Νεοναζιστική βαρβαρότητα

Νεοναζιστική βαρβαρότητα

Κώστας Καναβούρης

Σίγουρα πολύ νερό έτρεξε κάτω από τις γέφυρες από τη μέρα που η Χρυσή Αυγή διέπραξε την τελευταία (μέχρι στιγμής) αθλιότητα εντός του Κοινοβουλίου (εντός, γιατί εκτός η σειρά είναι μακρά και αδιάκοπη), αυτή τη φορά εις βάρος του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Ν.Δ., Νίκου Δένδια.

Όσο όμως νερό κι αν έτρεξε, σίγουρα είναι καθήκον πρώτης γραμμής για τη Δημοκρατία να μη χάνει από το κάδρο της πραγματικότητας τη δράση αυτής της -κατά το κατηγορητήριο στην σχοινοτενή δίκη της Χρυσής Αυγής- εγκληματικής οργάνωσης. Κι ας μην ξεχνάμε ότι όσες φορές η δημοκρατία ολιγώρησε μπροστά στο φαινόμενο του φασισμού και του ναζισμού το πλήρωσε πολύ ακριβά. Άλλωστε, και η χώρα μας έχει πικρά πείρα (άραγε έχει πείρα;) επ’ αυτού αφού συνελήφθη κοιμώμενη από τους οπερετικούς πλην θηριώδεις συνταγματάρχες και πέρασαν επτά αιματοβαμμένα χρόνια κάτω από την ερπύστρια «με το λουρί στον σβέρκο» του ελληνικού λαού που τελείωσαν με την τραγωδία της Κύπρου.

Κι από τότε πολύ νερό κύλησε κάτω από τις γέφυρες, αλίμονο όμως αν χάσουμε από το κάδρο, όχι μόνο της ιστορικής μνήμης, αλλά από την εικόνα της σύγχρονης καθημερινότητας τον κίνδυνο, τον θανάσιμο κίνδυνο που συνιστούν για τη δημοκρατία η ύπαρξη και η δράση της Χρυσής Αυγής, εντός ή εκτός Βουλής. Δράση που συνιστά ενιαίο και συμπαγές φαινόμενο, ανεξαρτήτως του χώρου όπου συμβαίνει. Αλίμονο αν ξεχνάμε (και εδώ δεν υπάρχουν «αρμόδιοι» και «αναρμόδιοι») ότι η Χρυσή Αυγή συνιστά όνειδος για το Κοινοβούλιο, θανάσιμο κίνδυνο για το πολίτευμα και κόλαφο για την κοινωνία (και όλους εκείνους που συνειδητά, συνειδητότατα διαμόρφωσαν τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις ώστε μέρος της κοινωνίας να στραφεί προς το δυσπλασικό φαινόμενο της ναζιστικής οργάνωσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και η κοινωνία -αν δεν θέλουμε να είμαστε γραφικοί αγιογράφοι της- δεν έχει τις δικές της βαρύτατες ευθύνες).

Όσο, λοιπόν, νερό κι αν κυλήσει κάτω από τις γέφυρες, αλίμονο αν ξεχνάμε ότι το αίμα του Παύλου Φύσσα και του Λουκμάν που έβαψε το πεζοδρόμιο, το αίμα από τους δεκάδες τραυματισμένους των επιθέσεων των φασιστικών γουρουνιών δεν θέλει πολύ για να μετατραπεί σε ρυάκι και σε ποτάμι. Και τότε δεν θα κυλάει νερό κάτω από τις γέφυρες της δημοκρατίας και της πραγματικότητας, αλλά αίμα. Και τότε θα είναι αργά, πολύ αργά μέσα στον κόσμο αυτό για όλους μας. Στο κάτω – κάτω το θέμα είναι βέβαια καθολικό, είναι όμως και θέμα προσωπικής ευθύνης για όλους. Για όλους όμως χωρίς εξαιρέσεις.

Αλίμονο αν δεν αποτελεί προσωπικό καθήκον να αντιτάξεις «λογισμό και όνειρο», που λέει και ο Διονύσιος Σολωμός, στη ναζιστική βαρβαρότητα, αν δεν εξοργιστείς προσωπικά, όχι γενικά και αφηρημένα, μπροστά στην κτηνωδία να ψάλλεται ο Εθνικός Ύμνος, αυτό το υπέροχο ποίημα του Σολωμού, που είναι μαζί -κάτι που η παιδεία του εθνοπροδοτικού πατριδοκαπηλισμού φρόντισε να θάψει- και ένας μεγαλειώδης θρήνος για τον ηττημένο και κατασπαραγμένο εχθρό. Αλίμονο αν δεν εξοργιστείς όταν αυτή η μεγαλειώδης και πανανθρώπινη ποίηση ψάλλεται από απάνθρωπους που διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε ανώτερους και κατώτερους, από προϊόντα τερατογένεσης με τα χέρια υψωμένα σε ναζιστικό χαιρετισμό και υπό το φως των πυρσών που αν δεν ήταν φρικώδεις, θα ήταν μια καταγέλαστη απομίμηση ναζιστικών μυστικιστικών τελετών.

Και άντε, ας αφήσουμε κατά μέρος την ποίηση και τους ύμνους, που στο κάτω – κάτω είναι για τους “λαπάδες” και όχι για εκείνους που φοράνε παντελόνια. Όμως δεν γίνεται να ξεχνάμε ότι ο σεξισμός είναι άλλος ένας φασιστοειδής διαχωρισμός, όπως και οι άλλοι έμφυλοι διαχωρισμοί καθώς και εκείνοι που έχουν να κάνουν με την ταυτότητα φύλου. Και δεν γίνεται να ξεχνάμε γιατί όλοι οι διαχωρισμοί υπογείως νομιμοποιούν στις συνειδήσεις τη δράση της Χρυσής Αυγής. Το ότι τέτοιοι διαχωρισμοί γίνονται από εκείνους που διαπόμπευσαν οροθετικές γυναίκες και κατέχουν εξέχουσα θέση στο Κοινοβούλιο συνιστά και αυτό κίνδυνο για τη δημοκρατία. Το ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης, συνομιλητής του Παττακού, βρίσκεται στην αγκαλιά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε θέση αντιπροέδρου, και λέει αυτά που λέει συνιστά κίνδυνο για τη δημοκρατία. Όχι γιατί λέει σοβαρά πράγματα, αλλά γιατί είναι περιενδεδυμένος με μια χρήση εντολής, φανερά αναντίστοιχη των πεποιθήσεων και της αξίας του. Είναι κίνδυνος για τη δημοκρατία, αφού δείχνει -όπως και η προβεβλημένη θέση του αρχηγίσκου της παπαδοπουλικής νεολαίας Μ. Βορίδη- ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βάθος της αυτοπροσδιοριζόμενης «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης». Να μην ξεχνάμε ότι η εν τοις όροις αοριστία και η εν τοις πράγμασι ασάφεια αποτελούν νέτα σκέτα ιδεολογικές εφεδρείες του φασισμού. Όταν η κοινωνία έχει εθιστεί στο πολιτικά και ιδεολογικά αφύσικο και δεν αντιδρά στις φανερές παραποιήσεις, επιβραβεύοντας τες μάλιστα, τότε το κακό έχει συντελεστεί και οι επόμενοι Κασιδιάρηδες ήδη εκπαιδεύονται στου κασίδη το κεφάλι, δηλαδή του ελληνικού λαού.

Και να μην ξεχνάμε και τις πολυπλόκαμες -και επιβραβευμένες- κοινωνικές χειραγωγήσεις από τα συστημικά ΜΜΕ. Και δεν μιλάω μόνο για τις χυδαίες κατασκευές της πληροφορίας, αλλά και για τις ποικίλες φτηνές ψυχαγωγήσεις με τις τεράστιες τηλεθεάσεις. Να μην ξεχνάμε και την (επιεικώς) απαράδεκτη στάση της αστυνομίας στο φασιστικό φαινόμενο, στάση μπροστά στην οποία το κράτος επιδεικνύει ασυγχώρητη ολιγωρία. Να μην ξεχνάμε τις (πολλές) δικαστικές αποφάσεις που έρχονται σε σύγκρουση με τη λογική. Τίποτε να μην ξεχάσουμε. Και κυρίως να μην ξεχάσουμε ότι ο φασίστας είναι ο χρήσιμος ηλίθιος που κάνει τη βρόμικη δουλειά για να μπορούν οι δολοφόνοι με τα λευκά κολάρα να έχουν ήσυχα, ψυχρά και αποτελεσματικά την εκατομβιαία κερδοφορία τους. Δημιουργώντας παντί τρόπω την κολασμένη επέλαση των φτωχών εναντίον των απελπισμένων. Δηλαδή τη ναζιστική βαρβαρότητα.

.artinews.g