Η ΕΕ φοβάται το οικονομικό χάος των ΗΠΑ

Η ΕΕ φοβάται το οικονομικό χάος των ΗΠΑ

Οι Ευρωπαίοι ανησυχούν ότι τα σχέδια της κυβέρνησης Τραμπ μπορούν να απειλήσουν την παγκόσμια οικονομία. Αυτό προκύπτει από εσωτερικό έγγραφο της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, στην οποία συμμετέχουν κορυφαία στελέχη των υπουργείων Οικονομικών των κρατών-μελών της ΕΕ, που επικαλείται το Der Spiegel.

Σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, οι Ευρωπαίοι ανησυχούν για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, ειδικότερα για την αύξηση των δημοσίων δαπανών. Όπως αναφέρεται καθώς «το δημόσιο χρέος είναι ήδη σε έναν δρόμο να καταστεί μη βιώσιμο», στην πολιτική του ρεπουμπλικάνου ελλοχεύουν «βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία».

Κατά το κείμενο, οι τράπεζες και γενικότερα οι δανειστές το τελευταίο διάστημα έχουν αρχίσει να είναι αρκετά επιφυλακτικοί ακόμη και να αποφεύγουν τις ΗΠΑ. «Η μείωση των διεθνών επενδύσεων είναι μια επικίνδυνη πιθανότητα», αναφέρει το έγγραφο αυτό αναφερόμενο στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το Spiegel. Ακόμη, το κείμενο αναφέρει ότι τα σχέδια του ρεπουμπλικάνου προέδρου να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα των ΗΠΑ οι οποίες θα μειώνουν το βάρος για τους πλουσιότερους Αμερικανούς θα «επιτείνει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η οικονομία των ΗΠΑ, δεν θα τις αμβλύνει».

Ο Stanley Fischer, αντιπρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, δήλωσε πρόσφατα ότι υπό την ηγεσία του προέδρου Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ πιθανό να χάσουν την παγκόσμια ηγεμονική δύναμή τους. Ο ρόλος της Αμερικής ως εγγυητής διεθνών οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί δεδομένος, λέει ο Fischer. «Είχα μια εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μια άγκυρα κι όχι μια πηγή αστάθειας», δήλωσε πρόσφατα στους Financial Times.

Το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ μπορεί να παρασύρει τον κόσμο σε μια πολύ επικίνδυνη κατεύθυνση, λέει ο οικονομολόγος, ο οποίος κατείχε αρκετές ισχυρές θέσεις στην καριέρα του. Υπήρξε επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και διοικητής της Τράπεζας του Ισραήλ. Το βιογραφικό του τον κάνει μέλος της κάστας των λεγόμενων «παγκοσμιοποιητών», τους οποίους περιφρονούσαν οι υποστηρικτές του Τραμπ.

Ο Stanley Fischer, πιστεύει για παράδειγμα ότι οι σημερινές προσπάθειες της αμερικανικής κυβέρνησης να χαλαρώσει τους ρυθμιστικούς κανόνες στον τραπεζικού τομέα, 10 χρόνια μόλις μετά την οικονομική κρίση, είναι απλώς «ανόητο». Πριν λίγες μέρες, ο Fischer ανακοίνωσε πως θα αποχωρήσει από τη θέση του, πράγμα που σημαίνει ότι η σημαντικότερη κεντρική τράπεζα στον κόσμο θα χάσει έναν αδιαφιλονίκητο εμπειρογνώμονα. Προφανώς ο Τραμπ θα τον αντικαταστήσει με έναν άλλο από τους «στρατιώτες» του. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η φήμη της Αμερικής στον κόσμο της οικονομίας δέχεται ένα ακόμη χτύπημα.

Μάχη για να μείνει στο Top League

Για δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζονταν από τους περισσότερους ως εγγυητής της παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας. Από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το Σχέδιο Μάρσαλ και μέχρι την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, παρεμβαίνοντας για τη διάσωση του συστήματος. Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, αγωνίζονται να παραμείνουν στους κορυφαίους. Η οικονομική πολιτική που απορρέει από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από σύγχυση και απογοήτευση, μερικές φορές δε ξεσπά σε επαίσχυντο εθνικισμό. Η άλλοτες πανίσχυρη οικονομική υπερδύναμη έχει ξεκινήσει μια άτακτη υποχώρηση προς την ομφαλοσκόπηση.

Όλα όσα αποτέλεσαν τη βάση του οικονομικού θριάμβου της Δύσης τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή τη στιγμή αναιρούνται. Οι εμπορικές συμφωνίες τίθενται υπό αμφισβήτηση, οι παραδοσιακές χώρες εταίροι κατηγορούνται για υποτιθέμενη πρόκληση ανεργίας και ένα έθνος κάποτε γεμάτο με αυτοπεποίθηση, τώρα μαστίζεται από τον φόβο της παρακμής, καθώς όλο και περισσότερο απομονώνεται.

Στον κόσμο του Τραμπ, είναι σχεδόν σαν να ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες θύμα και όχι πρωταγωνιστής της παγκοσμιοποίησης. Σε διεθνείς συναντήσεις όπως η G-7 και η G-20, οι Αμερικανοί παραγκωνίζονται λόγω της έλλειψης συνεκτικής θέσης τους. Σε σημαντικά ζητήματα, από την αλλαγή του κλίματος έως την εμπορική πολιτική, η Ουάσινγκτον βρίσκεται όλο και περισσότερο αντιμέτωπη με τα υπόλοιπα μέλη των διεθνών ομάδων.

Έκθεση: ανοίξτε τα μάτια

Το πόσο βαθύ έχει γίνει το χάσμα μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ διαπιστώνεται σε εσωτερικό έγγραφο της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιτροπή απαρτίζεται από κορυφαίους αξιωματούχους των υπουργείων οικονομικών των κρατών μελών, οι οποίοι συντονίζουν μια κοινή θέση της ΕΕ για σημαντικά θέματα οικονομικής πολιτικής.

Αυτήν τη φορά οι εμπειρογνώμονες «ζυγίζουν» μια αξιολόγηση του Ιουνίου του ΔΝΤ για την κατάσταση της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής. Το ΔΝΤ έχει προσαρμόσει προς τα κάτω τις προβλέψεις ανάπτυξης για τις ΗΠΑ για το 2017 και το 2018 και παρότρυνε την αμερικανική κυβέρνηση να αντιμετωπίσει επιτέλους πιεστικά προβλήματα.

Για τους Ευρωπαίους, οι επικρίσεις των εμπειρογνωμόνων του ΔΝΤ δεν φτάνουν τόσο βαθιά όσο θα έπρεπε. Θεωρούν τις συζητήσεις της Ουάσινγκτον για τον περιορισμό του ελεύθερου εμπορίου και της διεθνούς συνεργασίας ως επίθεση στην ειρήνη του οικονομικού κόσμου, αλλά και σε βάρος των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι εμπειρογνώμονες της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ επικρίνουν το ΔΝΤ, λέγοντας ότι πρέπει να επικεντρωθεί περισσότερο στους κινδύνους που ενέχει ο αυξανόμενος προστατευτισμός. «Ο αντίκτυπός του μπορεί να είναι πολύ πιο δυσμενής από ό, τι σήμερα αναγνωρίζεται», γράφουν.

Στο έγγραφο οι εμπειρογνώμονες εξετάζουν κι επικρίνουν έντονα σχεδόν όλα τα σχέδια της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Σχετικά με τις κυβερνητικές δαπάνες, για παράδειγμα, η επιτροπή της ΕΕ υποστηρίζει ότι επειδή το «δημόσιο χρέος βρίσκεται ήδη σε μια μη βιώσιμη πορεία», ο προϋπολογισμός του Τραμπ θέτει «βραχυπρόθεσμους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία».

Αντίθετα, σύμφωνα με το έγγραφο, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα έπρεπε «να υιοθετήσει μέτρα τόσο από πλευράς εσόδων όσο και από πλευράς δαπανών για να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα». Το έγγραφο συνεχίζει: «Πιστεύουμε ότι ο προτεινόμενος αναπροσανατολισμός των δαπανών προς την άμυνα αντίκειται στους ευρύτερους στόχους πολιτικής που αφορούν την ανισότητα και την τόνωση της δυνητικής ανάπτυξης».

Σχετικά με τις επενδύσεις: Οι Ευρωπαίοι ανησυχούν για το γεγονός ότι οι διεθνείς επενδυτές αποφεύγουν ολοένα και περισσότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Η πτώση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης, αν και αντικατοπτρίζει τις ισχυρές επιδόσεις της οικονομίας των ΗΠΑ και των επιπτώσεων αποτίμησης, είναι ένα πολύ πιθανό τρωτό σημείο», αναφέρει το έγγραφο της ΕΕ.

Σχετικά με τους φόρους: Η προγραμματισμένη φορολογική μεταρρύθμιση, η οποία θα μειώσει κατά κύριο λόγο τη φορολογική επιβάρυνση των τάξεων ανώτερου εισοδήματος, «ενδέχεται να επιδεινώσει παρά να αντιμετωπίσει τις ευρέως συζητημένες προκλήσεις στις οικονομικές προοπτικές των ΗΠΑ, όπως η αυξανόμενη άνιση κατανομή του εισοδήματος».

Σχετικά με την υγεία: Ο στόχος της κατάργησης του νόμου Affordable Care Act, που συχνά αναφέρεται ως Obamacare, θεωρείται επίσης λανθασμένος. «Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι οι Η.Π.Α. κατατάσσονται ήδη χαμηλά στην κάλυψη της υγειονομικής περίθαλψης μεταξύ άλλων χωρών του ΟΟΣΑ και ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση».

Το έγγραφο αποκαλύπτει ουσιαστικές διαφορές απόψεων μεταξύ των πρώην εταίρων – ΕΕ και ΗΠΑ- και καθιστά σαφή την πεποίθηση της Ευρώπης ότι η Αμερική του Τραμπ βρίσκεται μπροστά στην απώλεια της ηγετικής της δύναμης.

Η απώλεια του δολαρίου

Η ανικανότητα στην Ουάσινγκτον έχει ήδη ένα θύμα: το δολάριο. Μέχρι την αρχή του έτους, οι ειδικοί εξακολουθούσαν να προβλέπουν ισοτιμία συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ του δολαρίου ΗΠΑ και του ευρώ. Αλλά αυτό έχει αλλάξει τώρα. Το ευρώ ξεπέρασε την τιμή του 1,20 δολαρίων την περασμένη εβδομάδα και έκτοτε κυμαίνεται λίγο κάτω από το όριο αυτό.

Αυτό έχει αναπόφευκτο αντίκτυπο στον ρόλο της χώρας στην παγκόσμια οικονομία. Πράγματι, μια τεκτονική μετατόπιση στην παγκόσμια νομισματική δομή βρίσκεται σε εξέλιξη. Τις τελευταίες δεκαετίες, το αμερικανικό δολάριο ανέκαθεν ενισχύθηκε όταν ξέσπαγε μια πολιτική κρίση κάπου στον κόσμο, προτρέποντας τους επενδυτές να αναζητήσουν καταφύγιο στη μοναδική εναπομείνασα υπερδύναμη. Το δολάριο θεωρήθηκε ως το πιο ασφαλές νόμισμα στον πλανήτη.

Το δολάριο επίσης χάνει αξία έναντι κι άλλων νομισμάτων, όπως η βρετανική λίρα και το γιεν Ιαπωνίας. Αλλά ακόμη και αυτές οι αμφιλεγόμενες εξαγγελίες του Τραμπ δεν καταφέρνουν να υλοποιηθούν. Η υποσχεθείσα κατάργηση του Obamacare έχει ήδη αποτύχει δύο φορές, η φορολογική μεταρρύθμιση που ανακοινώθηκε με τυμπανοκρουσίες δεν έχει υλοποιηθεί και η επενδυτική επίθεση παραπαίει. Η ανικανότητα του Τραμπ δεν υπονομεύει μόνο τα οικονομικά θεμέλια της Αμερικής, σημειώνει το Spiegel και συνεχίζει: Η απομονωτική πορεία που προκαλεί καταστρέφει τη φήμη της χώρας στον κόσμο μαζί με τη φήμη του νομίσματός της.

Επιτάχυνση της παρακμής

Το ευρώ είναι ένας από τους ευεργετούμενους της παρακμής του δολαρίου, Ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ έχει περάσει χρόνια ταξιδεύοντας στον κόσμο για να ενθαρρύνει τους διεθνείς επενδυτές να αγοράσουν τα ομόλογα που εκδίδει ο ΕΜΣ. Προσπαθούσε λοιπόν να εξηγήσει το περίπλοκο κατασκεύασμα του ευρώ στους Ασιάτες, τους Νοτιαμερικανούς, κ.ά ώστε να επενδύσουν τα χρήματά τους σε ομόλογα ΕΜΣ. Πρόσφατα, όμως, άρχισε να ξοδεύει περισσότερο χρόνο στο γραφείο του στο κτίριο του Λουξεμβούργο, αφού «Δεν χρειάζεται πλέον να κάνω διαφημίσεις για το ευρώ», όπως λέει με ικανοποίηση. «Οι επενδυτές έχουν αναγνωρίσει ότι η κρίση του ευρώ έχει ξεπεραστεί και ότι η ζώνη του ευρώ βρίσκεται σε καλή κατάσταση και πάλι».

Είναι σίγουρα σε καλύτερη κατάσταση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ανάπτυξη της νομισματικής ένωσης ξεπέρασε πρόσφατα την ανάπτυξη των Ηνωμένων Πολιτειών και η ανεργία μειώνεται σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υψηλό εμπορικό έλλειμμα, ενώ η ζώνη του ευρώ αντιμετωπίζει πλεονάσματα. Σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ευρωζώνη τώρα αισθάνεται σαν ένα καταφύγιο σταθερότητας και προβλεψιμότητας.
Ακόμα και η Ελλάδα έχει επανέλθει στην σταθερότητα και τώρα είναι σε θέση να συγκεντρώσει μετρητά στις χρηματοπιστωτικές αγορές από μόνη της.

Αντίθετα, Ο Τραμπ και οι υποστηρικτές του δεν διαχειρίζονται μόνο την παρακμή, αλλά στην πραγματικότητα την επιταχύνουν. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν σε επιρροή στη διεθνή σκηνή, καθώς η Κίνα και άλλες αναδυόμενες οικονομίες αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ», λέει ο Κλάους Ρέγκλινγκ. Ο Stanley Fischer, από την πλευρά του, είναι απαισιόδοξος για το μέλλον των Ηνωμένων Πολιτειών και της παγκόσμιας οικονομίας. Ο έμπειρος οικονομολόγος αναμένει να συνεχιστεί η νέα αβεβαιότητα. «Έχουμε αφεθεί σε έναν κόσμο που δεν έχει μια χώρα άγκυρα» δηλώνει ενδεικτικά.

tvxs.gr