρή διαφορά. Θα μας πάρει το μισό διάστημα από αυτό που χρειάστηκε η Σουηδία και η Ιαπωνία για να φτάσει το προσδόκιμο ζωής από τα 70 στα 80 χρόνια. Σήμερα βρισκόμαστε στα 77,5».

Σύμφωνα με τον Κάστρο, τον καιρό της επανάστασης, το προσδόκιμο ζωής ήταν τα 60 χρόνια! Αυτό συνέβη αφού το 50% των γιατρών της χώρας μετανάστευσαν εξαιτίας της επικράτησης της επανάστασης. Σήμερα, σε κάθε γιατρό που παρέμεινε στη χώρα εκείνη την περίοδο, αντιστοιχούν 15!

Η δωρεάν παιδεία είναι προσβάσιμη σε όλους όσους δεν εργάζονται και πάνω από 90.000 φοιτητές σπουδάζουν σε ιατρικές, νοσηλευτικές, ή σχετιζόμενες με την υγεία σχολές. Όλα αυτά συμβαίνουν παρά το εμπάργκο που επέβαλε ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός από το 1960 και η σφοδρή συρρίκνωση της οικονομίας που προκάλεσε η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1992, με την επακόλουθη απώλεια της οικονομικής βοήθειας προς το νησί.

Αυτά, και άλλα εντυπωσιακά επιτεύγματα, δίνουν μια μικρή γεύση του τι θα μπορούσε να έχει γίνει, αν μιλούσαμε για μια σοσιαλιστικά σχεδιασμένη οικονομία, με πραγματική δημοκρατία και εργατικό έλεγχο και διαχείριση. Κάποιες άλλες πτυχές αυτής της κατάστασης, αναδεικνύονται στην εξωτερική πολιτική της Κούβας. Πέρα από την αποστολή πάνω από 30.000 γιατρών σε πάνω από 40 χώρες, το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα της επανάστασης, ήταν η αποστολή δεκάδων χιλιάδων «διεθνών εθελοντών», από το 1975 και μετά, στην Αγκόλα και τη Ναμίμπια.

Στην Αγκόλα, το στράτευμα των 36.000 εθελοντών αναμετρήθηκε με το Νοτιοαφρικανικό στρατό του Απαρτχάιντ και ήταν το πρώτο που κατάφερε να του επιβληθεί. Οι κουβανικές δυνάμεις έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απελευθέρωση της Ναμίμπια από τη νοτιοαφρικανική ηγεμονία. Μέσα σε 15 χρόνια, πάνω από 300.000 διεθνείς εθελοντές ολοκλήρωσαν την αποστολή τους στην Αγκόλα. Οι μάχες αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην τελική ανατροπή του καθεστώτος του Απαρτχάιντ. Η Κούβα, σύμφωνα με τα λόγια του Κάστρο, ήταν

«Η μόνη μη αφρικανική χώρα, η οποία πολέμησε και έχυσε το αίμα της για την Αφρική και ενάντια στο απεχθές καθεστώς του Απαρτχάιντ.

Η εχθρότητα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, η κουβανική επανάσταση προκάλεσε την τεράστια οργή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, που επιχείρησε να την ανατρέψει σε πολλές περιπτώσεις. Σήμερα, μετά την παραίτηση του Κάστρο, ελπίζει στην καταστροφή του κουβανικού καθεστώτος και την κατάρρευση της σχεδιασμένης οικονομίας, την οποία θα προσπαθήσουν να αξιοποιήσουν για να ρίξουν λάσπη στην ιδέα του σοσιαλισμού.

Το φιάσκο του «Κόλπου των Χοίρων» το 1962 είναι η πιο γνωστή παρέμβαση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ενάντια στην επανάσταση, μετά την ανακήρυξη από τον Κάστρο του «σοσιαλιστικού» χαρακτήρα της.

pig_bay_sintrofoi

Ο Κάστρο σημειώνει μια σειρά από άλλες επιθέσεις:

«Το 1971, υπό την προεδρεία του Νίξον, μεταφέρθηκε στην Κούβα ένα κοντέινερ που περιείχε τον ιό της γρίπης των χοίρων, σύμφωνα με πηγή της CIA».

Το 1981 απελευθερώθηκε ο ιός του δάγκειου πυρετού τύπου 2, οδηγώντας σε 158 θανάτους, με 101 από τα θύματα να είναι παιδιά. Σύμφωνα με τον Κάστρο:

«Το 1984, ένας από τους ηγέτες της τρομοκρατικής οργάνωσης Omega 7, με βάση τη Φλόριντα, παραδέχτηκε ότι είχε εισάγει τον ιό στην Κούβα, με πρόθεση να προκαλέσει όσο το δυνατό περισσότερους θανάτους».

Έγιναν επίσης πάνω από 600 απόπειρες δολοφονίας του Κάστρο.

Οι κοινωνικές κατακτήσεις της επανάστασης και η βάναυση εχθρότητα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού που αποκαλύπτονται στο βιβλίο, εξηγούν τους λόγους για τους οποίους η Κούβα αντιμετωπίζεται με συμπάθεια από μεγάλα τμήματα των εργαζομένων και της νεολαίας διεθνώς και ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Το ίδιο ισχύει για τη Βενεζουέλα, αν και σε μικρότερο βαθμό, εξαιτίας της αδυναμίας της βενεζουελάνικης επανάστασης να ανατρέψει τον καπιταλισμό. Η Κούβα και η Βενεζουέλα, θεωρούνται τα μόνα καθεστώτα, που ήταν διατεθειμένα να αντισταθούν στις σκληρές νεοφιλελεύθερες επιθέσεις του καπιταλισμού κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000.

Η Κούβα κέρδισε την πλατιά υποστήριξη που απολαμβάνει, σαν το μοναδικό καθεστώς που μιλούσε στο όνομα της Αριστεράς και ήταν διατεθειμένο να σταθεί απέναντι στον κολοσσό, που ο Κάστρο (όπως και ο Τσάβεζ) δικαιολογημένα αποκαλεί «αυτοκρατορία» – τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης

Οι απαντήσεις του Κάστρο σε μια σειρά ερωτήσεις, ιδιαίτερα σε σχέση με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αποκαλύπτουν ένα άνθρωπο που παρακολουθεί με προσοχή τις παγκόσμιαες εξελίξεις. Δείχνουν ότι ο Κάστρο, έχοντας μάθει από την καταστροφική εμπειρία της επαναφοράς του καπιταλισμού στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αντιτίθεται στο ενδεχόμενο να ακολουθήσει και η Κούβα τον ίδιο δρόμο. Το γεγονός ότι η Κούβα κατάφερε να επιβιώσει χωρίς να ανατρέψει ολοκληρωτικά τη σχεδιασμένη οικονομία και χωρίς να επαναφέρει τον καπιταλισμό, είναι ένα μέτρο του κοινωνικού ριζώματος της επανάστασης. Το πρόσφατο διάστημα, η αντοχή που επέδειξε η Κούβα ενισχύθηκε από τη βοήθεια που έλαβε από τη Βενεζουέλα σε πετρέλαιο. Σε επίπεδο κοινωνικής υποστήριξης, η επιθετική πολιτική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, βοήθησε επίσης την Κούβα στο να κερδίσει μεγαλύτερη συμπάθεια.

Ο Κάστρο επίσης αποκαλύπτει το ρόλο του Φελίπε Γκονζάλες (πρώην ηγέτη του «Σοσιαλιστικού Κόμματος» της Ισπανίας – PSOE) στην προσπάθεια να πειστεί ο Γκορμπατσώφ, πρώην ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, να εφαρμόσει μια πολιτική προς την επαναφορά του καπιταλισμού. Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με τη γραφειοκρατία που διοικούσε τη Σοβιετική Ένωση, να μετακινείται σύσσωμη προς τον καπιταλισμό. Ο Γκονζάλες, μαζί με άλλους, όπως ο Μανουέλ Φράγκα (πρώην υπουργός του καθεστώτος του Φράνκο και πρόεδρος της Γαλικίας) προσπάθησαν να πείσουν τον Κάστρο να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο στη δεκαετία του 1990.

«Ο Φράγκα είναι ένας από τους ανθρώπους, που μαζί με τον Γκονζάλες και άλλους… δημιούργησαν μια ομάδα πολύ επίμονη στο να μου δώσει οικονομικές συμβουλές μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Με πήγε σε ένα πολύ κομψό εστιατόριο ένα βράδυ – και προσπάθησε να μου δώσει φόρμουλες. ‘’Η φόρμουλα για την Κούβα είναι αυτή της Νικαράγουα’’ είπε αυτολεξεί…»

Ο Κάστρο απέρριψε τη συμβουλή του. Του είπε ότι

«η προτεινόμενη φόρμουλα είχε μετατρέψει τη Νικαράγουα σε μια απύθμενη άβυσσο διαφθοράς, αδιαφορίας… Ήθελαν να ακολουθήσω το παράδειγμα της Ρωσίας, αυτό που ο Φελίπε και οι σύμβουλοί του προέτρεψαν να ακολουθήσει ο Γκορμπατσώφ… και δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Όλοι αυτοί, που συμβούλευαν να ακολουθήσω το νεοφιλελευθερισμό μέχρι το θάνατο, ιδιωτικοποιήσεις, αυστηρή εφαρμογή των κανόνων του ΔΝΤ – έχουν οδηγήσει πολλές χώρες και τους κατοίκους τους στην άβυσσο.»

Πολύ σωστές αυτές οι διαπιστώσεις. Όμως γιατί ο Κάστρο δεν προσπάθησε να αποτρέψει τον Τόμας Μπόργκε και άλλους ηγέτες των Σαντινίστας από το να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο, πριν την ήττα τους το 1980;

Η κατάρρευση της «παγκοσμιοποίησης» και ο ρόλος της εργατικής τάξης

Απομονωμένος και αντιμετωπίζοντας ένα παλιρροϊκό κύμα νεοφιλελεύθερων πολιτικών μέσα στη δεκαετία του 90, ο Κάστρο αποκαλύπτει την προσέγγισή του εκείνη την περίοδο. Στην πραγματικότητα, ακολούθησε μια πολιτική κερδίσματος χρόνου.

Η πολιτική αυτή βασιζόταν στην ιδέα της αναμονής της κατάρρευσης της παγκοσμιοποίησης. Ο Κάστρο θεωρούσε ότι αυτό θα οδηγούσε σε μια περίοδο πιο κρίσιμη από αυτή του 1929. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, ο σύγχρονος καπιταλισμός κυριαρχούνταν πλέον σε τέτοιο βαθμό από τα μονοπώλια, ώστε:

«Δεν υπάρχει καπιταλισμός σήμερα στον οποίο να υπάρχει ανταγωνισμός.Έχουμε πλέον μονοπώλια σε όλους τους σημαντικούς τομείς».

Περίπου 500 μεγάλες επιχειρήσεις ελέγχουν το 80% της παγκόσμιας οικονομίας. Κοιτάζοντας την κρίση να προελαύνει κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, ο Κάστρο συμπεραίνει:

«Δεν πρόκειται πλέον για μια κρίση στη Νοτιοανατολική Ασία, όπως το 1997, είναι μια παγκόσμια κρίση, που συμπληρώνεται από τον πόλεμο στο Ιράκ, από τις επιπτώσεις των τεράστιων χρεών, τις αυξανόμενες δαπάνες και το κόστος της ενέργειας… όπως και από τα ελλείμματα… είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης που κυριαρχεί στον πλανήτη».

Ένα σύστημα, που σύμφωνα με τον Κάστρο «οδηγεί τον πλανήτη σε πλήρες αδιέξοδο».

Ποια είναι όμως η κοινωνική τάξη που μπορεί να ανατρέψει αυτό το σύστημα και να χτίσει ένα γνήσιο, δημοκρατικό σοσιαλισμό σαν εναλλακτική απέναντί του; Στο βιβλίο αυτό ο Κάστρο αποκαλύπτει την έλλειψη κατανόησης του ως προς το ποια είναι η τάξη και με ποιον τρόπο μπορεί να φέρει σε πέρας τα παραπάνω. Αυτό τον οδηγεί στο να υιοθετεί αντιφατικές ιδέες και μεθόδους.

Σε ολόκληρο το βιβλίο, δεν υπάρχει καμία αναφορά στην εργατική τάξη και το ρόλο της στη σοσιαλιστική επανάσταση. Ακόμη και όταν αναφέρεται στην τεράστια γενική απεργία των δέκα εκατομμυρίων εργατών στη Γαλλία του 1968, ο Κάστρο την προσπερνάει αναφερόμενος μόνο στο γεγονός ότι ο Ντε Γκολ πήγε στη Γερμανία για να ζητήσει στρατιωτική βοήθεια, προκειμένου «να καταστείλει κάθε απόπειρα κοινωνικής εξέγερσης».

Η απουσία κάθε αναφοράς στην εργατική τάξη, δείχνει καθαρά τη στάση του Κάστρο απέναντι στην κουβανική επανάσταση, αλλά και γενικά στο χαρακτήρα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Για τον Κάστρο, η εργατική τάξη δεν παίζει κεντρικό ρόλο. Όπως δηλώνει ο ίδιος, αναφερόμενος στην κουβανική επανάσταση,

«Για μας, το αντάρτικο ήταν ο πυροκροτητής μιας άλλης διαδικασίας, που στόχος της ήταν η επαναστατική κατάληψη της εξουσίας. Με ένα καθοριστικό σημείο: μια επαναστατική γενική απεργία και το γενικό ξεσηκωμό του πληθυσμού».

Με άλλα λόγια, το κλειδί για τον Κάστρο είναι ο αντάρτικος αγώνας με την εργατική τάξη να παίζει βοηθητικό και όχι ηγετικό ρόλο. Όπως έχουμε εξηγήσει ξανά σε άλλα άρθρα, χάρη σε μια σειρά ιστορικούς και υποκειμενικούς παράγοντες, ο αντάρτικος αγώνας είχε επιτυχή έκβαση στην Κούβα και μόνο αφού τα αντάρτικα στρατεύματα μπήκαν στις πόλεις, βγήκαν οι εργατικές μάζες στους δρόμους.

Στο βιβλίο αποκαλύπτονται επίσης οι αντιφάσεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Κάστρο και το Κίνημα της 23ης Ιούλη έβλεπε την επανάσταση στις αρχές της. Ο Κάστρο δίνει την εντύπωση ότι είχε μια αποκρυσταλλωμένη «σοσιαλιστική» στόχευση από την αρχή. Ωστόσο, όπως έχουμε εξηγήσει ξανά στο παρελθόν, υπάρχουν πληθώρα ιστορικών στοιχείων που δείχνουν πως αυτό ισχύει. Στην πραγματικότητα, ο αρχικός στόχος του κινήματος ήταν η ανατροπή του Μπατίστα και η εγκαθίδρυση μιας «σύγχρονης κουβανικής δημοκρατίας», αν και ο Τσε Γκεβάρα, είχε μια διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με τους άλλους ηγέτες της επανάστασης. Σαν αποτέλεσμα όμως του εμπάργκο, της στάσης του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αλλά και της πίεσης των μαζών, οι ηγέτες αυτοί σπρώχτηκαν γρήγορα σε πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση, που τελικά οδήγησε στο «σπάσιμο» με τον καπιταλισμό.

Η κουβανική επανάσταση σαν διαδικασία, διαμόρφωσε τη φύση του καθεστώτος που αντικατέστησε τη δικτατορία του Μπατίστα. Αν και η εργατική τάξη υποστήριζε την επανάσταση, δεν την καθοδηγούσε, όπως συνέβη στη Ρωσία το 1917.

Το κουβανικό καθεστώς

Στην Κούβα, ο καπιταλισμός ανατράπηκε με μια σειρά από μια σειρά εκατέρωθεν αντίποινα, ανάμεσα στη νέα κουβανική κυβέρνηση και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Αν και αυτό το γεγονός υπήρξε ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός, δεν οδήγησε στην εγκαθίδρυση μιας γνήσιας εργατικής και αγροτικής δημοκρατίας, όπως στη Ρωσία του 1917, αλλά έφερε στην εξουσία ένα γραφειοκρατικό καθεστώς (με κάποια στοιχεία εργατικού ελέγχου την πρώτη περίοδο που πλέον έχουν στο μεγαλύτερο βαθμό εγκαταλειφθεί) που διαμόρφωσε μια εθνικοποιημένη και σχεδιασμένη οικονομία.

Cuban leader Fidel Castro meets with members of his government to discuss strategy concerning the US funded "Bay of Pigs" invasion. On April 17, 1961 around 1400 CIA trained Cuban exiles stormed the Bay of Pigs beach in southern Cuba while the US denied involvement. Havana, CUBA - 04/1961/0606191247 *** Local Caption *** 00357041

Ο πραγματικός χαρακτήρας του καθεστώτος, αποκαλύπτεται μάλλον ακούσια από τον Ιγνάσιο Ραμονέ στην εισαγωγή του στο βιβλίο για τη ζωή του Κάστρο, όπου σημειώνει:

«Όσο εκείνος (ο Φιντέλ Κάστρο) παραμένει εκεί, είναι η μοναδική φωνή. Παίρνει όλες τις αποφάσεις, μικρές και μεγάλες. Αν και συμβουλεύεται τους επικεφαλής του κόμματος και της κυβέρνησης με σεβασμό και επαγγελματισμό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων, είναι ο Φιντέλ αυτός που αποφασίζει στο τέλος».

Ο ίδιος ο Κάστρο αποκαλύπτει πτυχές της λειτουργίας του κράτους κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων. Αποκαλύπτει για παράδειγμα ότι στην περίπτωση κατά την οποία έπρεπε να αποφασιστεί το αν θα καταδικαζόταν σε θάνατο ο αρχηγός του στρατού Arnoldo Ochoa για διακίνηση ναρκωτικών, ήταν

«μια ομόφωνη απόφαση που πάρθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας το οποίο αποτελείται από 31 μέλη. Με την πάροδο του χρόνου το Συμβούλιο μετατράπηκε σε δικαστήριο και το πιο σημαντικό είναι να παλεύεις για να διασφαλίσεις ότι όλες οι αποφάσεις θα παίρνονται με τη συναίνεση των μελών του».

Το γεγονός ότι η απόφαση πάρθηκε χωρίς διαφωνίες,είναι από μόνο του ενδεικτικό του χαρακτήρα του σώματος και της επιρροής του Κάστρο σε αυτό, δεδομένης της ιδιαίτερα περίπλοκης φύσης της υπόθεσης του Arnoldo Ochoa.

Ο Κάστρο επίσης υπερασπίζεται την ιδέα του μονοκομματικού κράτους:

«Πως θα μπορούσε η χώρα μας να επιβιώσει αν είχε σπάσει σε δέκα κομμάτια;»

Παρακάτω, συνεχίζει να προκαλεί σύγχυση πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, επιτιθέμενος στα υποταγμένα στο σύστημα μέσα ενημέρωσης του δυτικού καπιταλισμού, εξηγώντας πως αυτά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική δημοκρατία. Αυτό είναι σωστό, βέβαια, αλλά είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα από το δικαίωμα των εργαζομένων και της νεολαίας να δημιουργούν τις δικές τους οργανώσεις, φορείς και κόμματα, μέσω των οποίων να συμμετέχουν στις εκλογές σε μια πραγματική δημοκρατία των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων.

Ένα γνήσιο δημοκρατικό καθεστώς των εργαζομένων θα διασφάλιζε ότι όλοι οι κρατικοί αξιωματούχοι θα εκλέγονται και θα είναι υπόλογοι και ανακλητοί από την κοινωνία, ότι δε θα παίρνουν μεγαλύτερο μισθό από αυτό του ειδικευμένου εργάτη, όπως και το δικαίωμα στην κριτική, τη διαφωνία και την ελεύθερη έκφραση. Ένα τέτοιο καθεστώς, ιδιαίτερα μετά από 50 χρόνια στην εξουσία, δε θα είχε τίποτα να φοβηθεί από την ίδρυση νέων κομμάτων και οργανώσεων από τους εργαζόμενους, τη νεολαία και τους διανοούμενους, που θα είχαν στόχο την υπεράσπιση της σχεδιασμένης, σοσιαλιστικής οικονομίας.

Αυτό δε σημαίνει ότι η Κούβα του Κάστρο έφτασε στα ίδια αποκρουστικά φαινόμενα της σταλινικής Ρωσίας, με μαζικές στημένες δίκες, ή την ανεξέλεγκτη προσωπολατρεία κλπ. Δεν υπάρχουν πορτρέτα παντού, ούτε δρόμοι με το όνομα του Κάστρο. Δεν υπάρχουν στοιχεία για βασανισμούς από τους κρατικούς μηχανισμούς εναντίον πολιτών.

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία γραφειοκρατίας, διαφθοράς και προνομίων για λίγους. Είναι ενδεικτικό ότι πρόσφατα αποκαλύφθηκε, με την άδεια της κουβανικής κυβέρνησης, ότι το 15% του πληθυσμού έχει περίπου το 90% των καταθέσεων στις τράπεζες.

Η Κούβα σε απομόνωση

Το πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Κάστρο κατά τη δεκαετία του 1990, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν αυτό της απομόνωσης, σε συνδυασμό με τους περιορισμούς που θέτει ένα γραφειοκρατικό καθεστώς, χωρίς πραγματική εργατική δημοκρατία. Μέτρα όπως το μερικό άνοιγμα της οικονομίας και η μερική δολαριοποίηση, εφαρμόστηκαν από το καθεστώς στην προσπάθειά του να κερδίσει χρόνο. Αυτά τα μέτρα και ιδιαίτερα η μερική δολαριοποίηση, πρόσθεσαν επιπλέον αντιφάσεις, κυρίως σε σχέση με την ανισότητα που προκλήθηκε μεταξύ αυτών που είχαν πρόσβαση σε αμερικάνικα δολάρια και αυτούς που δεν είχαν, ενισχύοντας την ανάπτυξη της μαύρης αγοράς και της διαφθοράς.

Το ζήτημα της απομόνωσης της Κούβας σχετίζεται επίσης με τις ήττες των επαναστατικών κινημάτων που συντάραξαν τη Λατινική Αμερική κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Ο Κάστρο δεν έβγαλε ολοκληρωμένα συμπεράσματα για τις αιτίες αυτών των ηττών. Οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τους Κόντρας, εξαιτίας της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Ο Κάστρο ισχυρίζεται ότι

«Η Νικαράγουα είχε τη νίκη της, δώδεκα χρόνια μετά το θάνατο του Τσε στη Βολιβία. Αυτό σημαίνει ότι οι αντικειμενικές συνθήκες σε πολλές άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ήταν καλύτερες από αυτές στην Κούβα».

Το κεντρικό ερώτημα όμως παραμένει: γιατί οι Σαντινίστας έχασαν στη συνέχεια από την αντεπανάσταση; Πάνω σε αυτό το ζήτημα, ο Κάστρο δεν έχει επαρκή εξήγηση. Δεν κάνει καμία αναφορά στην αδυναμία των Σαντινίστας να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Έκαναν πίσω από το καθήκον της αποφασιστικής δράσης που θα ανέτρεπε το σύστημα, ιδιαίτερα κατά το 1984 και κυρίως εξαιτίας της πίεσης της σταλινικής Ρωσίας, που δεν ήθελε με κανένα τρόπο να δει κάτι τέτοιο να συμβαίνει. Η Κούβα του Κάστρο συντάχθηκε με τη Μόσχα σε αυτό το θέμα, φτάνοντας μάλιστα να μην επιτρέψει την μεταφορά από την Αβάνα μαχητικών αεροσκαφών MIG, που προορίζονταν για την Μανάγουα, την πρωτεύουσα της Νικαράγουα.

Σχολιάζοντας την ήττα του πρώην προέδρου της Χιλής, Σαλβαδόρ Αλιέντε το 1973, ο Κάστρο σωστά τονίζει το ρόλο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αλλά δε βγάζει κανένα συμπέρασμα για τα λάθη των ηγεσιών των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων της Χιλής, που στην ουσία λειτούργησαν ως ανάχωμα στην επανάσταση. Αυτές οι ήττες όμως, όπως και πολλές άλλες ήταν κρίσιμες για τη Λατινική Αμερική τη συγκεκριμένη περίοδο και βέβαια ενίσχυσαν την απομόνωση της Κούβας και την εξάρτησή της από τη Σοβιετική γραφειοκρατία.

hugo-chavez-y-fidel-castro

Επιπλέον, με μια έννοια, ο Κάστρο προτείνει την επανάληψη των ίδιων λαθών, στις πρόσφατες συμβουλές του προς τον Ούγκο Τσάβεζ στη Βενεζουέλα. Ο Κάστρο αφηγείται ότι τον καιρό του πραξικοπήματος του 2002 στη Βενεζουέλα, παρότρυνε τον Τσάβεζ να μην παραιτηθεί. Αντίθετα, του πρότεινε να

«έρθει σε επαφή με κάποιον αξιωματικό με πραγματική δύναμη ανάμεσα σε αυτούς που καθοδηγούσαν το πραξικόπημα και να τον διαβεβαιώσει για την πρόθεσή του να εγκαταλείψει τη χώρα, αλλά να μην παραιτηθεί».

Με άλλα λόγια, παρότρυνε τον Τσάβεζ αντί να στηριχτεί στο λαϊκό παράγοντα, να αναζητήσει συμμαχίες μέσα στο στράτευμα.

Ο πρώην πρόεδρος Αλιέντε, σύμφωνα με τον Κάστρο, δεν είχε άλλη επιλογή από το να θυσιάσει τη ζωή του κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του 1973 στη Χιλή, αφού «δεν είχε την υποστήριξη ούτε ενός στρατιώτη». Αυτό βέβαια δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Μεγάλα τμήματα του στρατού και του ναυτικού στη Χιλή υποστήριζαν την επαναστατική διαδικασία. Υπολογίζεται ότι ο Αλιέντε είχε την υποστήριξη του 30% του στρατού κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος. Η τραγωδία ήταν ότι δεν εξόπλισε και δεν κινητοποίησε την εργατική τάξη για να υπερασπιστεί την επανάσταση.

Στο βιβλία για τη ζωή του Κάστρο, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι συμβούλεψε τον Τσάβεζ κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος το 2002 ότι

«η προσπάθεια να απευθυνθεί στην κοινωνία προκειμένου να πυροδοτήσει την αντίστασή της… κυριολεκτικά δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας υπό τις δεδομένες συνθήκες»!

Κι όμως, η αντίσταση οργανώθηκε αυθόρμητα από τα κάτω και ο Τσάβεζ πήρε πίσω την εξουσία, χάρη στην κοινωνία. Το παραπάνω παράδειγμα, αποτελεί άλλη μια ένδειξη του γεγονότος ότι ο Κάστρο βλέπει την εργατική τάξη, όχι ως την κινητήρια δύναμη της επανάστασης, αλλά ως μια βοηθητική δύναμη, δίπλα στις αντάρτικες ομάδες ή τμήματα του στρατού.

Αν και ήρθε σε σύγκρουση με τη σταλινική γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ, στην οποία σε πολλές περιπτώσεις κάνει σκληρή κριτική, ο Κάστρο δεν έχει να αντιπροτείνει μια εναλλακτική απέναντί της. Και πάλι βέβαια, αυτό σχετίζεται με την έλλειψη κατανόησης και εμπιστοσύνης στην εργατική τάξη που τον χαρακτηρίζει. Σαν αποτέλεσμα, η όποια κριτική του Κάστρο οδηγούσε πάντα σε συναίνεση με το Σταλινισμό. Υπάρχουν επίσης μια σειρά περιπτώσεις μεγάλων εργατικών και κοινωνικών μαχών σε μια σειρά χώρες, κατά τις οποίες ο Κάστρο παρέμεινε σιωπηλός.

Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της «Άνοιξης της Πράγας» στην Τσεχοσλοβακία το 1968, αν και αρχικά υποστήριξε κάποια από τα αιτήματα για δημοκρατία, ελευθερία έκφρασης, κλπ, ο Κάστρο κατέληξε να λέει:

«Από τα δίκαια συνθήματα, υπήρξε κίνηση προς τις αντιδραστικές πολιτικές. Και έτσι, με μεγάλη μας πίκρα και λύπη, έπρεπε να συμφωνήσουμε με τη στρατιωτική επέμβαση».

Κι όμως, το 1968, το ζητούμενο στην Τσεχοσλοβακία δεν ήταν η επιστροφή του καπιταλισμού. Η διάθεση των μαζών εκείνο το διάστημα ήταν η «δημοκρατικοποίηση του σοσιαλισμού», όχι ο καπιταλισμός.

Αναμφίβολα κινούμενο με κριτήριο τα διπλωματικά και εμπορικά του συμφέροντα, το κουβανικό καθεστώς τήρησε σιγή ιχθύος όταν η μεξικανική κυβέρνηση δολοφόνησε εκατοντάδες φοιτητές το 1968. Ο Κάστρο δεν αναφέρει καν το παραπάνω γεγονός στο βιβλίο του.

Βάζοντας στην κουβέντα το φάντασμα της επιστροφής της Τσεχοσλοβακίας στον καπιταλισμό, ο Κάστρο μπερδεύει μια διαδικασία που προέκυψε κατά τη δεκαετία του ’90, με τη δεκαετία του ‘60 και επαναλαμβάνει τη δικαιολογία της στρατιωτικής επέμβασης που χρησιμοποίησαν οι Ρώσοι Σταλινικοί το 1968. Ο Κάστρο είναι ξεκάθαρα ενάντια στην επιστροφή του καπιταλισμού στην Κούβα ιδιαίτερα καθώς έχει δει τις συνέπειές της στην πρώην Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη. Συμπεραίνει –πιθανά σωστά– ότι ο πρώην ηγέτης της ΕΣΣΔ Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, τον οποίο περιγράφει σαν έναν «πραγματικό επαναστάτη – σοσιαλιστή» κατέληξε να αποτελέσει την κεντρική φιγούρα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν αυτή η αρχική του πρόθεση. Όπως γράφει ο Κάστρο:

«…δεν μπόρεσε να βρει τις λύσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα του».

Ο Μπόρις Γιέλτσιν, που ήταν επίσης μια κεντρική μορφή της επιστροφής στον καπιταλισμό, περιγράφεται από τον Κάστρο σαν ένας «εξαιρετικός Γραμματέας του Κόμματος στη Μόσχα, με πολλές καλές ιδέες».

Ο Κάστρο αναγνωρίζει μερικά από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η πρώην Σοβιετική Ένωση: υπερβολική σπατάλη, διαφθορά, κακοδιαχείριση και πλήρης αποτυχία στην παραγωγή και την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών για χρήση από την κοινωνία. Αδυνατεί όμως να καταλήξει σε ένα ολοκληρωμένο συμπέρασμα και μια απάντηση στη γραφειοκρατική άσκηση της εξουσίας και τη διαφθορά, που αναπόφευκτα καταλήγουν στην ανάγκη της ανατροπής της γραφειοκρατίας και της εγκαθίδρυσης μιας πραγματικής δημοκρατίας των εργαζομένων. Χωρίς αυτή, κανένα από τα μεγάλα προβλήματα που εντοπίζει δε θα μπορούσαν να λυθούν.

Πολλά ωστόσο από αυτά τα χαρακτηριστικά υπάρχουν και στην Κούβα. Στο βιβλίο για τη ζωή του Κάστρο, αποκαλύπτονται μια σειρά από διενέξεις μεταξύ της Σοβιετικής γραφειοκρατίας και του κουβανικού καθεστώτος. Όταν ρωτήθηκε αν ζητήθηκε η γνώμη των Κουβανών σε σχέση με την απόσυρση των σοβιετικών στρατευμάτων από το νησί τον Σεπτέμβρη του 1991, ο Κάστρο απαντάει:

«Να ζητήσουν τη γνώμη μας; Ποτέ δεν το κάνουν αυτό. Εκείνη την εποχή κατέρρεαν. Τα πήραν όλα χωρίς να ζητήσουν καμία γνώμη».

Ο Κάστρο επίσης αποκαλύπτει σε μια σειρά επιστολές που για πρώτη φορά εκδόθηκαν στα αγγλικά, τα ασταθή και αντιφατικά στοιχεία που χαρακτήριζαν το καθεστώς και την πολιτική του. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο κεφάλαιο του βιβλίου που ασχολείται με την κρίση των κουβανικών πυραύλων το 1962. Όσο η κρίση εντεινόταν, ο Κάστρο προσπαθούσε να πείσει την ΕΣΣΔ να είναι η πρώτη που θα εξαπολύσει πυρηνική επίθεση εναντίον των ΗΠΑ, σε περίπτωση άμεσης επίθεσης ενάντια στην Κούβα.

«Θέση μου είναι ότι από τη στιγμή που θα γίνει επίθεση, ο επιτιθέμενος δεν πρέπει να έχει το προνόμιο της επιλογής του πότε θα χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα… από την ώρα που ο ιμπεριαλισμός θα επιτεθεί στην Κούβα, μέσα στα σύνορά της, επομένως και στη Σοβιετική Ένωση που βρίσκεται εδώ… η απάντηση που θα πάρουν αυτοί που μας επιτίθενται πρέπει να είναι τέτοια που να τους εκμηδενίζει»

Ο Χρουστσώφ και η Σοβιετική γραφειοκρατία δεν αποδέχτηκαν την πρότασή του.

Στη συνέχεια όμως ο Κάστρο παραποιεί την αρχική του στάση και δηλώσεις, απαντώντας στην ερώτηση αν η Κούβα θέλει να κατασκευάσει μια πυρηνική βόμβα, ως εξής:

«Καταστρέφεις τον εαυτό σου – μια πυρηνική βόμβα είναι ένας καλός τρόπος να αυτοκτονήσεις κάποια στιγμή».

Ο Στάλιν και ο Τρότσκι

Στο θέμα της αντιπαράθεσης του Στάλιν με τον Τρότσκι, ο Κάστρο, κάνει ανοιχτή κριτική στο Στάλιν, και καταλήγει στο συμπέρασμα: «Ο πιο ικανός από τους δύο, ήταν χωρίς αμφιβολία ο Τρότσκι».

Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι ο Κάστρο υποστήριζε τις ιδέες και τις μεθόδους που εξήγησε ο Τρότσκι στα γραπτά του. Εντελώς λαθεμένα δε, απορρίπτει την άποψη ότι ο Τσε Γκεβάρα είχε αρχίσει να αναζητά εναλλακτικές και γι’ αυτό είχε αρχίσει να μελετά τα έργα του Τρότσκι και να επηρεάζεται από τις ιδέες του. Με αυτό τον τρόπο ο Κάστρο απορρίπτει όλα τα δεδομένα που καταδεικνύουν το αντίθετο, όπως έχουν παρουσιάσει στα έργα τους η Celia Hart ο Jon Lee Anderson και ο Μεξικανός συγγραφέας Paco Ignacio Taibo.

Ένα σημαντικό κομμάτι του βιβλίου έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ο Κάστρο τους ηγέτες μιας σειράς χωρών και ιδιαίτερα τους φιλοκαπιταλιστές και τους ηγέτες των πρώην εργατικών κομμάτων. Για τους μαρξιστές, το να είσαι ενάντια στο σύστημα που στηρίζουν οι συγκεκριμένοι ηγέτες δεν είναι προσωπικό θέμα. Ο Κάστρο πάντως πιστεύει ότι μπορεί να τους εξυμνεί, αν και με δόσεις κριτικής.

Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Τζιμ Κάρτερ, περιγράφεται σαν «άνθρωπος με ακεραιότητα». Ο Σαρλ Ντε Γκολ γίνεται αντικείμενο ευνοϊκών σχολίων, επειδή έσωσε «τις παραδόσεις και την εθνική τιμή» της Γαλλίας. Ένας υπουργός της δικτατορίας του Φράνκο, είναι σύμφωνα με τον Κάστρο «ένας έξυπνος, πανούργος Γαλικιανός». Ο πρόεδρος Λούλα της Βραζιλίας, εξυμνείται ως ένας «επίμονος και αδελφικός αγωνιστής των εργατικών δικαιωμάτων και της Αριστεράς, ένας φίλος του λαού μας». Και ο Κάστρο συνεχίζει: «Οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζει ο Λούλα είναι πολύ θετικές». Όλα αυτά βέβαια, παρά το γεγονός ότι οι «μεταρρυθμίσεις» του Λούλα είναι στην πραγματικότητα νεοφιλελεύθερες επιθέσεις στα εργατικά δικαιώματα.

Σε σχέση με το μέλλον της Κούβας, ο Κάστρο είναι πεπεισμένος ότι η επανάσταση θα διατηρηθεί, χωρίς φόβους για επαναφορά του καπιταλισμού.

Ωστόσο, παρά τις ισχυρές παραδόσεις που παραμένουν και παρά τις κοινωνικές κατακτήσεις της επανάστασης, η απειλή της επιστροφής στον καπιταλισμό μεγαλώνει.

Λίγο καιρό μετά την έκδοση του βιβλίου, ο Κάστρο παραιτήθηκε από την προεδρεία της χώρας, την οποία ανέλαβε ο αδελφός του Ραούλ, που μαζί με άλλα ισχυρά τμήματα της κουβανικής γραφειοκρατίας, είναι αποφασισμένοι να σπρώξουν τη χώρα στην οικονομία της αγοράς.

Αρχική Σελίδα