Λίγο αλεύρι, λίγο λάδι και λίγο νερό

Λίγο αλεύρι, λίγο λάδι και λίγο νερό

Λιτή η χθεσινή ανακοίνωση στην ιστοσελίδα loukoumades-aigaion.gr: «Σχεδόν αιώνας πέρασε! Το “αιγαίο’’ κλείνει εδώ έναν κύκλο! Αισιοδοξούμε να γλυκάνουμε και πάλι τους πελάτες μας σε νέες συνθήκες στο προσεχές μέλλον».  

Μαριάννα Τζιαντζή

Το «Αιγαίον», το ιστορικό ημιυπόγειο λουκουματζίδικο στην Πανεπιστημίου, ήταν πασίγνωστο, όχι μόνο στους γηγενείς Αθηναίους αλλά και στους επαρχιώτες που, με αφετηρία την Ομόνοια, έκαναν βόλτες στο γεμάτο φώτα και ζωντάνια κέντρο της πόλης. Ιδίως τις μεταπολεμικές δεκαετίες, η στάση για λουκουμάδες, είτε πριν είτε μετά το θέατρο ή το σινεμά, ήταν το απαραίτητο συμπλήρωμα μιας χορταστικής (κυριολεκτικά και μεταφορικά) χειμωνιάτικης εξόδου. Μαρμάρινα τραπεζάκια, η μυρωδιά του μελιού και της κανέλας, το καζάνι με το κοχλαστό λάδι στην είσοδο.

«Έτος ίδρυσης 1926» λέει η πινακίδα του καταστήματος. Έξι χρόνια νωρίτερα, το 1920, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, υπογράφοντας ως «Φαίδων» στο περιοδικό  «Διάπλασις των Παίδων» έγραψε έναν ύμνο για τους λουκουμάδες, με αφορμή μια οικογενειακή συγκέντρωση σε ένα αθηναϊκό σπίτι τον Οκτώβρη ενώ έξω έπεφτε χιονόνερο. Ακόμα δεν είχε ανάψει η σόμπα, δεν είχαν στρωθεί τα χαλιά και όλοι ήθελαν να βάλουν κάτι στο στόμα τους. Κι επειδή «για τσάι ήταν νωρίς, άλλος επρότεινε κομπόστα με ψωμί και άλλος ψωμί με βούτυρο». Τελικά κατέληξαν στους λουκουμάδες.

Έστειλαν λοιπόν κάποιον με μια σουπιέρα κι έξι δραχμές να αγοράει μία οκά λουκουμάδες από του Πλαίσα. (Προφανώς ο άγνωστός μας Πλαίσας δεν έκανε ντελίβερι.) Φτάνει σε λίγο η σουπιέρα «γεμάτη χρυσές και μυρωδάτες φούσκες», μικροί μεγάλοι ξεχνούν το κρύο και την πείνα, τρώνε και το ρίχνουν στην κουβέντα συμφωνώντας πως «δεν υπάρχει στον κόσμο τελειότερο, ιδανικότερο γλύκισμα από τον λουκουμά» και ας μην είναι παρά «ένας αέρας κλεισμένος σε μια λεπτή πέτσα αλευρένια, με μια σταξιά μέλι και με λίγη σκόνη κανέλας». Ακολουθεί ένας ύμνος στην ομορφιά και τη σοφία της απλότητας όχι μόνο στην κουζίνα αλλά και στη φύση και την τέχνη. Οι θαυμαστότεροι ποιητές είναι οι «απλοί, οι κλασικοί, εκείνοι που δεν μεταχειρίζονται παρά… λίγο αλεύρι, λίγο λάδι και λίγο νερό».

Θύμα της κρίσης το «Αιγαίο»; Η επιχείρηση δεν κλείνει, απλώς αναπροσαρμόζεται στις «νέες συνθήκες». Οι λουκουμάδες είναι το θύμα. Όχι αποκλειστικά της κρίσης, αλλά και των αλλαγών στη διατροφή μας και, γενικότερα, στον τρόπο ζωής μας. Οι λουκουμάδες δεν θα εξαφανιστούν εντελώς, αλλά θα τους γευόμαστε όλο και πιο αραιά. Όχι από το φόβο της βαρυστομαχιάς, αλλά των θερμίδων, καθώς και του κόστους τους. Μια οκά λουκουμάδες δεν είναι και τόσο φτηνοί, όπως δεν είναι φτηνό το εισιτήριο του σινεμά (τουλάχιστον σε σχέση με τον μέσο μισθό). Ένας άλλος παράγοντας που καθιστά τους λουκουμάδες αναχρονιστικούς είναι ο χρόνος που απαιτεί η κατανάλωσή τους. Τους λουκουμάδες δεν μπορούμε να τους φάμε στο πόδι, όρθιοι ή περπατώντας. Είναι γλυκό για τραπέζι, απαιτεί μαχαίρι και πηρούνι. Δεν είναι street food, δεν είναι snack, δεν είναι έδεσμα περπατητό. Επιπλέον, τρώγονται καλύτερα με παρέα – και κατά προτίμηση μικρών παιδιών.

Ίσως ένα δευτερεύουσας σημασίας πλήγμα στους λουκουμάδες του «αιγαίον» να έφερε και ο μαρασμός του αθηναϊκού κέντρου. Όσο προχωράμε από το Σύνταγμα προς τα δυτικά, προς την Ομόνοια, η Πανεπιστημίου και η Σταδίου, ιδίως τη νύχτα, παύουν να είναι «λαμπεροί» δρόμοι όπως συνέβαινε κάποτε. Λιγοστά φώτα, λιγοστοί και οι διαβάτες, λιγοστή και η χαρά της ζωής από την οποία ξεχείλιζε κάποτε η περιοχή (τουλάχιστον στα μάτια των παιδιών και των εφήβων).

Ο Ξενόπουλος, που όταν έγραφε το «λουκουμάδων εγκώμιο» ήταν 53 χρόνων, παραδέχεται ότι οι πέντε λουκουμάδες που καταβρόχθισε σε εκείνη την οικογενειακή συγκέντρωση του βάρυναν το στομάχι. Αυτό τον δυσθύμησε λιγάκι και τον έκανε να θυμηθεί τα λόγια ενός ηλικιωμένου φίλου του μπροστά σε ένα ταψί χρυσούς λουκουμάδες στη βιτρίνα ενός λουκουματζίδικου:

«Αχ να΄μουν παιδί, να τους έτρωγα όλους! Μα αν ήμουν παιδί, θα είχα λεπτά να τους αγοράσω; Δες τι αναποδιά στον κόσμο: Όταν είμαστε παιδιά κι έχουμε στομάχι, δεν έχουμε λεπτά. Αργότερα, που έχουμε λεπτά, δεν έχουμε πια στομάχι!»

Προσπερνάμε λοιπόν το «Αιγαίον» είτε είμαστε παιδιά χωρίς λεφτά είτε μεγάλοι με λεφτά αλλά χωρίς στομάχι είτε μεγάλοι χωρίς λεφτά και χωρίς στομάχι ή και χωρίς (πια) όρεξη για λουκουμάδες. Και σήμερα ο Ξενόπουλος δεν θα έγραφε γι’ αυτούς ωδή, αλλά ελεγεία.

efsyn.gr