Αποστασία του ’65

Αποστασία του ’65

Απόστολος Διαμαντής

Ο Πρωθυπουργός, υπό το βάρος των κατηγοριών για τον χειρισμό της υπόθεσης ΑΣΠΙΔΑ, ζητά ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή την οποία και παίρνει στις 25 Ιουνίου. Στη συνέχεια αποφασίζει την αντικατάσταση του αρχηγού ΓΕΣ Ι. Γεννηματά. Πλην όμως η πρόθεσή του γίνεται γνωστή στον βασιλιά μέσω του Γαρουφαλιά. Ο Κωνσταντίνος διαμαρτύρεται για παράκαμψή του και ο Παπανδρέου αναγκάζεται να τον διαβεβαιώσει πως δεν πρόκειται να γίνει καμία αλλαγή χωρίς προσυνεννόηση. Ταυτοχρόνως όμως αποφασίζει και την αποπομπή του Γαρουφαλιά από το Υπουργείο Αμύνης.

Ο Γαρουφαλιάς όμως αρνείται να παραιτηθεί. Και στις 8 Ιουλίου ο Βασιλιάς με επιτιμητική επιστολή του προς τον Παπανδρέου του ανακοινώνει ότι ήταν ενοχλημένος από ορισμένες προταθείσες αλλαγές στο στρατό, από την δραστηριότητα της ΚΥΠ- η οποία ήταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης- και ότι το θέμα αυτό συνδέονταν με την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ.

Ο Παπανδρέου απάντησε σε επίσης αυστηρό ύφος, αρνήθηκε τις κατηγορίες και τόνισε πως είναι δικαίωμά του να ορίζει τους υπουργούς του. Ο Βασιλιάς, με νέα επιστολή, επέστησε την προσοχή στον Παπανδρέου στις αναφορές που συνέδεαν το γιο του με τον ΑΣΠΙΔΑ και επεσήμανε ότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, θα έπρεπε να διοριστεί άλλος Υπουργός.

Την επομένη το Υπουργικό Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα την αποπομπή του Γαρουφαλιά, στις 13 Ιουλίου η κοινοβουλευτική ομάδα τον διαγράφει. Ήταν προφανές πως ο Παπανδρέου, έχοντας πίσω του την ομοφωνία της ΚΟ και προφανώς επηρεαζόμενος και από το στενό του περιβάλλον, κυρίως από τον Ανδρέα ο οποίος δεν ήθελε καμία υποχώρηση στο παλάτι, πίστευε πως ο βασιλιάς δεν θα είχε δυνατότητα αντίδρασης.
Ωστόσο ακολούθησε και τρίτη επιστολή του Κωνσταντίνου, με την οποία γινόταν φανερό πως δεν υπήρχε δυνατότητα συμβιβασμού. Ο Βασιλιάς επέμενε στην άρνησή του να δεχθεί την ανάληψη του Υπουργείου Αμύνης από τον Παπανδρέου και πρότεινε ένα άλλο στέλεχος του κόμματος, κοινής αποδοχής. Σημείωνε δε, μεταξύ άλλων: «…κατάπληκτος επληροφορήθην την ανακληθείσαν εκ των υστέρων πρότασίν σας περί αναθέσεως του υφυπουργείου Εθνικής Αμύνης εις τον αντιστράτηγον ε.α.κ. Δ. Παπανικολόπουλον».

Η επιστολή επιδόθηκε στον Παπανδρέου στις 14 Ιουλίου. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Κ. Μητσοτάκη, ο πρωθυπουργός του τηλεφώνησε στις 6 το απόγευμα της ίδιας ημέρας, για να διερευνήσει την πιθανότητα ανάληψης του υπουργείου Αμύνης από τον Παπανικολόπουλο. Ο Μητσοτάκης του απάντησε πως, παρότι δεν έβρισκε τη λύση άριστη, εν τούτοις «…ήτο απόλυτος ανάγκη να ευρεθεί την στιγμήν εκείνην διέξοδος. Εγώ δεν θα είχον αντίρρησιν να συμφωνήσω».

Ωστόσο στην επιλογή αυτή αντέδρασαν αρκετοί βουλευτές του κόμματος και ο Παπανδρέου, χωρίς να ενημερώσει τους υπουργούς για το περιεχόμενο των επιστολών, αποφάσισε να προβεί στον τελικό χειρισμό της κρίσης μόνος του. Παρά τις παροτρύνσεις των κορυφαίων υπουργών του ο Πρωθυπουργός την επομένη, 15 Ιουλίου, στις 7 το βράδυ, παραιτήθηκε, τονίζοντας πως δεν μπορούσε να γίνει πρωθυπουργός «υπό απαγόρευσιν». Την παραίτησή του ακολούθησε η ορκωμοσία της κυβέρνησης Νόβα και η στήριξή της από τον Κώστα Μητσοτάκη και άλλους υπουργούς της ΕΚ, όπως ο Παπασπύρου, ο Κωστόπουλος, ο Αλαμανής, ο Τούμπας κ.α. Από την κυβέρνηση της ΕΚ που ορκίστηκε το Φεβρουάριο του 64 αποστάτησαν οι μισοί υπουργοί και μάλιστα των κορυφαίων υπουργείων Εσωτερικών, Εξωτερικών, Οικονομικών, Αμύνης, Συγκοινωνιών, Εμπορίου, Εργασίας, καθώς και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και ο πρόεδρος της Βουλής.

Είναι αφύσικο να υποθέσει κανείς πως ο πεπειραμένος Γ. Παπανδρέου δεν συνυπολόγιζε το κόστος της εμμονής του για παραίτηση. Ωστόσο δύο κρίσιμοι παράγοντες πιθανόν να βάρυναν στην τελική του απόφαση: αφενός η εμμονή του Ανδρέα για  χωρίς συμβιβασμούς σύγκρουση με το Παλάτι, που συνδέονταν φυσικά και με προσωπικούς φόβους για τη σκευωρία του ΑΣΠΙΔΑ και αφετέρου η χρυσή ευκαιρία που δινόταν στον Γ. Παπανδρέου να υπερβεί την αρνητική κυβερνητική πορεία και μέσω του αντιμοναρχικού αγώνα να πετύχει μια νέα μεγάλη εκλογική νίκη.

Ο Γ. Παπανδρέου προφανώς υποεκτίμησε την πιθανότητα στρατιωτικού πραξικοπήματος ή το χειρότερο ρισκάρισε. Η επιμονή του για σύγκρουση με το παλάτι, την ώρα που βασικά στελέχη του κόμματός του διαφωνούν και ο στρατός βρίσκεται υπό τον έλεγχο του βασιλιά, κρίνεται ως «πολιτικά ακατανόητη». Ένας προσωρινός συμβιβασμός με τον Κωνσταντίνο πιθανόν να απέτρεπε κάθε αρνητική εξέλιξη, αφού ήταν εντελώς αδύνατο να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές με πολιτειακό θέμα. Ο ίδιος, σε προσωπική εξομολόγηση στα χουντικά κρατητήρια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δημήτρη Πουρνάρα φέρεται να είπε πως «…ήταν λάθος του Ανδρέα και της ΕΔΑ που το παρατραβήξανε από τις 15 Ιουλίου ως τις 20 Αυγούστου του 65…Για μια στιγμή πίστεψα κι εγώ πως θα υποχωρούσε το παλάτι».

Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 52, ο Βασιλιάς είχε τη δυνατότητα, παραιτουμένου του Πρωθυπουργού, να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε πρόσωπο δικής του επιλογής. Ωστόσο η βιαστική επιλογή Νόβα, πριν καν παραιτηθεί γραπτώς ο πρωθυπουργός, δείχνει τη σπουδή του βασιλιά για αντικατάσταση του Παπανδρέου και αποδεικνύει πως υπήρχε εκτίμηση – λανθασμένη- για στήριξη της κυβέρνησης στη Βουλή. Το γεγονός αυτό δικαίως κρίθηκε ως ανεπίτρεπτη παρέμβαση του βασιλιά στα εσωκομματικά της ΕΚ.

Οι πολιτικές θέσεις του Αντρέα εξέφραζαν μεν το αίσθημα των ηττημένων του εμφυλίου και μια γενική λαϊκή απαίτηση για δημοκρατική μεταρρύθμιση, πλην όμως ήταν εντελώς άκαιρες και δεν λάμβαναν υπόψη τους τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στους πόλους εξουσίας. Οι θέσεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν εντέχνως για να κλιμακωθεί η σύγκρουση Κωνσταντίνου- Παπανδρέου και ουσιαστικά άνοιξαν το δρόμο για διάσπαση της ΕΚ.

Η στάση της αριστεράς ουσιαστικά ταυτιζόταν με τη στάση του Αντρέα, πλην ορισμένων κορυφαίων στελεχών, όπως ο Πασαλίδης και ο Ηλιού, οι οποίοι πράγματι προσπάθησαν να εμποδίσουν τον Πρωθυπουργό να παραιτηθεί, διαβλέποντας τον κίνδυνο πραξικοπήματος. Ωστόσο αυτή δεν ήταν η κυρίαρχη τάση.  Το KKE φαίνεται να είχε υιοθετήσει τη λύση κυβέρνησης Στεφανόπουλου, την οποία θα στήριζε και η ΕΚ: «Η λύση Στεφανόπουλου με έγκριση Παπανδρέου που μας είχατε προτείνει και μεις δεν φέραμε αντίρρηση, γενικά δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να απορρίψει», σημείωνε το ΠΓ . «Ο χαρακτηρισμός «αποστάτες» δίνει και παίρνει…Θα δημιουργηθεί έτσι σιγά- σιγά η αντίληψη ότι ο καθένας που μεταπηδάει από το ένα κόμμα στο άλλο είναι αποστάτης και τον καταδικάζουμε. Αν αύριο δηλαδή φύγουν μερικοί από το Κέντρο ή από άλλο κόμμα και έρθουν στην ΕΔΑ, αυτοί θα τους λένε το ίδιο αποστάτες, αλλά θα είναι αποστάτες;».

Είναι φανερό πως τη σύγκρουση του Γ. Παπανδρέου με τον Βασιλιά  Κωνσταντίνο την ευνοούσαν οι διάφορες συνωμοτικές ομάδες που δρούσαν στο στράτευμα και προφανώς σχεδίαζαν την πολιτική όξυνση, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για επέμβαση του στρατού.

tvxs.g