Αλυχτίσματα

Αλυχτίσματα

Ο δικός μου ο κακός ο λύκος δεν ζούσε βαθιά στο δάσος, δεν ντυνότανε με γυναικεία ρούχα και δεν καταβρόχθιζε αθώες κοκκινοσκουφίτσες.

  • του Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Είχε το άντρο του σε μια πυκνόφυτη ρεματιά με ένα γάργαρο ρυάκι, που κολυμπούσαν πέστροφες, καραβίδες και σαυρίδια. Μικρός απέφευγα να πλησιάσω, κι ας συνόρευε με τα χωράφια μας. Όταν πεινούσε ο λύκος, έπαιρνε παραμάζωμα όλα τα κοπάδια, τα κοτέτσια, τα μαντριά και τα περίεργα μωρά.

Αρχές του ’80 ήταν, όταν βιάστηκα να μεγαλώσω. Και σαν να μίκρυνε απότομα η ρεματιά. Δεν δίσταζα πλέον να κατεβαίνω. Στέγνωσε και το ρυάκι της. Άφαντα τα ψαρικά. Τον λύκο έπαψα να τον φοβάμαι. Μια μέρα μάλιστα πέρασε από κοντά μου, στα πέντε μόλις μέτρα. Ψωραλέος, αναμαλλιασμένος, γεροντιάρης. Μακριά στο βάθος κάποιοι σκύλοι τον είχαν πάρει στο κατόπι.

Δεν τον ξανάδα από τότε. Ούτε άκουσα για κατασπαραγμένα ζωντανά. Αφανίστηκε στο μεταξύ και η ρεματιά από τους καταπατητές. Μόνο κάποιες καλοκαιρινές νύχτες ακούω κάτι μακρινά αλυχτίσματα. Θέλω να πιστεύω ότι είναι ακόμη εκεί. Στο πυκνόφυτο λημέρι με το ρυάκι και τις καραβίδες. Τον φαντάζομαι ανήμπορο, φαφούτη στο κρεβάτι. Με μια πονηρούλα κοκκινοσκουφίτσα να του παραστέκεται με αυταπάρνηση και να τον γηροκομεί.


artinews