Τα πόδια της Λήδας

Τα πόδια της Λήδας

Κάποιοι θέλουν να πιστεύουν ότι ο άνθρωπος είναι λογικό ζώο. Δεν υπάρχει πιο παράλογη πεποίθηση απ’ αυτήν.

Κάθε άνθρωπος κυριαρχείται πρωτίστως απ’ τα συναισθήματα του. Αυτά τον ωθούν να κάνει ό,τι κάνει. Κι έπειτα προσπαθεί να εκλογικεύσει τις πράξεις του.

Χωρίς συναίσθημα δεν είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε καν ζώα. Είμαστε νεκροί.

~~

Έτσι αποκαλούσαν τον Αλέξη όταν σταμάτησε να είναι παιδί: Ο νεκρός.

Δεν είχε πρόβλημα στο μυαλό, απ’ αυτά που κάποτε νόμιζαν ότι είναι τα μόνα προβλήματα. Μιλούσε κανονικά και καταλάβαινε τι του έλεγαν. Κάποιες φορές απαντούσε κιόλας. Τέλειωσε το δημοτικό κι ήταν άριστος μαθητής, αφού πάντα έκανε ό,τι του ζητούσε ο δάσκαλος.

Δούλευε μεροκάματα στα χωράφια κι όπου έβρισκε απ’ τα δέκα του χρόνια.

Κι ήταν καλός σε ό,τι του έλεγαν να κάνει. Αρκεί να του το έλεγαν. Γιατί από μόνος του δεν μπορούσε να πάρει καμία απόφαση. Αν του έλεγες να χτίσει έναν πετρότοιχο θα το έκανε. Κι ας μην είχε ξαναπιάσει μυστρί. Και θα το έκανε καλά. Ήταν έξυπνος, αλλά ήταν άβουλος.

Δεν έδειχνε ποτέ χαρούμενος ούτε οργισμένος ή φοβισμένος. Το πρόσωπο του ήταν πάντα ίδιο, κενό, σαν του νεκρού. Ήταν ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, ανύπαρχτος κατά κάποιο τρόπο.

Μπορεί να έφταιγε η ψυχρότητα της μάνας του, μπορεί να έφταιγε που γεννήθηκε και βαφτίστηκε στην κηδεία του πατέρα του. Μπορεί να ήταν τυχαίο γεγονός. Το βέβαιο ήταν ότι όλοι το ήξεραν: Ο Αλέξης ήταν νεκρός.

~~

Όταν οι ναζί έφτασαν στην Πελοπόννησο πολλοί άντρες πήραν τα όπλα για να πολεμήσουν απ’ τα βουνά. Τα παλικάρια στο χωριό φιλήσαν τις μάνες και τις αρραβωνιαστικές, τις γυναίκες και τα παιδιά κι ετοιμάστηκαν να φύγουν. Κάποιος μίλησε και για τον Αλέξη.

«Αυτόν δεν θα τον πάρουμε;» ρώτησε.

«Ποιον;» του είπαν όλοι μαζί. «Τον νεκρό;»

Δεν μπορούσαν να έχουν για σύντροφο στη μάχη και στον θάνατο εκείνον που δεν ένιωθε τίποτα. Τι να μοιραστείς με κάποιον που δεν φοβάται, που δεν λυπάται, που δεν θυμώνει;

Ο Αλέξης έμεινε στη Θάλαττα, ο μόνος αρτιμελής νέος. Αρτιμελής, μα λειψός.

Αλλά λίγο καιρό μετά όλα άλλαξαν, κι ο νεκρός αναστήθηκε.

~~

Ο παπάς χρειαζόταν φελλούς για το κρασί, κι έστειλε τον Αλέξη στο πιο κοντινό κεφαλοχώρι, το Χελιδόνι, για να πάρει. Ήταν κάμποσες ώρες δρόμος με τα πόδια, αλλά ο νεκρός δεν έφερε αντιρρήσεις. Μόνο άκουσε τι του είπαν να κάνει και ξεκίνησε νωρίς το πρωί.

Ήταν μεσημέρι όταν έφτασε σ’ ένα κτήμα που το έβρεχε ο Ενιππέας, το ποτάμι της περιοχής. Μπορούσε πια να δει το Χελιδόνι, μια ώρα περπάτημα το πολύ. Καθώς όμως πήγε να βγει απ’ τις καλαμιές κοντοστάθηκε.

Σ’ έναν βράχο δίπλα στο ποτάμι, καθόταν μια κοπέλα. Και βράχνιασε ο νους του Αλέξη.

Η κοπέλα μόλις είχε βγάλει τα πόδια της απ’ το νερό. Ήταν λευκά σαν βούτυρο. Τα δάχτυλα μικρά και τα νύχια βαμμένα κόκκινα. Έβαλε το ένα πόδι πάνω στο γόνατο κι ο Αλέξης είδε την φτέρνα της ολοστρόγγυλη σαν το φεγγάρι. Ακόμα κι ο αστράγαλος της ήταν λαμπρός. Όσο για την πατούσα της, αυτή ήταν καθαρή σαν το νερό.

Πρώτη φορά έβλεπε κάτι τέτοιο. Ήξερε μόνο τα χοντρά και σκληρά πέλματα των γυναικών και των αντρών του χωριού. Δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι μπορεί ένα πόδι να είναι τόσο άσπρο, τόσο καθαρό, τόσο λεπτεπίλεπτο, τόσο αρμονικό, τόσο ερεθιστικό.

Ένιωσε να καβλώνει και κρύφτηκε καλύτερα για να μπορεί να βλέπει χωρίς να τον δουν. Έπειτα η κοπέλα έκανε κάτι τρομαχτικό: Φόρεσε τις κάλτσες της.

Αλλά δεν ήταν κάλτσες μάλλινες ή βαμβακερές. Αφού στέγνωσε τα πόδια της με το φουστάνι της -κι ο Αλέξης έλιωσε- έβγαλε απ’ την τσέπη της δυο νάιλον μαύρες κάλτσες. Άφησε τη μία στην άκρη και φόρεσε την άλλη.

Ο Αλέξης είδε την κοπέλα να ντύνει το πόδι της με το σχεδόν διάφανο ύφασμα. Και δεν άντεξε άλλο, τέλειωσε στο παντελόνι του.

Βόγγηξε άθελα του, κι η κοπέλα τον άκουσε και γύρισε.

«Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε.

Ο Αλέξης δεν απάντησε. Μόνο έφυγε τρέχοντας.

~~

Μέχρι να φτάσει στο χωριό δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο, πέρα απ’ τα πόδια της. Μπήκε στο σπίτι αλλόφρονας, γελώντας.

«Τι κάνεις;» του είπε η Σοφία.

Εκείνος έτρεξε για λίγο γύρω της, μετά κουράστηκε κι έκατσε να της πει τι είχε δει.

«Και φορούσε νάιλον κάλτσες;» ρώτησε η μάνα.

«Σαν τον ιστό της αράχνης. Αλλά μαύρες», είπε ο Αλέξης.

«Κι είχε βαμμένα νύχια;»

«Κόκκινα, σαν τα ρόδια.»

«Κι είχε άσπρα πόδια;»

«Και στρογγυλά.»

Η Σοφία σηκώθηκε.

«Ξέχνα την. Είναι πλούσια.»

Έτσι του είπε. Μα ο Αλέξης, για πρώτη φορά, της έφερε αντίρρηση.

«Δε με νοιάζει τι είναι», της είπε.

Κι η Σοφία τον χαστούκισε.

Αλλά ήταν πολύ αργά για ν’ αλλάξει κάτι. Ο Αλέξης έπιασε το μάγουλό του και γέλασε. Κι αυτό τρόμαξε τη Σοφία. Κατάλαβε ότι δεν είχε πια καμία εξουσία στον γιο της. Τον έστειλε να κοιμηθεί, κι εκείνος παράκουσε ξανά. Βγήκε έξω και χάθηκε στη νύχτα. Κάπως έτσι τέλειωσε η εποχή που ο Αλέξης ήταν νεκρός.

~~

Τις επόμενες μέρες έφευγε νωρίς για να πάει στο ποτάμι, χωρίς κανείς να του το ‘χει πει. Μόλις την έβδομη είδε ξανά το κορίτσι. Με φόβο και με πάθος βγήκε απ’ τα καλάμια και την πλησίασε.

«Τι κάνεις εδώ;» του είπε εκείνη κι έριξε το φουστάνι στα πόδια της. «Απαγορεύεται να είσαι εδώ.»

«Σ’ αγαπώ», της είπε ο Αλέξης. «Και θα σε παντρευτώ.»

Η κοπέλα σάστισε για λίγο, μετά είδε τα ρούχα του και τ’ αλλοίθωρα μάτια του και γέλασε ψεύτικα.

«Δεν θα παντρευόμουν κάποιον σαν κι εσένα ακόμα κι αν ήσουν ο τελευταίος ζωντανός άντρας στον κόσμο», του είπε.

«Αλλά εγώ θα γυρίσω κι απ’ τον τάφο για να σε πάρω», της είπε ο Αλέξης.

Η κοπέλα θύμωσε περισσότερο, αλλά δεν μίλησε.

«Πώς σε λένε;» τη ρώτησε ο Αλέξης.

«Δε με λένε.»

«Πώς σε φωνάζουν;»

«Δε με φωνάζουν.»

«Πώς σ’ αγαπούν;»

«Δε μ’ αγαπάνε.»

Και σηκώθηκε να φύγει, με τις κάλτσες στην τσέπη ακόμα.

«Εγώ σ’ αγαπώ», της φώναξε ο Αλέξης. Κι αφού είδε ότι δεν γυρνούσε της είπε: «Γιατί δεν μου λες τ’ όνομα σου; Τι φοβάσαι;»

Η κοπέλα σταμάτησε. Έπειτα γύρισε αργά, με το κεφάλι ψηλά.

«Δεν φοβάμαι, χωριάτη. Εσύ θα ‘πρεπε να φοβάσαι. Με λένε Λήδα Πρωτονοταρίου.»

Κι αφού έριξε τη βόμβα της έφυγε.

Ο Αλέξης απέμεινε καμμένος. Η μάνα του είχε δίκιο. Ήταν κόρη του Πρωτονοτάριου, του πιο πλούσιου και ισχυρού άντρα. Τι ελπίδες είχε μαζί της;

Του ‘ρθε να κλάψει, του ‘ρθε να πέσει στο ποτάμι. Μετά ντράπηκε για τη δειλία του. Θα βρισκε έναν τρόπο να την κάνει δική του.

«Ακόμα κι αν χρειαστεί να τον σκοτώσω», έλεγε καθώς γυρνούσε στη Θάλαττα.

~~~~~~~~~~~~

Συνεχίζεται

Διαβάστε το πρώτο μέρος ΕΔΩ

sioualtec.blogspot.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.