Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες ρουφιάνους και περιπολικά.

Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες ρουφιάνους και περιπολικά.

Ξύπνησα σήμερα και βγήκα στο δρόμο. Μα πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός γιατί εγώ θυμόμουν καλοκαίρι και έξω φύσαγε η ψύχρα του βοριά από παντού. Λυπήθηκα γιατί θέλω καλοκαίρια και ήρεμες θάλασσες, πολλά παγάκια στα ποτά μου και γυμνές πατούσες.

Όπου και αν άφησα τη ματιά μου στο δρόμο ήσαν όλοι σκυφτοί, γεμάτοι ρούχα επάνω τους, γυμνοί κατά τα άλλα, από τη θέρμη του καλό-καιριού, ξέρεις, εκείνου που σε κάνει να φεγγοβολείς από τα μέσα σου, να αστράφτει η ζωή στα μάτια και τις παλάμες, να είσαι έτοιμος να αδράξεις τον κόσμο και να τον κάνεις όμορφο.

Δεν ήξερα πως να φερθώ – ποιο να είναι το καλύτερο φέρσιμο σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν ξέρω, ίσως η απάντηση να υπάρχει αλλά εγώ το μόνο που είχα όπλο ήταν μουδιασμένα χέρια και τρεμάμενες φοβισμένες σκέψεις.

Είχε ήδη νυχτώσει η μεγάλη χειμωνιάτικη νύχτα και τα σύννεφα πάνω από αυτή την άδικη πόλη είχαν χρώματα από αυτά τα φοβερά, τα μουντά, που δεν διαθέτουν ίχνος συγκατάνευσης. Περιπλανιόμουν στα διπλανά τετράγωνα, στους συνοικιακούς δρόμους, έψαχνα την απάντηση, δεν ήξερα, όμως ο δρόμος πάντα ξέρει – με οδήγησε πίσω, κάτω από τόνους μπετόν και υφασμάτων.

Μου ψιθύριζαν τα βήματά μου να μη φοβάμαι και βρέθηκα πίσω στη γνώριμη φυλακή μου – αυτή τη φορά οικειοθελώς, δε φοβάμαι, έχω αποθέματα ζεστού καφέ για όλα τα χειμωνιάτικα πρωινά, έχω αλκοόλ για όλα τα βράδια.

Και εκεί που η πλάση θα γυρνάει στα μέσα της να ξαναγεννηθεί, εγώ θα περιμένω – μπορώ – και θα έρθει τοκαλο-καίρι που τόσο νοσταλγώ να φωτίσει ό,τι τόσα χρόνια παραμένει στο σκοτάδι.

Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά σε κανονισμένες απεργίες ρουφιάνους και περιπολικά.

http://pitsirikidotnet.gr