Πενήντα χρόνια από τη διάσπαση του ΚΚΕ

Πενήντα χρόνια από τη διάσπαση του ΚΚΕ

Το Φλεβάρη του 1968, τα μέλη του ΚΚΕ στην Ελλάδα –που αντιμετώπιζαν τότε τα πιο δύσκολα καθήκοντα της αντίστασης σε μια δικτατορία, που στις 21/4/67 είχε πιάσει την ηγεσία και το μηχανισμό του κόμματος απολύτως απροετοίμαστους για αυτό το ενδεχόμενο- μάθαιναν εμβρόντητα τη διάσπαση του ΚΚΕ.

Αντώνης Νταβανέλος

Μια πτέ­ρυ­γα, ισχυ­ρή στο εσω­τε­ρι­κό της χώρας, κυ­ρί­ως μέσα από την κα­θο­δη­γη­τι­κή σχέση της με τις ορ­γα­νώ­σεις της ΕΔΑ και των Λα­μπρά­κη­δων, έπαιρ­νε το δρόμο που ήδη αι­χνο­φαί­νο­νταν στο ΚΚ Ιτα­λί­ας, στο ΚΚ Ισπα­νί­ας και, λι­γό­τε­ρο, στο ΚΚ Γαλ­λί­ας, το δρόμο του «ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμού». Μια πτέ­ρυ­γα, με πα­ρου­σία στις ορ­γα­νώ­σεις του εσω­τε­ρι­κού και πλήρη κυ­ριαρ­χία στις ορ­γα­νώ­σεις των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων στο Ανα­το­λι­κό Μπλοκ, πα­ρέ­με­νε πιστή στο «διε­θνές κέ­ντρο», το ΚΚΣΕ, πα­ρέ­με­νε στο δρόμο της στα­λι­νι­κής «ορ­θο­δο­ξί­ας» ή –κατά τους αντι­πά­λους της– στο δρόμο του «δογ­μα­τι­σμού». Τέλος, μια τρίτη πτέ­ρυ­γα –με δύ­να­μη στις ορ­γα­νω­μέ­νες πρω­το­βου­λί­ες αντί­στα­σης και πα­ρου­σία στα στρα­τό­πε­δα των κρα­τού­με­νων αγω­νι­στών– έμενε «ανέ­ντα­χτη», ζη­τού­σε πιο έντο­νη κρι­τι­κή στην ΕΣΣΔ και έδει­χνε να ακού­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο τα «μη­νύ­μα­τα» του διε­θνούς ρι­ζο­σπα­στι­σμού που ήδη είχε αρ­χί­σει να δια­μορ­φώ­νε­ται και θα κο­ρυ­φω­νό­ταν με τον επερ­χό­με­νο Μάη του 1968 (Βιετ­νάμ, Μαύ­ροι Πάν­θη­ρες, αγώ­νες στην Αφρι­κή, «νέα κι­νή­μα­τα» στην Ευ­ρώ­πη κ.ά.). Όχι τυ­χαία, αυτή η «3η κα­τά­στα­ση» αυ­το­προσ­διο­ρι­ζό­ταν ως ρεύμα του «χάους»… Η διά­σπα­ση του ΚΚΕ δεν είναι δυ­να­τόν να γίνει κα­τα­νοη­τή αν δεν σκε­φτεί κα­νείς πάνω στην προϊ­στο­ρία της.

Η κρίση του κομ­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος

Η δια­μόρ­φω­ση των προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων για την «κρίση του κομ­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος» (για να δα­νει­στού­με τον όρο του Φερ­νά­ντο Κλα­ου­ντίν), δη­λα­δή την κρίση των ΚΚ-με­λών της 3ης Διε­θνούς, όπως αυτή δια­μορ­φώ­θη­κε μέσα από την τρα­γι­κή δε­κα­ε­τία του ’30, υπήρ­ξε μια μακρά δια­δι­κα­σία.

Ένας κρί­σι­μος σταθ­μός ήταν η κα­τά­λη­ξη του Β’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, που υπήρ­ξε τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κή από την κα­τά­λη­ξη του Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, που εξα­πέ­λυ­σε το επα­να­στα­τι­κό κύμα του 1917. Ο συμ­βι­βα­σμός των νι­κη­τών στη Γιάλ­τα, εξα­σφά­λι­ζε ση­μα­ντι­κά κέρδη για τη Ρωσία του Στά­λιν, αλλά και ση­μα­ντι­κές ήττες του κομ­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος στη Δύση και κυ­ρί­ως στην Ευ­ρώ­πη. Στην Ιτα­λία και στη Γαλ­λία, τα πα­νί­σχυ­ρα ΚΚ της επο­χής –με το κύρος της ηγε­σί­ας στην αντί­στα­ση κατά των Ναζί– συμ­με­τεί­χαν στις κυ­βερ­νή­σεις «Εθνι­κής Ενό­τη­τας», συμ­βάλ­λο­ντας κα­θο­ρι­στι­κά στη με­τα­πο­λε­μι­κή στα­θε­ρο­ποί­η­ση του κα­πι­τα­λι­σμού. Αυτή η «προ­δο­σία» -σε πλήρη ρήξη με τη γραμ­μή της Κο­μι­ντέρν στον καιρό του Λέ­νιν- δια­μόρ­φω­νε στο εσω­τε­ρι­κό των κομ­μά­των και των κι­νη­μά­των και στις δύο αυτές κε­ντρι­κές χώρες, ισχυ­ρό­τα­τες τά­σεις αμ­φι­σβή­τη­σης της «ορ­θο­δο­ξί­ας», τόσο από τα αρι­στε­ρά, όσο και από δεξιά. Τά­σεις που δεν ήταν δυ­να­τόν να πε­ριο­ρι­στούν στις «υπό­γειες δια­δρο­μές» επ’ άπει­ρο.

Η Γιάλ­τα υπήρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κό ση­μείο της ενί­σχυ­σης του στα­λι­νι­σμού. Όμως το κα­θε­στώς στην ΕΣΣΔ ήταν υπο­νο­μευ­μέ­νο από τις ίδιες τις αντι­φά­σεις του: Στα 1956, στο 20ό Συ­νέ­δριο του ΚΚΣΕ, οι κομ­μου­νι­στές όλου του κό­σμου άκου­σαν τον επι­κε­φα­λής της μάχης στο Στά­λιν­γκραντ, τον Ν. Χρου­στσόφ, να κα­ταγ­γέλ­λει την «προ­σω­πο­λα­τρεία» ως εγκλη­μα­τι­κή (επα­να­φέ­ρο­ντας την τραυ­μα­τι­κή συ­ζή­τη­ση για τις με­γά­λες διώ­ξεις του ’30) και κυ­ρί­ως να απο­κα­λύ­πτει ότι ήταν μύθος η ετοι­μό­τη­τα του κα­θε­στώ­τος για τον «Με­γά­λο Πα­τριω­τι­κό Πό­λε­μο» (επα­να­φέ­ρο­ντας τη συ­ζή­τη­ση για το εξί­σου τραυ­μα­τι­κό γε­γο­νός του «Συμ­φώ­νου Φι­λί­ας» με­τα­ξύ της στα­λι­νι­κής Ρω­σί­ας και της να­ζι­στι­κής Γερ­μα­νί­ας στα 1939…). Ήταν μια ψυ­χρο­λου­σία που λει­τουρ­γού­σε αντι­κει­με­νι­κά απο­συ­σπει­ρω­τι­κά.

Η τάση αυτή ενι­σχύ­θη­κε από ακόμα δύο πα­ρά­γο­ντες: Αφε­νός, τις ερ­γα­τι­κές εξε­γέρ­σεις στις χώρες του Ανα­το­λι­κού Μπλοκ (Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία το ’53, Ουγ­γα­ρία το ’56, Πο­λω­νία και αρ­γό­τε­ρα Τσε­χο­σλο­βα­κία το ’68). Αφε­τέ­ρου, τις δια­σπά­σεις στο εσω­τε­ρι­κό του «νέου» κομ­μου­νι­στι­κού στρα­το­πέ­δου: στο ΚΚ Γιου­γκο­σλα­βί­ας, στο ΚΚ Κίνας, στο ΚΚ Βιετ­νάμ κ.ο.κ., η ρήξη με τη Μόσχα ήρθε σύ­ντο­μα και είχε τε­ρά­στιες συ­νέ­πειες.

Στο εσω­τε­ρι­κό της χώρας, η ητ­τη­μέ­νη στον Εμ­φύ­λιο Αρι­στε­ρά αντι­με­τώ­πι­ζε αυτήν τη «χα­ο­τι­κή» συ­ζή­τη­ση σε συν­θή­κες ακόμα με­γα­λύ­τε­ρης συ­μπί­ε­σης. Το απί­στευ­τα αυ­ταρ­χι­κό εσω­κομ­μα­τι­κό κα­θε­στώς που είχε επι­βά­λει ο Ν. Ζα­χα­ριά­δης (που ακόμα πολ­λοί εξα­κο­λου­θούν να αντι­με­τω­πί­ζουν ως «οδη­γη­τή») συν­δυα­ζό­ταν με μια πρω­το­φα­νή πο­λι­τι­κή ισο­πέ­δω­ση: την άποψη ότι το 1949 ήταν «ήττα στο στρα­τιω­τι­κό πεδίο, αλλά νίκη στο πο­λι­τι­κό» και την εκτί­μη­ση ότι οι κομ­μου­νι­στές «πα­ρα­μέ­νουν με το όπλο παρά πόδας…».

Όλα αυτά τα στοι­χεία της ιδε­ο­λο­γι­κής, πο­λι­τι­κής και ορ­γα­νω­τι­κής κρί­σης, ενι­σχύ­θη­καν στο έπα­κρο από την επέ­λα­ση του νέου ρι­ζο­σπα­στι­σμού. Ο διε­θνής Μάης και ο Τσε έβα­ζαν με έμ­φα­ση του αί­τη­μα για μια «Νέα Αρι­στε­ρά».

Στην Ελ­λά­δα αυτό εκ­φρά­στη­κε μέσα στο κύμα αγώ­νων και πο­λι­τι­κο­ποί­η­σης της «γε­νιάς του ‘60» που κο­ρυ­φώ­θη­κε στα Ιου­λια­νά. Το ΚΚΕ σή­με­ρα κα­ταγ­γέλ­λει -σω­στά!- τη γραμ­μή και την ηγε­σία της ΕΔΑ ως «δεξιά από­κλι­ση», αλλά τε­λεί­ως λα­θε­μέ­να κα­ταγ­γέλ­λει το κί­νη­μα, το ρι­ζο­σπα­στι­σμό και τη μα­ζι­κή διά­στα­σή του, κά­νο­ντας λόγο για «σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή εποχή της ΕΔΑ». Άλ­λω­στε, απέ­να­ντι στους ερ­γά­τες και τους νέους της επο­χής του ’60 οι με­τέ­πει­τα «ανα­νε­ω­τές» και οι «δογ­μα­τι­κοί» στά­θη­καν μαζί…

Μετά την εύ­κο­λη επι­βο­λή της δι­κτα­το­ρί­ας, όμως, η διά­σπα­ση του ΚΚΕ ήταν απλώς ανα­πό­φευ­κτη.

Κομ­μου­νι­στι­κή Ανα­νέ­ω­ση;

Σή­με­ρα, εκ του απο­τε­λέ­σμα­τος, γνω­ρί­ζου­με ότι το ρεύμα του ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμού στην Ιτα­λία, στη Γαλ­λία, στην Ισπα­νία, αλλά και στην Ελ­λά­δα, ήταν μια στρο­φή προς τη σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία.

Δεν ήταν από την αρχή γνω­στό, ούτε δε­δο­μέ­νο ότι θα κα­τέ­λη­γε έτσι. Χι­λιά­δες αγω­νι­στές-στριες που στρα­τεύ­τη­καν στις γραμ­μές του, το έκα­ναν ανα­ζη­τώ­ντας μια έξοδο από το «στα­λι­νι­κό φαι­νό­με­νο» και μέσα σε συν­θή­κες με­γά­λων αγώ­νων, όπου θα μπο­ρού­σε να υπάρ­ξει δια­φο­ρε­τι­κή έκ­βα­ση. Όμως αυτό δεν αναι­ρεί ούτε τις με­γά­λες ηγε­τι­κές ευ­θύ­νες (του Μπερ­λι­γκου­έρ, του Κα­ρί­γιο, του Μαρ­σαί και των ντό­πιων ομο­λό­γων τους), ούτε τα με­γά­λα ιδε­ο­λο­γι­κο­πο­λι­τι­κά «κενά» στη στρα­τη­γι­κή του ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμού.

Ο Εν­ρί­κο Μπερ­λι­γκου­έρ υπήρ­ξε ο πρω­το­πό­ρος που «διεύ­ρυ­νε» την κρι­τι­κή προς το στα­λι­νι­σμό, απορ­ρί­πτο­ντας την πα­ρά­δο­ση της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης συ­νο­λι­κά και θέ­το­ντας τα θε­μέ­λια προς τον «ιστο­ρι­κό συμ­βι­βα­σμό» και τη συ­γκυ­βέρ­νη­ση με τη σκλη­ρή χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κή Δεξιά.
Η τάση αυτή επι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί­ται με μια ορι­σμέ­νη «ανά­γνω­ση» του Γκράμ­σι από τον ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμό. Ο με­γά­λος Σαρ­δη­νός μαρ­ξι­στής δεν έχει ευ­θύ­νη γι’ αυτό: στο έργο του η διεκ­δί­κη­ση της «ηγε­μο­νί­ας» δεν ταυ­τί­ζε­ται με τη διαρ­κή επι­δί­ω­ξη των «συ­ναι­νέ­σε­ων» με τις αντί­πα­λες τά­ξεις, ο «πό­λε­μος θέ­σε­ων» μέσα στις πιο σύν­θε­τες δυ­τι­κές κοι­νω­νί­ες δεν ταυ­τί­ζε­ται με την ιστο­ρι­κή απόρ­ρι­ψη των «κι­νή­σε­ων», με την απόρ­ρι­ψη της ερ­γα­τι­κής/λαϊ­κής επα­νά­στα­σης ως «τομής» στην εξέ­λι­ξη της τα­ξι­κής πάλης. Οι ευ­ρω­κομ­μου­νι­στές ως Γκράμ­σι «δια­βά­ζουν» τον Το­λιά­τι και τη δική του «με­τά­φρα­ση» του μαρ­ξι­στι­κού έργου του Γκράμ­σι.

Στην Ελ­λά­δα, το ΚΚ. εσ. είδε «θε­τι­κά» την από­πει­ρα φι­λε­λευ­θε­ρο­ποί­η­σης της χού­ντας επί Μαρ­κε­ζί­νη, είδε αρ­νη­τι­κά την εξέ­γερ­ση του Πο­λυ­τε­χνεί­ου και αντι­με­τώ­πι­σε τους με­γά­λους αγώ­νες της επο­χής της Με­τα­πο­λί­τευ­σης με τη δια­τα­ξι­κή στρα­τη­γι­κή της Εθνι­κής Αντι­δι­κτα­το­ρι­κής Ενό­τη­τας (ΕΑΔΕ) του Λ. Κύρ­κου. Φυ­σιο­λο­γι­κά συρ­ρι­κνώ­θη­κε απέ­να­ντι στην πιο συ­γκρο­τη­μέ­νη αν και εξί­σου με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή στρα­τη­γι­κή του ΚΚΕ και κυ­ρί­ως μπρο­στά στην επέ­λα­ση του ΠΑΣΟΚ. Έχασε τη νε­ο­λαία του (με τη διά­σπα­ση της Β΄ Πα­νελ­λα­δι­κής) και κα­τέ­λη­ξε στο θνη­σι­γε­νές σχήμα της ΕΑΡ. Η ηγε­σία του Λ. Κύρ­κου συ­νέ­βα­λε τα μέ­γι­στα (μαζί με τον «δογ­μα­τι­κό» Χ. Φλω­ρά­κη) στο αί­σχος της συ­νερ­γα­σί­ας με τον μη­τσο­τα­κι­σμό στα 1989, ενώ στη συ­νέ­χεια τα στε­λέ­χη της ΕΑΡ επι­βί­ω­σαν ως δεξιά πτέ­ρυ­γα μέσα στον ενιαίο Συ­να­σπι­σμό.

Μια λι­γό­τε­ρο φα­νε­ρή πτυχή στο έργο του Το­λιά­τι είναι ότι, παρά τις αντί­θε­τες δια­κη­ρύ­ξεις, ου­δέ­πο­τε διέ­κο­ψε τις καλές σχέ­σεις του με το «διε­θνές κέ­ντρο» της Μό­σχας. Αυτό ισχύ­ει για τη με­γά­λη πλειο­ψη­φία του ρεύ­μα­τος του ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμού. Ο Λ. Κύρ­κος υπο­στή­ρι­ξε δη­μό­σια το πρα­ξι­κό­πη­μα του Για­ρου­ζέλ­σκι στην Πο­λω­νία! Στη σύ­γκρου­ση με την αρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα του ΚΚΕ εσ. (μάχη για το «Κ») και το σάλτο προς το κενό της ΕΑΡ, είναι γνω­στό ότι ο Κύρ­κος (αλλά και άλλα «αρι­στε­ρό­τε­ρα» στε­λέ­χη που τε­λι­κά συμ­φώ­νη­σαν μαζί του) είχαν «εσω­τε­ρι­κή» ενη­μέ­ρω­ση για τις επερ­χό­με­νες εξε­λί­ξεις στην ΕΣΣΔ και την αυ­το­διά­λυ­ση του ΚΚΣΕ. Ανά­λο­γα δείγ­μα­τα γρα­φής πα­ρου­σί­α­σαν ο Κα­ρί­γιο στο ΚΚ Ισπα­νί­ας και ο Μαρ­σαί στο ΚΚ Γαλ­λί­ας. Ο ευ­ρω­κομ­μου­νι­σμός αυ­το­συ­στή­θη­κε ως από­πει­ρα δη­μο­κρα­τι­κής στρο­φής σε ρήξη με το «στα­λι­νι­κό φαι­νό­με­νο» και λει­τούρ­γη­σε ως σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή στρο­φή στο πλαί­σιο της συ­νέ­χειας του στα­λι­νι­κού ρεύ­μα­τος και των «άτυ­πων» σχέ­σε­ων με τις οποί­ες αυτό το ρεύμα λει­τουρ­γού­σε μετά τη διά­λυ­ση της Κο­μι­ντέρν και κυ­ρί­ως μέσα στις συν­θή­κες του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου.

Παρ’ όλα αυτά είναι κυ­ριο­λε­κτι­κά γε­λοία η προ­σπά­θεια της «Αυγής» να πεί­σει το κοινό της ότι τα έργα της ση­με­ρι­νής κυ­βέρ­νη­σης ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απο­τε­λούν μια κά­ποια ομαλή συ­νέ­χεια των ελ­πί­δων «ανα­νέ­ω­σης» του κομ­μου­νι­σμού, των ελ­πί­δων της δε­κα­ε­τί­ας του ’70. Ότι οι νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες με­ταρ­ρυθ­μί­σεις και το μνη­μό­νιο 3 απο­τε­λούν μια κά­ποια εκ­δο­χή «πο­λέ­μου θέ­σε­ων», που πε­ρι­λαμ­βά­νει μεν «επώ­δυ­νους συμ­βι­βα­σμούς» αλλά όμως πα­ρα­μέ­νει προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος στην αλ­λα­γή της κοι­νω­νί­ας προς όφε­λος των ερ­γα­ζο­μέ­νων και των λαϊ­κών τά­ξε­ων. Γιατί τα «πο­λυ­βο­λεία» που εγκα­θι­στούν μέσα στο κρά­τος, την κοι­νω­νία και τους θε­σμούς της, ο Τσί­πρας, ο Δρα­γα­σά­κης και ο Κο­τζιάς, δεν στρέ­φουν τα πυρά τους ενά­ντια στους κα­πι­τα­λι­στές και τις κυ­ρί­αρ­χες κρα­τι­κές γρα­φειο­κρα­τί­ες. Αντί­θε­τα πο­λυ­βο­λούν κα­θη­με­ρι­νά τους ερ­γά­τες και τους φτω­χούς αν­θρώ­πους. Και αυτός είναι ένας Ρου­βί­κω­νας που όποιος τον δια­βεί οφεί­λει να γνω­ρί­ζει ότι δεν υπάρ­χει καμιά ελ­πί­δα για επι­στρο­φή.

/rproject.gr/