Η ΛΑΕ τελικά φαίνεται να αντιλαμβάνεται πως η ανάκτηση του εθνικού νομίσματος δεν επαρκεί για την με παροχή ρευστότητας μη πληθωριστική ανάκαμψη της οικονομίας και γι’ αυτό καλοβλέπει την παραμονή στην Ε.Ε. ώστε να συνεχιστεί η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση (ΕΣΠΑ κ.λπ.), να διεκδικήσει η χώρα «μαζί με τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου τη στήριξη που της οφείλουν οι χώρες του Βορρά», και να διεκδικήσει τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις Αν η ΛΑΕ επιθυμεί την έξοδο από την ΕΖ αλλά όχι από την Ε.Ε. ώστε να διατηρήσει την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, αυτό σημαίνει πως θα ακολουθήσει το σχέδιο Σόιμπλε για προσωρινή έξοδο, μικρή υποτίμηση δραχμής και αναδιάρθρωση χρέους χωρίς όμως μονομερή διαγραφή του μεγάλου μέρους του

του  Κ. Καλλωνιάτη | ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ - Κ. ΚΑΛΛΙΩΝΙΑΤΗ | red line

Μετά τις δραματικές εξελίξεις του καλοκαιριού και τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, δημιουργήθηκαν προσδοκίες πως οι «συνεχιστές του Όχι’ στα Μνημόνια» θα πρότειναν ένα συγκεκριμένο δρόμο του «Ναι’ στη ρήξη με το σύστημα» για μια σοσιαλιστική κοινωνία. Δυστυχώς η ρήξη παρέμεινε νεφελώδης και χωρίς καθορισμένο σχέδιο, σοσιαλιστικό ή άλλο.

Η προγραμματική διακήρυξη της ΛΑΕ περιορίζεται σε μια διακήρυξη αρχών και στρατηγικών στόχων για μία «εναλλακτική, ριζοσπαστική λύση» και δεν αποτελεί πρόγραμμα ή σχέδιο για το πώς θα πάμε στον σοσιαλισμό, τον οποίο μάλιστα θεωρεί ως τρίτο στάδιο, με δύο προηγούμενα τη δημιουργία των προϋποθέσεων της εναλλακτικής λύσης και την εφαρμογή αυτής.

Δεν κάνει ούτε αυτό που ο Κ. Λαπαβίτσας διακήρυσσε υποστηρίζοντας συγχρόνως το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης -πως δεν μπορεί αυτό να εφαρμοστεί εντός του ευρώ-, δηλαδή δεν επαναφέρει καν το αρκετά σαφές και ποσοτικοποιημένο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης στο νέο εκτός Ευρωζώνης πλαίσιο θέτοντας συγκεκριμένους τρόπους και μέσα χρηματοδότησης και υλοποίησής του. Όλοι οι στόχοι είναι γενικοί και γι’ αυτό στον αέρα: σταδιακή αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών, αναθεώρηση εργασιακών σχέσεων, τερματισμός αρπακτικών ιδιωτικοποιήσεων, εθνικοποιήσεις τραπεζών και στρατηγικών τομέων της οικονομίας (ποιοι είναι;), δίκαιη αναδιανομή κοινωνικού πλούτου και φορολογικών βαρών, ενίσχυση του ΕΣΥ, της δωρεάν παιδείας κι έρευνας, της κοινωνικής οικονομίας, εκδημοκρατισμός κράτους κ.λπ.

Βεβαίως, οι στόχοι αυτοί υποτίθεται πως θα τροφοδοτηθούν α) από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας χάρις στη μέτρια υποτίμηση της δραχμής, β) από την ανάκτηση της εθνικής νομισματικής κυριαρχίας (βλ. εκτύπωση χρήματος και παροχή ρευστότητας) ώστε να χρηματοδοτηθούν τα δημόσια ελλείμματα και επενδύσεις, γ) από την παύση πληρωμής του χρέους και τη διαβούλευση με την Ε.Ε. για τη διαγραφή μεγάλου μέρους αυτού, και, τέλος δ) από την προσπάθεια παραμονής στην Ε.Ε. και τη διεκδίκηση και άλλων κοινοτικών ενισχύσεων (βλ. ΕΣΠΑ, γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις, άλλες ενισχύσεις που μας ‘οφείλουν’ οι βόρειες χώρες-μέλη της Ε.Ε. κ.λπ.).

***

Καμία, ωστόσο, προσπάθεια συγκεκριμενοποίησης και ποσοτικοποίησης των στόχων αυτών με ανάλυση κόστους / οφέλους δεν καταβάλλεται στο πλαίσιο της διακήρυξης της ΛΑΕ. Με αυτή την έννοια και παρά την επίκληση πιο ριζοσπαστικών όρων (π.χ. εθνικοποίηση στρατηγικών τομέων οικονομίας, εργατικός και κοινωνικός έλεγχος, έξοδος από ΝΑΤΟ) υπολείπεται σαφώς του ίδιου του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης γιατί ακριβώς δεν αποτελεί πρόγραμμα αλλά απλό περίγραμμα αρχών, στόχων και κατευθύνσεων με στόχο τη διάδοσή τους στον ελληνικό λαό.

Αυτή η απουσία συγκεκριμένου σχεδίου και εναλλακτικού κυβερνητικού προγράμματος, ωστόσο, δεν δικαιολογείται μετά από τόσα χρόνια αντιπολίτευσης στον ΣΎΡΙΖΑ και δεδομένης της μεγάλης ευθύνης εκούσιας αποχώρησης από αυτόν. Τόσες μελέτες που έχουν γίνει από το 2010 σε SOAS, Ίδρυμα Μπάτση κ.α. είναι δυνατόν να μην καταλήγουν σε ένα κυβερνητικό σχέδιο δράσης;

Ίσως αυτό το κενό σχεδιασμού να οφείλεται, ωστόσο, σε μια πλάνη που ενδημεί στη διακήρυξη της ΛΑΕ και είναι απόρροια της βασικής πλάνης της για το ευρώ ως αιτία της κρίσης. Η αρχική βασική πλάνη αφορά την ψευδαίσθηση πως η ανάπτυξη στην Ελλάδα σκοντάφτει όχι στα χαμηλά επίπεδα κερδοφορίας του κεφαλαίου που δεν επιτρέπουν επενδύσεις, αλλά στις πολιτικές λιτότητας (Μνημόνια) που επιβάλλει η Ευρωζώνη (ΕΖ) στερώντας την αναγκαία ρευστότητα στις επιχειρήσεις. Εξ ου και ο βασικός στόχος ανάκτησης της εθνικής νομισματικής κυριαρχίας με έξοδο από την ΕΖ.

Την αντίληψη αυτή προέβαλε πρόσφατα ο Κ. Λαπαβίτσας σε τηλεοπτική του συνέντευξη λέγοντας π.χ. πως μπορεί εύκολα μια κυβέρνηση ΛΑΕ να ανακτήσει τη ρευστότητα των 50 δισ., που από τραπεζικές καταθέσεις έγιναν μασούρια κάτω από στρώματα, εφόσον προσφερθούν κάποια φορολογικά κίνητρα. Με άλλα λόγια, αντιλαμβάνεται την κρίση με όρους έλλειψης ρευστότητας που με τη κατάλληλη πολιτική μπορεί να καλυφθεί. Δεν διανοείται ότι οι Έλληνες καταθέτες απέσυραν τα διαθέσιμά τους από έλλειψη εμπιστοσύνης στην υγεία των ελληνικών τραπεζών, κάτι που δεν αντιμετωπίζεται δηλαδή με φορολογικά κίνητρα.

***

Την καπιταλιστική κρίση που εκφράζεται ως έλλειμμα εμπιστοσύνης αντικαθιστά, έτσι, με την κρίση ρευστότητας που επιβάλλουν οι πολιτικές της ΕΖ. Κι ενώ κανείς δεν αντιλέγει πως οι μνημονιακές πολιτικές λιτότητας και η δομή του ευρώ επέτειναν τη καταστροφή (βλ. ταξικό χαρακτήρα τους, εσφαλμένο μείγμα και σχεδιασμό με υποτιμημένους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές κ.λπ.) είναι εντελώς λάθος να θεωρούνται αυτές ως βασική αιτία της κρίσης. Απόδειξη είναι η διατήρηση της κρίσης σε μια σειρά οικονομίες εκτός ΕΖ, με νομισματική κυριαρχία που υποτιμούν σήμερα τα νομίσματά τους χωρίς αποτέλεσμα, όπως κι η ίδια η ιστορία της στρεβλής και αναιμικής ανάπτυξης στη μεταπολιτευτική Ελλάδα της δραχμής παρά το γεγονός ότι αυτή υποτιμήθηκε πάνω από 95% στη διάρκεια της τελευταίου τέταρτου του 20ού αιώνα!

Είναι ακριβώς αυτή η αρχική πλάνη, που δυσκολεύεται να βρει απήχηση στον ελληνικό λαό (ο οποίος έχει ζήσει τη δραχμή, τον πληθωρισμό και την απώλεια αγοραστικής δύναμης στο παρελθόν), που οδηγεί στη δεύτερη πλάνη του συναινετικού διαζυγίου με την ΕΖ. Συγκεκριμένα, αυτό που σαφέστατα περιγράφει η διακήρυξη της ΛΑΕ είναι πως η έξοδος της Ελλάδας από την ΕΖ θα συνοδευτεί από παύση πληρωμών με (απώτερο) στόχο τη διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους και μικρή υποτίμηση της δραχμής (π.χ. 15%) που θα επιτρέψει ίσως την παραμονή της χώρας στην Ε.Ε. Αυτή η σύλληψη -που, όπως θα δούμε, συνιστά τη δεύτερη πλάνη- συνάγεται από τα εξής στοιχεία:

1. Η διακήρυξη μιλά για διεθνείς νομικές και πολιτικές ενέργειες με παράλληλη αξιοποίηση του πορίσματος της Βουλής για τον επαχθή χαρακτήρα του χρέους, υπονοώντας σαφώς μια απροσδιόριστη χρονικά διαπραγμάτευση κι όχι μονομερή διαγραφή χρέους (ανακυβίστηση 1η).

2. Ο στόχος που θέτει μιας μέτριας υποτίμησης αναιρεί τον στόχο για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας που ετίθετο ως βασική αιτία εξόδου από το ευρώ (ανακυβίστηση 2η), ενώ βασίζεται στο ισχνό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που πέτυχε τελευταία η οικονομία λόγω… της ύφεσης. Όχι τυχαία, ο μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών ERM II, ο οποίος συνδέει τα εκτός ΕΖ νομίσματα των χωρών της Ε.Ε. με το ευρώ, επιτρέπει μέγιστο όριο διακύμανσης +/- 15%…

3. Η διακήρυξη ναι μεν επιδιώκει να καταργήσει τα Μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις, αλλά την αποκατάσταση των απωλειών σε μισθούς – συντάξεις – επιδόματα ανεργίας – κοινωνικές δαπάνες υπόσχεται να την κάνει σταδιακά και.. αναλόγως των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας (ανακυβίστηση 3η).

4. Η ΛΑΕ τελικά φαίνεται να αντιλαμβάνεται πως η ανάκτηση του εθνικού νομίσματος δεν επαρκεί για την με παροχή ρευστότητας μη πληθωριστική ανάκαμψη της οικονομίας και γι’ αυτό καλοβλέπει την παραμονή στην Ε.Ε. ώστε να συνεχιστεί η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση (ΕΣΠΑ κ.λπ.), να διεκδικήσει η χώρα «μαζί με τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου τη στήριξη που της οφείλουν οι χώρες του Βορρά», και να διεκδικήσει τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις. Με άλλα λόγια, η ΕΖ είναι η πηγή του κακού, ο δυνάστης που έκανε αποικία την Ελλάδα σκλαβώνοντας τον ελληνικό λαό, αλλά η Ε.Ε. με τους μεγαλύτερους βαθμούς νομισματικής ελευθερίας που παρέχει μπορεί να αποτελέσει πηγή ανάπτυξης για την «ανεξάρτητη» εθνική οικονομία (ανακυβίστηση 4η).

***

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό πως στην ΛΑΕ υπάρχει πλήρης άγνοια τού τι σημαίνει παραμονή στην Ε.Ε. και γιατί η σχέση αυτής με την ΕΖ είναι αυτή των συγκοινωνούντων δοχείων. Γιατί οι χώρες – μέλη της Ε.Ε. που δεν έχουν το κοινό νόμισμα, υποχρεούνται να υιοθετήσουν το ευρώ βάσει κριτηρίων σύγκλισης (και άρα προγράμματος σύγκλισης σε δημόσιο έλλειμμα, χρέος, επίπεδο επιτοκίων και πληθωρισμού). Επίσης υποχρεούνται πριν την εισαγωγή στο κοινό νόμισμα να ενταχθούν για δύο χρόνια στον συναλλαγματικό μηχανισμό του ERM II (εξαιρούνται Βρετανία, Δανία και Σουηδία).

Ειδικότερα το κριτήριο του πληθωρισμού μιλά για σύγκλιση προς τον πληθωρισμό των τριών καλύτερων χωρών-μελών με διαφορά όχι μεγαλύτερη των 1,5 εκατ. μονάδων. Που σημαίνει ότι δεν μπορεί στην ΕΖ ο πληθωρισμός να είναι μηδενικός κι εσύ με την αυτόνομη πολιτική εκτύπωσης χρήματος να έχεις π.χ. πληθωρισμό 10%. Συνεπώς, τόσο η άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, που συνεπάγεται αύξηση του δημοσίου ελλείμματος, όσο και η εκτύπωση χρήματος / υποτίμηση δραχμής, που θα εκτινάξει τον πληθωρισμό, δεν συνάδουν με τα κριτήρια σύγκλισης κι άρα παραμονής της Ελλάδας στην Ε.Ε.

Αν η ΛΑΕ επιθυμεί την έξοδο από την ΕΖ αλλά όχι από την Ε.Ε. ώστε να διατηρήσει την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, αυτό σημαίνει πως θα ακολουθήσει το σχέδιο Σόιμπλε για προσωρινή έξοδο, μικρή υποτίμηση δραχμής και αναδιάρθρωση χρέους χωρίς όμως μονομερή διαγραφή του μεγάλου μέρους του.

Αν θέλει πλήρη έξοδο, μονομερή μαζική διαγραφή χρέους και μεγάλη υποτίμηση, με ό,τι θα ακολουθήσει, τότε ας φροντίσει να γράψει από την αρχή την «προγραμματική» της διακήρυξη…