Γέφυρες και φράγματα

Γέφυρες και φράγματα

Λοιπόν, μικρός ονειρευόμουνα να γίνω μηχανικός. Γέφυρες να χτίζω. Όχι τα πετρόκτιστα γιοφύρια που ανθρώπους πρέπει να θυσιάζεις στα θεμέλιά τους για να στεριώσουν. Τη γυναίκα του πρωτομάστορα πάντα τη συμπαθούσα και ποτέ δεν κατάλαβα την αδικία που για αιώνες τελείται σε βάρος της.

  • του Δημήτρη Χριστόπουλου

Γέφυρες για τον χρόνο να κατασκευάζω. Πάνω στους σιδερένιους γίγαντες ακούραστες να πηγαινοέρχονται οι μνήμες. Γυναίκες μαύρες από τη λύπη τους με ξέπλεκα μαλλιά και με σπαθί στο χέρι, σαν τη Μεσολογγίτισσα του Σολωμού ή την Αντιγόνη του Αλεξάνδρου.

Μα τώρα που τα ασυνάρτητα χρόνια βαριά πέφτουν στους ώμους μου, ακρωτηριασμένος στη μοναξιά βουλιάζω. Ονειρεύομαι. Ότι τις αξημέρωτες νύχτες του χειμώνα χιονίζει στα όνειρά μου. Ότι σαμποτέρ μαζί με τους κομάντο τα μέσα φράγματα ανατινάζουμε. Παρόντες όλοι στο κάλεσμα της εποχής. Ότι ένα άοπλο τάγμα σε μυστική αποστολή μ’ ένα σακί λέξεις στον ώμο βαδίζει προσεκτικά με τα γυμνά του πόδια, παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων. Και τα κοράκια του Πόε ψηλά στ’ απόκρημνα ιδανικά ακινητούνε.

Στην εμπροσθοφυλακή ο Σαχτούρης σαν τον τρελό λαγό. Δίπλα του ο Αναγνωστάκης, ξεχασμένος κι ατίθασος, να περπατά σε δρόμο σκοτεινό και λασπωμένο. Παραπίσω ο Πατρίκιος να ιστορεί τους νεκρούς μας. Ο Λεοντάρης με κατατσακισμένα δάχτυλα όταν πάνω του έπεφτε το τίποτα της ζωής. Στα μετόπισθεν ο Άρης με το κοφτερό μαχαίρι στο στόμα τις λέξεις ν’ ακονίζει. Κι ο Κατσαρός, που σαν αγρίμι έζησε τη ζωή του –δίχως μιλιά, με κομμένη τη γλώσσα- «κουράγιο σύντροφοι, κουράγιο!», να μας εμψυχώνει.

Κι ανιχνευτής της μυστικής αποστολής ένας αητός με μια σημαία. Ο πιο ακριβός της Ρωμιοσύνης. Στη σοφία της μοναξιάς του πορεύεται κρατώντας τα μπόσικα. Ένας βετεράνος με ασκημένο αυτί μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές των στίχων του. Ανάμνηση και προσμονή ο λόγος του. Τα βήματα με προσοχή να διακρίνει. Του φίλου το κάλεσμα και του εχθρού τη νάρκη. Και τη μεγάλη ώρα, Απασφαλίστε, θα πει. Απασφαλίστε, αδέλφια μου! Το φράγμα γκρεμίστε!

Λοιπόν, κάθε πρωί αρτιμελής ανοίγω τα μάτια. Ένα αφρισμένο ποτάμι κυλάει μέσα μου κι οι λέξεις βότσαλα που κροταλίζουν.


artinews

Τα σχόλια είναι κλειστά.