Η αντιμετώπιση του νεοφασιστικού φαινομένου

Η αντιμετώπιση του νεοφασιστικού φαινομένου

Ανέστης Ταρπάγκος

Είναι γενικά παραδεκτό ότι η αναβίωση του νεοναζιστικού φαινομένου σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, είναι παραπροϊόν φαινομένων κοινωνικής εξαθλίωσης τμημάτων των λαϊκών τάξεων, που έχουν πληγεί από τις πολιτικές του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και δεν βλέπουν μπροστά τους εναλλακτικές διεξόδους , καταλήγοντας έτσι στην αναζήτηση ακροδεξιών, νεοφασιστικών πολιτικών εκπροσωπήσεων.

Ήδη εδώ και τρεις σχε­δόν δε­κα­ε­τί­ες πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στην ευ­ρω­παϊ­κή ήπει­ρο η με­τα­στρο­φή των συ­ντη­ρη­τι­κών και σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών πο­λι­τι­κών κυ­βερ­νη­τι­κής δια­χεί­ρι­σης προς την απο­θέ­ω­ση της αγο­ράς, του ατο­μι­σμού, του αντα­γω­νι­σμού, που επέ­φε­ραν δυ­σμε­νέ­στα­τες επι­πτώ­σεις σε ερ­γα­τι­κά λαϊκά και μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα. Σ’ αυτή την πο­ρεία των πραγ­μά­των οι δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς στην Ευ­ρώ­πη δεν κα­τόρ­θω­σαν να αντα­πο­κρι­θούν σε έναν ρόλο φορέα και εκ­φρα­στή αυτής της δυ­σα­ρέ­σκειας και απο­δο­κι­μα­σί­ας, κι’ ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο αναί­ρε­σαν τον ιστο­ρι­κό τους εαυτό (π.χ. πα­ρα­φθο­ρά του γαλ­λι­κού και ιτα­λι­κού κομ­μου­νι­σμού, χρε­ω­κο­πία και ήττα του εγ­χει­ρή­μα­τος του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ κλπ.). Όταν λοι­πόν η αστι­κή πο­λι­τι­κή αδυ­να­τεί να ικα­νο­ποι­ή­σει και τις πλέον στοι­χειώ­δεις λαϊ­κές ανά­γκες, και η αρι­στε­ρή πο­λι­τι­κή να κα­τα­στεί εκ­πρό­σω­πος και εγ­γυ­η­τής της ικα­νο­ποί­η­σής τους, τότε δια­μορ­φώ­νο­νται οι πλέον κα­τάλ­λη­λοι όροι για την βλά­στη­ση των ακρο­δε­ξιών εκ­προ­σω­πή­σε­ων.

 

Οι γε­νε­σιουρ­γές αι­τί­ες του ακρο­δε­ξιού πο­λι­τι­κού ρεύ­μα­τος

Οι όροι έτσι που δια­μορ­φώ­νουν τη δυ­να­τό­τη­τα ανά­δει­ξης και λει­τουρ­γί­ας του νε­ο­να­ζι­στι­κού φαι­νο­μέ­νου έχουν να κά­νουν :

α) Με την αδυ­να­μία δια­σφά­λι­σης από τις συ­ντη­ρη­τι­κές πα­ρα­τά­ξεις και των πιο στοι­χειω­δών όρων λαϊ­κής τους νο­μι­μο­ποί­η­σης, ως απο­τέ­λε­σμα της υιο­θέ­τη­σης των πο­λι­τι­κών του ακραί­ου νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού (π.χ. Φ. Φι­γιόν στη Γαλ­λία, Μ. Ραχόϊ στην Ισπα­νία κλπ.)

β) Με την ολο­κλη­ρω­τι­κή με­τάλ­λα­ξη των σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών ευ­ρω­παϊ­κών κομ­μά­των (με­τα­ξύ των οποί­ων και ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ) στην κα­τεύ­θυν­ση υιο­θέ­τη­σης της ίδιας νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης πο­λι­τι­κής κυ­βερ­νη­τι­κής δια­χεί­ρι­σης.

γ) Με την ιστο­ρι­κή πλέον ανε­πάρ­κεια των αρι­στε­ρών σχη­μα­τι­σμών (κομ­μου­νι­στι­κών, ρι­ζο­σπα­στι­κών) να ανα­δεί­ξουν φε­ρέγ­γυ­ες εναλ­λα­κτι­κές διε­ξό­δους, που με υλικό και ρε­α­λι­στι­κό τρόπο να υπο­δει­κνύ­ουν μια προ­ο­πτι­κή ικα­νο­ποί­η­σης των βα­σι­κών λαϊ­κών ανα­γκών.

δ) Με την συ­νε­χι­ζό­με­νη πα­ρα­τε­τα­μέ­νη κρίση κε­φα­λαια­κής υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης, που ανα­τρο­φο­δο­τεί την ύφεση και μη­δε­νι­κούς ρυθ­μούς ανά­πτυ­ξης, συ­ντη­ρεί την ανερ­γία σε ση­μα­ντι­κά υψηλά επί­πε­δα (που μόλις και μετά βίας απο­κρύ­πτο­νται από την σο­βα­ρή επέ­κτα­ση των ελα­στι­κών μορ­φών απα­σχό­λη­σης)

ε) Με την γε­νι­κευ­μέ­νη τέλος εφαρ­μο­γή μορ­φών της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής που ολο­κλη­ρώ­νουν μια ισχυ­ρή απο­νο­μι­μο­ποί­η­ση των κυ­ρί­αρ­χων αστι­κών πο­λι­τι­κών σχη­μα­τι­σμών, και μά­λι­στα στο ίδιο το πεδίο των λαϊ­κών ερ­γα­ζο­μέ­νων τά­ξε­ων.

Βέ­βαια στην ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση το νε­ο­φα­σι­στι­κό φαι­νό­με­νο της Χρυ­σής Αυγής, προ­σλαμ­βά­νει εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά από ό,τι στις πε­ρισ­σό­τε­ρες ευ­ρω­παϊ­κές χώρες, δη­λα­δή την ανοι­χτή φυ­σιο­γνω­μία αυτού που έχει απο­κλη­θεί «εγκλη­μα­τι­κή πο­λι­τι­κή ορ­γά­νω­ση» (ανε­ξαρ­τή­τως της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής της εκ­προ­σώ­πη­σης) με όλες τις απρο­κά­λυ­πτες επι­θέ­σεις, δο­λο­φο­νί­ες, βα­σα­νι­σμούς πο­λι­τών που έχει στην πλάτη του. Υπ’ αυτή την έν­νοια οι εκ­προ­σω­πή­σεις του, πα­ρό­τι αξιο­ση­μεί­ω­τες, εντού­τοις αδυ­να­τούν να διευ­ρυν­θούν πα­ρα­πέ­ρα από το κα­τα­γραμ­μέ­νο τους επί­πε­δο. Το ότι αυτό το φαι­νό­με­νο έχει βαριά ποι­νι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ωστό­σο όμως δεν διώ­κε­ται από τις πο­λι­τεια­κές αρχές, αλλά σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις υπο­θάλ­πε­ται, έχει να κάνει με πολ­λα­πλούς πα­ρά­γο­ντες :

Με­τα­ξύ των άλλων μπο­ρεί κα­νείς να επι­ση­μά­νει την υπο­στή­ρι­ξή του από σκλη­ρά και απο­φα­σι­σμέ­να τμή­μα­τα της αστι­κής τάξης, ως συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή μορφή στή­ρι­ξης της αστι­κής πο­λι­τι­κής. – Το γε­γο­νός ότι ως πο­λι­τι­κό φαι­νό­με­νο συ­ντη­ρεί­ται συ­στη­μα­τι­κά (ενώ θα μπο­ρού­σε και θα έπρε­πε να τι­μω­ρη­θεί άμεσα και απο­τε­λε­σμα­τι­κά), γιατί η εκλο­γι­κή ύπαρ­ξη της Χρυ­σής Αυγής χρη­σι­μεύ­ει εκλο­γι­κά σε δυ­νά­μεις του λε­γό­με­νου «δη­μο­κρα­τι­κού συ­νταγ­μα­τι­κού τόξου». – Το ότι συν­δέ­ε­ται ιδε­ο­λο­γι­κά τόσο με δυ­νά­μεις του εκ­κλη­σια­στι­κού ορ­θό­δο­ξου σκο­τα­δι­σμού, όσο και με την ιστο­ρι­κή εμπει­ρία της εγκλη­μα­τι­κής στρα­τιω­τι­κής δι­κτα­το­ρί­ας 1967 – 74, η οποία συ­νε­χί­ζει και σή­με­ρα να έχει μια ορι­σμέ­νη πα­ρου­σία στο συ­νει­δη­σια­κό κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των.- Το γε­γο­νός ότι χρη­σι­μεύ­ει καί­ρια για την πλήρη κα­θυ­πό­τα­ξη προ­σφύ­γων και με­τα­να­στών, όχι τόσο γιατί θέλει «να τους πε­τά­ξει στη θά­λασ­σα», όσο για να εξα­σφα­λί­ζει τις ευ­νοϊ­κό­τε­ρες συν­θή­κες για την άγρια εκ­με­τάλ­λευ­σή τους από ελ­λη­νι­κά αστι­κά και μι­κρο­με­σαία τμή­μα­τα κλπ.

Το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο όμως όλων είναι το γε­γο­νός της αδυ­να­μί­ας της Αρι­στε­ράς και του λαϊ­κού ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος να αντι­με­τω­πί­σουν απο­τε­λε­σμα­τι­κά, και να προσ­δώ­σουν αγω­νι­στι­κές μορ­φές, στα ολέ­θρια απο­τε­λέ­σμα­τα της πο­λύ­χρο­νης κρί­σης υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης του κε­φα­λαί­ου και της συ­νε­χούς άσκη­σης, με αμεί­ω­τη έντα­ση, των μνη­μο­νια­κών πο­λι­τι­κών. Σε ολό­κλη­ρη την τε­λευ­ταία διε­τία (2015 – 17) της δια­κυ­βέρ­νη­σης του με­ταλ­λαγ­μέ­νου ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ οι δυ­νά­μεις του αρι­στε­ρού κι­νή­μα­τος δεν κα­τόρ­θω­σαν να τρο­φο­δο­τή­σουν μια αντι­πο­λι­τευ­τι­κή δυ­να­μι­κή τέ­τοια που να απο­τρέ­ψει πλευ­ρές του­λά­χι­στον των αντι­λαϊ­κών «με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων» (ασφα­λι­στι­κό, φο­ρο­λο­γι­κό, ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις κ.α.). Και από την άλλη πλευ­ρά οι πα­νελ­λα­δι­κές πα­νερ­γα­τι­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις του Μαΐου, Νο­εμ­βρί­ου και Δε­κεμ­βρί­ου 2015 δεν μπό­ρε­σαν να δια­σφα­λί­σουν ούτε την μι­κρό­τε­ρη δυ­να­τή απερ­για­κή συμ­με­το­χή. Έτσι η πα­ρα­τει­νό­με­νη ανερ­γία, ύφεση, εξα­θλί­ω­ση μαζί με την αδυ­να­μία αρι­στε­ρών ερ­γα­τι­κών απα­ντή­σε­ων, δεν μπο­ρούν παρά να καλ­λιερ­γούν ένα κλίμα που δίνει τη δυ­να­τό­τη­τα στη Χρυσή Αυγή να προ­χω­ρά σε συ­στη­μα­τι­κούς τρα­μπου­κι­σμούς απέ­να­ντι σε ερ­γα­ζό­με­νους, πρό­σφυ­γες, σχο­λεία, κέ­ντρα δια­μο­νής με­τα­να­στών κ.ά.

Το νε­ο­να­ζι­στι­κό φαι­νό­με­νο έτσι προ­κύ­πτει από την χρε­ο­κο­πία των αστι­κών μνη­μο­νια­κών κομ­μά­των (συ­ντη­ρη­τι­κών και σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών), να δια­σφα­λί­σουν στοι­χειώ­δεις όρους ανα­πα­ρα­γω­γής των λαϊ­κών τά­ξε­ων, εφό­σον ακο­λου­θούν μια άτεγ­κτη πο­λι­τι­κή ανά­καμ­ψης της κερ­δο­φο­ρί­ας του κε­φα­λαί­ου μέσα από την πλήρη απο­γύ­μνω­ση της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας. Και από την άλλη πλευ­ρά ο αστι­κός κοι­νο­βου­λευ­τι­κός κό­σμος, πα­ρό­λη την έκ­φρα­ση της κα­τα­δί­κης αυτού του φαι­νο­μέ­νου, εντού­τοις αδυ­να­τεί ή δεν επι­θυ­μεί να το αντι­με­τω­πί­σει, και το εντάσ­σει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο κε­ντρι­κό πο­λι­τι­κό παι­χνί­δι. Γιατί τι θα σή­μαι­νε η εξου­δε­τέ­ρω­ση των αι­τιών αυτού του φαι­νο­μέ­νου : Απλά την υιο­θέ­τη­ση μέ­τρων στοι­χεια­κής κοι­νω­νι­κής πο­λι­τι­κής που να ικα­νο­ποιούν βα­σι­κές λαϊ­κές ανά­γκες. Αυτό όμως δεν μπο­ρεί να συμ­βεί κατά κα­νέ­ναν τρόπο στην τρέ­χου­σα πε­ρί­ο­δο, γιατί το σύ­νο­λο του αστι­κού πο­λι­τι­κού τόξου είναι εξο­λο­κλή­ρου στρα­τευ­μέ­νο στην υπη­ρέ­τη­ση των συμ­φε­ρό­ντων της κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­καμ­ψης από την κρίση υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης, και άρα δεν μπο­ρεί παρά να ανα­πα­ρά­γει συ­στη­μα­τι­κά την εξα­θλί­ω­ση, γε­νε­σιουρ­γό αιτία του ακρο­δε­ξιού ρεύ­μα­τος.

 

Απο­τε­λε­σμα­τι­κή αντι­με­τώ­πι­ση του νε­ο­να­ζι­στι­κού φαι­νο­μέ­νου

Συ­νε­πώς η απο­τε­λε­σμα­τι­κή αντι­με­τώ­πι­ση του νε­ο­φα­σι­σμού βα­ρύ­νει απο­κλει­στι­κά τους ώμους του αρι­στε­ρού και ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Κι’ αυτό δεν μπο­ρεί να γί­νε­ται μόνον με τις κάθε εί­δους «αντί-φα­σι­στι­κές» κι­νή­σεις, εκ­δη­λώ­σεις, πα­ρεμ­βά­σεις, που είναι μεν ανα­γκαί­ες επι­τα­κτι­κά στη συ­γκυ­ρία, δεν επι­λύ­ουν όμως το ζή­τη­μα της εξου­δε­τέ­ρω­σης της νε­ο­να­ζι­στι­κής απει­λής. Αυτό απαι­τεί μια θε­τι­κή έκ­φρα­ση ενός λαϊ­κού κι­νή­μα­τος υπε­ρά­σπι­σης των κοι­νω­νι­κών συμ­φε­ρό­ντων και ανα­γκών, που να μπο­ρεί να δίνει αγω­νι­στι­κή υπό­στα­ση και διέ­ξο­δο στην αντι­με­τώ­πι­ση των συν­θη­κών κοι­νω­νι­κής εξα­θλί­ω­σης. Αυτό βέ­βαια συν­δυά­ζε­ται με την ανα­γκαία δια­πά­λη απέ­να­ντι στην ακρο­δε­ξιά ιδε­ο­λο­γία που ανα­πτύσ­σε­ται με μα­ζι­κούς όρους στην Ευ­ρώ­πη : Εξύ­μνη­ση του έθνους και του ισχυ­ρού κρά­τους που το συ­νο­δεύ­ει με έναν ψευ­δε­πί­γρα­φο «πα­τριω­τι­σμό», προ­στα­σία των εθνι­κών κε­φα­λαί­ων ένα­ντι των αντα­γω­νι­στι­κών «ξένων», ενί­σχυ­ση της επι­βο­λής του νόμου και της τάξης ένα­ντι της «χα­ο­τι­κής» φυ­λε­τι­κής κα­τά­στα­σης που προ­κύ­πτει από την πα­ρου­σία με­τα­να­στών και προ­σφύ­γων, διά­λυ­ση της ευ­ρω­παϊ­κής ολο­κλή­ρω­σης στην οποία απο­δί­δε­ται η αι­τιο­λο­γία των ση­με­ρι­νών δει­νών (ενώ είναι η κα­πι­τα­λι­στι­κή κρίση και ο ακραί­ος νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός που βρί­σκο­νται στην αφε­τη­ρία, με τους ευ­ρω­παϊ­κούς θε­σμούς να δια­χει­ρί­ζο­νται προς όφε­λος των αστι­κών τά­ξε­ων αυτές τις δια­δι­κα­σί­ες). Μ’ άλλες λέ­ξεις με κάθε τρόπο «με­τα­τό­πι­ση» της αι­τιο­λο­γί­ας της εξα­θλί­ω­σης στους απο­διο­πο­μπαί­ους τρά­γους των με­τα­να­στών, των «ξένων», των υπε­ρε­θνι­κών ολο­κλη­ρώ­σε­ων κλπ., από το πραγ­μα­τι­κό της πεδίο : της κρί­σης ανα­πα­ρα­γω­γής του κε­φα­λαί­ου, της με­τω­πι­κής νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης επί­θε­σης, της διε­θνι­κής αστι­κής δια­χεί­ρι­σης της κα­πι­τα­λι­στι­κής διε­θνο­ποί­η­σης.

Η ανά­πτυ­ξη άρα ενός λαϊ­κού κοι­νω­νι­κού και πο­λι­τι­κού κι­νή­μα­τος που εντο­πί­ζει αυτήν την αι­τιο­λο­γία και δεν την με­τα­το­πί­ζει σε άλλα πεδία, στην βάση των ζω­τι­κών κοι­νω­νι­κών ανα­γκών, που αντι­πα­λεύ­ει υλικά και συ­γκε­κρι­μέ­να την αστι­κή μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή, είναι η μόνη που μπο­ρεί να δια­μορ­φώ­σει όρους αυ­θε­ντι­κής αντι­πα­ρά­θε­σης, να θέσει και να συν­δε­θεί με τα μεί­ζο­να λαϊκά ζη­τή­μα­τα της συ­γκυ­ρί­ας (μεί­ω­ση μι­σθών και συ­ντά­ξε­ων, απου­σία επι­δο­μά­των ανερ­γί­ας, βαριά φο­ρο­λο­γι­κή επι­βά­ρυν­ση, υψηλή ανερ­γία, πα­ρα­φθο­ρά νο­ση­λευ­τι­κού συ­στή­μα­τος κλπ.). Μια τέ­τοια κοι­νω­νι­κή και πο­λι­τι­κή δυ­να­μι­κή είναι σε θέση να αχρη­στεύ­σει και να εξου­δε­τε­ρώ­σει το πεδίο στο οποίο βρί­σκει έδα­φος να ανα­πτυ­χθεί ο νε­ο­φα­σι­σμός, δί­νο­ντας υλική αγω­νι­στι­κή διέ­ξο­δο στις λαϊ­κές ανά­γκες που έχουν προ­κύ­ψει από την κα­πι­τα­λι­στι­κή ανα­σύ­ντα­ξη και την πο­λι­τι­κή των μνη­μο­νί­ων.

Η ση­με­ρι­νή απει­λή, που δεν αφορά απλά την Χρυσή Αυγή, αλλά και εξί­σου βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πο­λι­τι­κής της ΝΔ (αστυ­νο­μι­κή κα­τα­στο­λή, ρα­τσι­στι­κές θέ­σεις, ερ­γο­δο­τι­κή ασυ­δο­σία κλπ.) ανα­δει­κνύ­ε­ται ακρι­βώς στο έδα­φος (πέραν της εξα­θλί­ω­σης που προ­κα­λούν οι αστι­κές μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές), της απο­ψί­λω­σης και της πλή­ρους ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας κι­νη­το­ποί­η­σης του ερ­γα­τι­κού λαϊ­κού κι­νή­μα­τος. Όσο υπο­χω­ρούν οι κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές συλ­λο­γι­κό­τη­τες, τόσο πα­ρα­χω­ρεί­ται έδα­φος για την επέ­κτα­ση του νε­ο­φα­σι­στι­κού φαι­νο­μέ­νου. Συ­νε­πώς το ζή­τη­μα, πέρα από συ­γκυ­ρια­κές «αντι­φα­σι­στι­κές» κι­νη­το­ποι­ή­σεις απέ­να­ντι σε συ­γκε­κρι­μέ­νες προ­κλή­σεις, η μο­να­δι­κή δια­δι­κα­σία που μπο­ρεί να θέσει φραγ­μό σ’ αυτό το φαι­νό­με­νο είναι η ανά­τα­ξη, επα­να­σχη­μα­τι­σμός των λαϊ­κών συλ­λο­γι­κο­τή­των, που στην τε­λευ­ταία διε­τία της κυ­βερ­νη­τι­κής δια­χεί­ρι­σης του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ έφτα­σαν στο ναδίρ.

Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση η αντι­με­τώ­πι­ση της ανά­δυ­σης της πα­ρά­τα­ξης της ακρο­δε­ξιάς, δεν μπο­ρεί να αντι­με­τω­πι­στεί με την όποια συ­νερ­γα­σία ή μέ­τω­πο των «δη­μο­κρα­τι­κών δυ­νά­με­ων του συ­νταγ­μα­τι­κού τόξου», γιατί οι κυ­βερ­νη­τι­κές πρα­κτι­κές αυτών των δυ­νά­με­ων έχουν δη­μιουρ­γή­σει και ανα­πα­ρά­γουν τους όρους κί­νη­σης του νε­ο­να­ζι­σμού. Και επει­δή η κα­πι­τα­λι­στι­κή κρίση δεν έχει ξε­πε­ρα­στεί, και άρα συ­νε­χί­ζο­νται αμεί­ω­τες οι πο­λι­τι­κές «υπο­βάθ­μι­σης» της ερ­γα­σί­ας ως μέσου στή­ρι­ξης της ανά­καμ­ψης της κα­πι­τα­λι­στι­κής κερ­δο­φο­ρί­ας, η τρο­φο­δό­τη­ση αυτού του φαι­νο­μέ­νου θα είναι συ­νε­χής. Άρα μόνον η ανά­δει­ξη μιας αρι­στε­ρής εναλ­λα­κτι­κής διε­ξό­δου, με ισχυ­ρό έρει­σμα στις κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις και στις συλ­λο­γι­κό­τη­τές τους, μπο­ρεί να δρο­μο­λο­γή­σει αγω­νι­στι­κές πρα­κτι­κές που να έχουν συ­σπει­ρω­τι­κή πλη­βεια­κή δυ­να­μι­κή, αφαι­ρώ­ντας το έδα­φος κάτω από τα πόδια του νέου ακραί­ου συ­ντη­ρη­τι­σμού. Κι’ αυτό βέ­βαια δεν μπο­ρεί να βα­σί­ζε­ται παρά στις άμε­σες ζω­τι­κές λαϊ­κές ανά­γκες σε αντι­πα­ρά­θε­ση με την ισχυ­ρο­ποί­η­ση της αστι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, κατά τρόπο συ­γκε­κρι­μέ­νο και υλικό, στο ίδιο το ιστο­ρι­κό παρόν.

rproject.gr