«Πονοκέφαλοι» και «μέτωπα»

«Πονοκέφαλοι» και «μέτωπα»

«Aναταράξεις» και σκόπελοι στην πορεία προς την έξοδο

Κατά την κυβέρνηση το αφήγημα της εξόδου από τα μνημόνια τον Αύγουστο του 2018 επιβεβαιώνεται ξεκάθαρα μετά και το κλείσιμο της τεχνικής συμφωνίας για την τρίτη αξιολόγηση, κόντρα στην καταστροφολογία της αντιπολίτευσης και ορισμένων ΜΜΕ. ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος, μάλιστα, προχθές, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, «κήρυξε» το τέλος της δημοσιονομικής προσαρμογής στον βαθμό που για πρώτη φορά δεν χρειάστηκαν νέα δημοσιονομικά μέτρα για το κλείσιμο της αξιολόγησης. Την ίδια ώρα ο Αλέξης Τσίπρας υποβάθμισε τη σημασία της άλλοτε πολυπόθητης ένταξης στο QE εκτιμώντας ότι η Ελλάδα θα ενταχθεί σε αυτήν, αλλά πλέον δεν θεωρείται τόσο κρίσιμος παράγοντας για την πρόσβαση στις αγορές όσο εκτιμούσε η κυβέρνηση πριν από μερικούς μήνες.
Το τεχνικό κλείσιμο της αξιολόγησης και μια σειρά από εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας (π.χ. το swap) μπορεί για την κυβέρνηση να σηματοδοτούν ότι ο σχεδιασμός επιτυγχάνεται βήμα βήμα, ωστόσο τα πράγματα δεν κινούνται τόσο ομαλά κι ευθύγραμμα όσο θα ήθελε.

Γερμανικές «καθυστερήσεις»
Εκ των βασικών «πονοκεφάλων» αυτή τη στιγμή είναι η κατάσταση στη Γερμανία και οι προσπάθειες για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Εφόσον αυτές καθυστερήσουν να αποδώσουν είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να συμπαρασύρουν το χρονοδιάγραμμα των συζητήσεων για το χρέος και τους όρους εξόδου από το πρόγραμμα τον Αύγουστο του 2018. Ενδεικτική της αγωνίας για τις εξελίξεις στη Γερμανία ήταν η προ δεκαημέρου πρωτοβουλία Τσίπρα να παροτρύνει τον επικεφαλής του SPD Μάρτιν Σουλτς σε συνεργασία με τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) της Μέρκελ. Η κίνηση αυτή του Έλληνα πρωθυπουργού υπογραμμίζει αφενός την ανάγκη της Αθήνας να τελειώσει έγκαιρα το σίριαλ των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης στο Βερολίνο, αφετέρου την προτίμηση σε μια κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών – Σοσιαλδημοκρατών από μια κυβέρνηση «Τζαμάικα», που κατά το Μαξίμου θα είναι πιο πιεστική απέναντι στα ελληνικά συμφέροντα.

Εντός χρονοδιαγράμματος
Σε ό,τι αφορά το θέμα του χρέους, η κυβέρνηση, διά του κυβερνητικού εκπροσώπου, προχθές εμφανίστηκε να έχει τη βεβαιότητα ότι αυτό θα συζητηθεί εντός του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος, με την πολιτική συζήτηση να αναμένεται να ξεκινήσει αμέσως μετά την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης. Ταυτόχρονα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άφησε να εννοηθεί ότι το σκέλος της συζήτησης για το χρέος που απομένει να συζητηθεί δεν αναμένεται να απαιτήσει μεγάλη χρονική διάρκεια, καθώς ήδη το γενικό πλαίσιο έχει συμφωνηθεί στο Eurogroup της 15ης Ιουνίου, δηλαδή ότι οι ετήσιες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού Δημοσίου δεν θα ξεπερνούν το 15%. Μένει επομένως να προσδιοριστούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που θα διασφαλίζουν ότι δεν θα υπάρχει ανάγκη υπέρβασης αυτού του ορίου. Επίσης, υπογράμμισε την καλή πορεία της υλοποίησης των βραχυπρόθεσμων μέτρων που, σύμφωνα με τον ESM, έχουν αποδώσει πέραν του αναμενόμενου (+ 5%) στην απομείωση του χρέους.

Πάντως, αν η συζήτηση αυτή οδηγήσει το ΔΝΤ στην απόφαση να μην συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο πρόγραμμα, το Μαξίμου εμφανίζεται διατεθειμένο να διεκδικήσει το ζήτημα της αναστολής του μέτρου της μείωσης των συντάξεων από 1.1.2019, παρά τις πρώτες αντιδράσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων, οι οποίοι αντιδρώντας στις σχετικές πληροφορίες επιχειρούν να το ξεκόψουν.

Τρία «μέτωπα»
Ο έτερος βασικός πονοκέφαλος είναι η διαχείριση των ζητημάτων που προκύπτουν από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, δηλαδή η δρομολόγηση κι επιτάχυνση των πλειστηριασμών, η τροπολογία για τη λήψη απόφασης απεργίας στα πρωτοβάθμια σωματεία και το θέμα της πώλησης τεσσάρων λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ. Τα πεδία αυτά με το «καλημέρα» απειλούν να μετατραπούν σε «μέτωπα» όπου σημειώνονται αντιδράσεις, κινητοποιήσεις κ.λπ., με τα γνωστά παρελκόμενα (καταστολή με ΜΑΤ, χημικά κ.λπ.), ενώ προκαλούν αμηχανία αλλά και αντιδράσεις στον ΣΥΡΙΖΑ.

Πλειστηριασμοί: Η κυβέρνηση μετά τα γεγονότα της περασμένης Τετάρτης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στοχοποίησε εντόνως τις αντιδράσεις από τις δύο διαφορετικές μπάντες, τη μεν κινηματική με το επιχείρημα ότι άθελά της λειτουργεί υπέρ των μεγαλοοφειλετών και στρατηγικών κακοπληρωτών, τη δε πολιτικομιντιακή ότι κινείται με μπούσουλα τις «ψευδείς ειδήσεις» (fake news). Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπέδειξε ως βασικό πρωταγωνιστή στην επιχείρηση συκοφάντησης από την πλευρά των ΜΜΕ το συγκρότημα «του υποδίκου» (Μαρινάκη), καταγγέλλοντας ότι με βάση τα ψευδή δημοσιεύματα του συγκεκριμένου συγκροτήματος πολιτεύεται η Ν.Δ., χωρίς αρχές και όρια. Από εκεί και πέρα επιχείρησε αφενός να αντικρούσει με τεκμηρίωση κάθε ισχυρισμό περί εκπλειστηριασμών ακινήτων που εμπίπτουν στην κατηγορία της λαϊκής πρώτης κατοικίας, αφετέρου έσπευσε σε αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις ότι ισχύουν οι δεσμεύσεις περί προστασίας όσων ακινήτων κάτω των 280.000 ευρώ υπάγονται στην προστασία του νόμου Κατσέλη – Σταθάκη, που καλύπτει περί το 70% του συνόλου των ακινήτων πρώτης κατοικίας.

Συνδικαλιστικός νόμος: Μετά την απόσυρση της τροπολογίας από το υπουργείο Εργασίας δόθηκαν εξηγήσεις και διαβεβαιώσεις ότι η εν λόγω τροπολογία για το ποσοστό της απαρτίας αφορά αποκλειστικά τα πρωτοβάθμια σωματεία σε επιχειρησιακό επίπεδο, που μάλιστα είναι συγκεντρωμένα σε έναν τόπο εργασίας, και δεν αγγίζει το άρθρο 20 του ίδιου νόμου που προβλέπει ότι «η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής έκτασης κηρύσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά». Την ίδια ώρα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος εμφάνισε περίπου «ως αντισταθμιστικά» στην παραπάνω υποχώρηση την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων από 1.9.2018 και το «υπερπρονόμιο» να προηγούνται οι αποζημιώσεις και η καταβολή δεδουλευμένων των εργαζομένων έναντι διεκδικήσεων άλλων πιστωτών σε περιπτώσεις πτωχεύσεων επιχειρήσεων ή πλειστηριασμών.

ΔΕΗ: Η κυβέρνηση επιχείρησε να υποβαθμίσει το ζήτημα, σε θέμα (κυρίως) προσαρμογής στην κοινοτική νομοθεσία αναφορικά με την επιταγή σταδιακής απόσυρσης από την παραγωγή ρεύματος με λιγνίτη, από την άλλη προέβη σε συγκρίσεις με το σχέδιο Σαμαρά για τη Μικρή ΔΕΗ που, όπως ανέφερε στο κυβερνητικό μπρίφινγκ ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, προέβλεπε 22% μείωση του παραγωγικού δυναμικού της ΔΕΗ, πώληση υδροηλεκτρικών μονάδων και μονάδων φυσικού αερίου. Με τη συμφωνία της κυβέρνησης με τους θεσμούς, σημείωσε, η ΔΕΗ διατηρεί το 90,9% του παραγωγικού δυναμικού της.

topontiki.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.