Τα σκιάχτρα των ερημόσπιτων

Τα σκιάχτρα των ερημόσπιτων

Θυμάμαι τις παλιές γριές. Καδρωμένες στα παράθυρα των σπιτιών. Σαν κρεμασμένοι νατουραλιστικοί πίνακες του 19ου αιώνα. Πάνω σε στραβές, ψάθινες καρέκλες καφενείου. Ένα περβάζι απόσταση από τον δρόμο, κι ένα θολό τζάμι. Με τις φαρδιές τους ρόμπες και τα μαύρα τους τσεμπέρια, ισόβιες νύφες του πένθους. Για έναν αδελφό σε ορυχείο του Βελγίου ή για έναν πατέρα από εκτέλεση στον εμφύλιο ή για μια μάνα στην έβδομή της γέννα ή για έναν σύζυγο από κακιά αρρώστια ή για έναν γιο κατά λάθος στο κυνήγι.

του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

Ανακαλώ τη μορφή τους. Για να τη βρω ταιριασμένη με τη σιωπή του δωματίου. Και το σκωροφαγωμένο κούφωμα του παραθύρου. Μια απλή απόχρωση της σκιάς σε μαύρο φόντο. Δίχως πηγούνι, μάγουλα, μύτη, βλέφαρα, αυτιά. Ούτε καν στόμα. Τίποτα απολύτως εκτός από δύο παγωμένα μάτια, που ακινητούν στον δρόμο. Κοιτάζοντας χωρίς να βλέπουν. Σαν τα άκλειστα μάτια των πεθαμένων. Μαζί και ένα μυαλό, που κλωθογυρίζει συνέχεια ιστορίες.

Ότι θα το πουλήσει το παλιόσπιτο ο γιος τους. Αργά ή γρήγορα θα το πουλήσει. Κάτι ξετσίπωτες έχει ξανά στην τηλεόραση. Με την πρώτη καμπάνα μην παραλείψουν να ανάψουν το καντήλι. Πλιτς-πλιτς στάζει συνέχεια η βρύση της κουζίνας. Η κερασιά δεν έβγαλε μπουμπούκια φέτος. Μια βδομάδα τώρα χωρίς ούτε ένα ξύλο για τη σόμπα. Το αλεύρι και το λάδι κοντεύουν επίσης να σωθούν. Δυο κεραμίδια της σκεπής έχουνε σπάσει. Θα το πουλήσει το παλιόσπιτο ο γιος τους. Αργά ή γρήγορα θα το πουλήσει. Το μόνο εμπόδιο είναι οι ίδιες. Έτσι όπως κάθονται από πείσμα και περνάνε την ώρα τους μπρος στο παράθυρο. Κλωθογυρίζοντας με το μυαλό τους ιστορίες.

Ότι είναι Ιούνης μήνας. Κι είναι στις τσάπες. Γιατί αν ήτανε Ιούλιος θα ήταν στα καπνά. Τον Αύγουστο θα ήταν στην ντομάτα. Και όλο σχεδόν το φθινόπωρο θα ήταν στα βαμβάκια. Μ’ ένα χαρέρι στη μέση να μουλιάζουν από την υγρασία του Σεπτέμβρη ή να ανασαίνουν φέτες από τις πρωινές ομίχλες του Οκτώβρη. Αλλά είναι Ιούνης τώρα. Ντάλα ήλιος, 39 βαθμοί κελσίου και δώδεκα στρέμματα γεμάτα αγριάδα. Στέκονται λίγο για να πάρουν μια ανάσα, να σκουπίσουν τον ιδρώτα με το τσεμπέρι τους και να ξεπιαστούν από το σκύψιμο, μπας και ξεχαστούν λιγάκι. Κλωθογυρίζοντας με το μυαλό τους ιστορίες.

Ότι ο γείτονας διέθετε μπακάλικο. Κι έκανε πού και πού σκόντο. Στο τυρί. Ή στη μορταδέλα. Ή στο λάδι. Η δε μητέρα τους ενθάρρυνε. Ο πατέρας τους σιγάνευε. Και οι ίδιες δεν είχαν ποτέ γνώμη. Για να βρεθούν στο τέλος μπακάλισσες. Με δυο παιδιά και τέσσερα κορίτσια. Πίσω από το ψυγείο με τις πορτοκαλάδες, τις λεμονάδες και το γλυκό βανίλια. Να επιστρέφουν μια ολόκληρη ζωή τα ρέστα στους πελάτες. Και να μετράνε αργά το βράδυ τα χοντρά και τα ψιλά που μαζεύτηκαν στο ταμείο. Ενόσω κλωθογυρίζουνε με το μυαλό τους ιστορίες.

Ότι ήτανε όμορφος ο Μανόλης. Κι αυτές νεαρές κοπέλες. Με τα κοριτσίστικα χασκόγελα. Την αφέλεια της εφηβείας τους. Μαζί με την αμφιβολία για τα μωρά του πελεκάνου και το ολάνθιστο κρίνο του αγγέλου. Αλλά ήτανε κομουνιστής ο πατέρας του Μανόλη. Ο δε δικός τους ήτανε από την εθνικόφρονα πλευρά. Κι οι ίδιες που δεν ήταν με κανέναν έπρεπε να μείνουν σε ολόκληρη τη ζωή τους με τη νοσταλγία και με τη λαχτάρα του Μανόλη. Έτσι όπως κάθονται μονάχες τους ογδόντα χρονών γυναίκες και κλωθογυρίζουνε με το μυαλό τους ιστορίες.

Θυμάμαι τις παλιές γριές. Πεθαμένες πια από χρόνια. Χωρίς να έχουν αφήσει πίσω τους τίποτα άλλο εκτός από τη μνήμη ενός σκιάχτρου που στοιχειώνει ακόμη τα παράθυρα των ερημόσπιτών τους – όσων τουλάχιστον δεν πουλήθηκαν. Κοιτώντας χωρίς να βλέπουν. Κάτι σαββατόβραδα που βγαίνουνε οι οικογένειες στις επαρχιακές πόλεις για σουβλάκι ή τις καθημερινές που πηγαίνουν οι άντρες στα καφενεία ή τα Χριστούγεννα και το Πάσχα που φοράνε όλοι τα καλά τους.

Αλλά στο μεταξύ οι Μανόληδες σβηστήκαν, οι κερασιές ξεραθήκαν, τα ρέστα του μπακάλικου τελειώσαν και αν κάτι βρίσκω να έχει αξία σε όλα αυτά είναι η κληρονομιά της μνήμης. Που κλωθογυρίζει συνέχεια ιστορίες σαν το κουκούλι με τις κάμπιες που περιμένουνε να γίνουν πεταλούδες ή σαν τα ασυνάρτητα μεταμοντέρνα μουρμουρητά που αρέσκονται να ακούνε τον ήχο της φωνής τους. Άλλοτε για να ξορκίσει την ανία, άλλοτε για να οργανώσει νέα οχυρά, άλλοτε για να εκφράσει το παράπονο και τις πιο πολλές φορές από πείσμα.


artinews