Πρωτοβουλία ΕΤΕ: Ποιος ωφελείται πραγματικά από την «επιτυχία» της εθελουσίας;

Πρωτοβουλία ΕΤΕ: Ποιος ωφελείται πραγματικά από την «επιτυχία» της εθελουσίας;

Και η νέα “Εθελουσία”, λοιπόν, είναι γεγονός. Πάνω από 1.120 συνάδελφοι-ισσες αποχώρησαν, εκ των οποίων 700 από το Δίκτυο και το 25% κάτω από 50 ετών, όπως είχαμε προειδοποιήσει στην Ανακοίνωση #3 της “Πρωτοβουλίας”. Ήδη οι πρώτες αρνητικές συνέπειες είναι εμφανείς. Καταστήματα που υπολειτουργούν, ακόμα μεγαλύτερη εντατικοποίηση και εργασιακό στρες, δεκάδες αποσπάσεις χωρίς συγκατάθεση και συνεννόηση και φυσικά να μην ξεχνάμε το ισχυρό πλήγμα που θα δεχτούν τα ταμεία μας, αλλά και η λειτουργία του ΣΥΕΤΕ.

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η Διοίκηση της ΕΤΕ συνεχίζει τις προκλητικές τοποθετήσεις ακριβοπληρωμένων ειδικών συμβούλων, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον Διευθυντή της Δ/νσης Λειτουργιών και Διαχείρισης Έργων. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά:

Γιατί έφυγαν τελικά οι συνάδελφοι; Ευθύνη έχει και η ηγεσία του ΣΥΕΤΕ

Τα τελευταία χρόνια η απαξίωση της δουλειάς μας είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Εντατικοποίηση, ανεδαφικοί στόχοι που όλο και μικρότερη σχέση έχουν με την κοινωνική πραγματικότητα, ελάχιστες ευκαιρίες ανέλιξης (ειδικά στο Δίκτυο), περιεχόμενο εργασίας όλο και λιγότερο δημιουργικό. Ταυτόχρονα, το Τραπεζικό σύστημα με τις πρακτικές του, αντί να συμβάλλει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, βυθίζει ακόμα περισσότερο την Οικονομία στην ύφεση και την κοινωνία στην ανέχεια.

Επιπλέον, η συζήτηση για την απελευθέρωση των απολύσεων και την περαιτέρω υποβάθμιση των εργασιακών σχέσεων, δημιουργούσε ένα ασφυκτικό πλαίσιο. Σε αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να προσθέσουμε και το κλίμα τρομοκρατίας που είχε καλλιεργηθεί από τα συντηρούμενα από τις Τράπεζες μέσα ενημέρωσης, τα οποία κάθε μέρα επί μήνες είχαν (όλως τυχαίως) τίτλους ειδήσεων του τύπου “Επίκειται σφαγή των τραπεζοϋπαλλήλων” και άλλα παρόμοια.

Αυτές ήταν οι συνθήκες που αξιοποίησε και καλλιέργησε η Διοίκηση για να “πετύχει” η Εθελουσία. Το πιο σημαντικό για εμάς, όμως, είναι το πώς αντιμετώπισε την κατάσταση η ηγεσία του Συλλόγου. Εδώ πρέπει να είμαστε καθαροί. Σε συμφωνία των ΔΗΣΥΕ – ΔΑΚΕ – ΔΑΣ, ο ΣΥΕΤΕ έβαλε ουσιαστικά “πλάτη” στην υλοποίηση του προγράμματος, αποδεχόμενος μετά δακρύων το δήθεν “αναπόδραστο” του πλάνου αναδιάρθρωσης, συνεπώς και των Μνημονίων, ως προϋπόθεση σταθερότητας της ΕΤΕ. Δεν προστάτεψε τους συναδέλφους, δεν πρότεινε κανένα σχέδιο μάχης ενάντια στην συνεχή απαξίωση της εργασίας μας, δεν έχει καμία πρόταση για το ποιο πρέπει να είναι το μέλλον του τραπεζικού συστήματος και ως εκ τούτου του επαγγέλματος του τραπεζοϋπαλλήλου. Εδώ και χρόνια αποτελούν ουσιαστικά την “ουρά” στις στρατηγικές επιδιώξεις της κάθε Διοίκησης. Και για να μην ξεχνιόμαστε, η αφαίρεση της ρήτρας μη απολύσεων από την τελευταία επιχειρησιακή ΣΣΕ είχε σαφή στόχευση την “πετυχημένη” έκβαση της εθελουσίας εξόδου.

Η εθελουσία δεν μειώνει, αλλά εντείνει τις αδικίες εντός της ΕΤΕ

Οι δεκάδες αποσπάσεις στο δίκτυο γίνονται σε κατάσταση πανικού, χωρίς σχέδιο και συνεννόηση και πολλές φορές χωρίς καν την πληρωμή οδοιπορικών. Ταυτόχρονα το πάρτι των ειδικών συνεργατών καλά κρατεί, ενώ όσα golden boys και girls έφυγαν εισέπραξαν πολύ υψηλά ποσά ως αποζημιώσεις, για να μην αναφερθούμε και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι… επανείσπραξαν αποζημιώσεις έχοντας κάνει παλιότερα χρήση αντίστοιχων προγραμμάτων.

Δυστυχώς, ούτε η ηγεσία του Συλλόγου σκοπεύει να βάλει φρένο σε αυτήν την πρακτική, παρά μόνο στην περίπτωση που θίγεται κάποιος “δικός τους”. Το παράδειγμα των Πιστοδοτικών Κέντρων της Θεσσαλονίκης είναι χαρακτηριστικό. Ενώ η απεργία ενάντια στην τοποθέτηση ειδικού συνεργάτη ως Διευθυντή είχε καθολική συμμετοχή, δεν βρήκε συνέχεια και σε άλλους χώρους με αντίστοιχα προβλήματα, κι αυτό για να μην χαλάσει την κρίσιμη στιγμή η συμπόρευση ΣΥΕΤΕ – Διοίκησης εν όψει της Εθελουσίας.
Επιπλέον, σχετικά με τις ελαστικές σχέσεις εργασίας (ενοικίαση, μαθητεία, κτλ), είναι προφανές ότι υπάρχει η κατεύθυνση να διευρυνθούν ακόμα περισσότερο, καθώς αυτό επιτάσσουν και οι “βέλτιστες πρακτικές” της ΕΕ, οι οποίες είναι υπό “διαπραγμάτευση”, και συνεπώς αναμένεται σύντομα η νομοθέτησή τους…

Ισχυρό πλήγμα στα ασφαλιστικά ταμεία

Δεν πρέπει να υποτιμούμε το πλήγμα που θα δεχτούν τα ασφαλιστικά μας ταμεία μετά και από αυτή τη μαζική μείωση του προσωπικού. Παρά το επωφελές κούρεμα των οφειλών του Ταμείου Αυτασφαλείας (για τις οποίες βέβαια υπεύθυνες για τη δημιουργία τους είναι οι ηγεσίες του ΣΥΕΤΕ, με την για χρόνια πολιτική της τοποθέτησης χρημάτων των ασφαλισμένων σε μετοχές της Τράπεζας), οι συνέπειες στις ασφαλιστικές και υγειονομικές μας παροχές θα είναι σημαντικές, κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσουμε άμεσα.

Ποιο είναι το μέλλον του επαγγέλματός μας;

Η τάση μείωσης του προσωπικού στην ΕΤΕ και σε όλες τις τράπεζες δεν είναι σημείο των καιρών, ούτε εξαντλεί τη στόχευσή της σε έναν απλό περιορισμό του “κόστους”. Υπάρχουν βαθύτερη λόγοι για την πολιτική αυτή, που αποτελεί βασική πρόβλεψη των πλάνων αναδιάρθρωσης. Μια μελέτη των δεδομένων απαντά στο γιατί:

Με ταχείς ρυθμούς προωθείται η ψηφιοποίηση – αυτοματοποίηση της τραπεζικής εργασίας. Επενδύονται τεράστια ποσά, που όμως θα αποφέρουν υποπολλαπλασιασμό του κόστους υπηρεσίας για τις τράπεζες και άρα σημαντικά κέρδη. Ο δρόμος αυτός περνά μέσα από το δραστικό περιορισμό των θέσεων εργασίας. Ήδη τέτοια μοντέλα εφαρμόζονται πιλοτικά σε άλλες τράπεζες. Κι επειδή δεν βρισκόμαστε στην εποχή που οι εργάτες έσπαγαν τις μηχανές, οφείλουμε ως πρώτο βήμα να εργαστούμε για την από μέρους μας καταγραφή – κωδικοποίηση του επαγγέλματος, με τελικό στόχο τη συμβατική κατοχύρωση των θέσεων εργασίας.
Είναι καθαρή πολιτική επιλογή, είτε αυτό αφορά την Ε.Ε. και το ΔΝΤ ως υπερασπιστές των συμφερόντων του διεθνούς κεφαλαίου είτε την κυβέρνηση που εφαρμόζει κατά γράμμα τις επιταγές αυτές, να περιοριστεί το αντικείμενο των τραπεζικών εργασιών. Αυτό επιδιώκεται να γίνει με εκχώρηση σημαντικών τομέων τραπεζικής δουλειάς στο λεγόμενο “σκιώδη τραπεζικό τομέα”. Σε ιδιωτικές εταιρίες, δηλαδή, που υποκαθιστώντας τις τράπεζες θα παρέχουν υπηρεσίες εκτός των περιοριστικών συνθηκών και της θεσμικής επίβλεψης που προβλέπεται. Πρώτο δείγμα γραφής είναι η εκχώρηση της διαχείρισης μεγάλων πακέτων “κόκκινων” δανείων σε εταιρίες που ιδρύονται με βάση το νομοθετικό καθεστώς του 2015. Δείγμα καθόλου αμελητέο, καθότι υπολογίζεται ότι το ¼ των τραπεζοϋπαλλήλων εργάζεται σε αυτό ακριβώς το αντικείμενο.
Εδώ και 15 χρόνια υπάρχει η σταθερή προσήλωση των τραπεζών στην εξωτερίκευση εργασιών τους. Τελευταία, όμως, η πρακτική αυτή έχει πάρει τερατώδεις διαστάσεις, στο βαθμό που εταιρίες αναλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερα κομμάτια δουλειάς. Call center και πληροφορική σέρνουν το χωρό, αλλά η αλήθεια είναι, ότι στην ΕΤΕ όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, όλο και κάποια άλλη εταιρία θα βρεις από κάτω. Με εργασία, φυσικά, εκτός κανονιστικών και συμβατικών διατάξεων, αλλά και με απολογισμό που δεν εμπίπτει σε καμία πειθαρχική διαδικασία, παρά μόνο στη λογική του συμβολαίου.
Με βάση τα παραπάνω, φαντάζει έωλος ο ισχυρισμός, ότι με όρους κινήματος μπορούν να αποτραπούν οι ομαδικές απολύσεις. Ισχύει, ότι μέχρι σήμερα, η ΕΤΕ και οι υπόλοιπες τράπεζες επιλέγουν τον “βελούδινο” δρόμο, για λόγους που αφορούν στο πολιτικό κόστος, όσο και στη συνειδητή καλλιέργεια εκ μέρους τους συνθηκών δήθεν “εργασιακής ειρήνης”. Όποια συνδικαλιστική αντίληψη, όμως, αρνείται να δει την τάση, το μόνο που προσφέρει στους συναδέλφους είναι μια ψευδαίσθηση “εξαίρεσης” ή και “βολέματος”, ενώ στην ουσία ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Ειδικά από τη στιγμή, που οι συνεχιζόμενες μνημονιακές πολιτικές επιδεινώνουν την οικονομία και δημιουργούν ζοφερό περιβάλλον για την εργασία στο σύνολό της, καθιστώντας έτσι αναγκαιότητα για εμάς να συνεχίσουμε να παλεύουμε για την ανατροπή τους.

Αν οι σκέψεις αυτές αντιμετωπιστούν με το έωλο επιχείρημα περί δήθεν  από μέρους μας”τρομοκράτησης” των εργαζόμενων, η δική μας απάντηση είναι, ότι στις κρίσιμες στιγμές, μόνο ένα προετοιμασμένο συνδικαλιστικό κίνημα, που έχει μελετήσει, έχει εξηγήσει, έχει διαμορφώσει τη δική του ατζέντα κι έχει χτίσει αγωνιστική συνείδηση στη βάση του, μπορεί να δράσει αποτελεσματικά. Η πραγματικότητα δείχνει, δυστυχώς, ότι ούτε καν η σχετική συζήτηση έχει ανοίξει. Για εμάς, ωστόσο, αποτελεί άμεση προτεραιότητα.

Τι πρέπει να κάνουμε;

Απέναντι σε αυτές τις αρνητικές εξελίξεις και την ολοένα και μεγαλύτερη υποβάθμιση της εργασίας μας δεν μπορούμε να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια, ούτε μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στη διαχειριστική αντίληψη της ηγετικής ομάδας του ΣΥΕΤΕ. Απαιτείται να ενεργοποιηθούμε συλλογικά με έμφαση σε έναν συντονισμό σε επίπεδο βάσης διεκδικώντας:

Οι αποσπάσεις να γίνονται κατόπιν συνεννόησης και με σεβασμό στην προσωπική και οικογενειακή ζωή των συναδέλφων-ισσών. Φυσικά αυτό το μέτρο δεν μπορεί να λειτουργήσει μακροπρόθεσμα. Για αυτό το λόγο απαιτείται η καταγραφή από κλιμάκιο του Συλλόγου των αναγκών σε προσωπικό και η απαίτηση για προσλήψεις με Δημόσιο διαγωνισμό.
Δυναμική διεκδίκηση ανακεφαλαιοποίησης από την Τράπεζα των ασφαλιστικών μας ταμείων (Επικουρικό – ΤΥΠΕΤ – Αυτασφαλείας), έτσι ώστε να καταστούν βιώσιμα και να βελτιώσουν τις παροχές τους. Επιπλέον, να πιέσουμε για την ένταξη του ελαστικά εργαζόμενου προσωπικού στο ΤΥΠΕΤ και τα υπόλοιπα ταμεία, προφανώς σε συνδυασμό με τον αγώνα για κατάργηση της διάκρισης των εργαζομένων σε “ταχύτητες”.
Να αποτραπούν τα σχέδια για περιορισμό του αντικειμένου της εργασίας μας και να εκλείψει κάθε σχέδιο εξωτερίκευσης – πώλησης λειτουργιών. Αυτό όχι μόνο για την αυτονόητη διασφάλιση των θέσεων εργασίας μας, αλλά και την άμυνα με κοινωνικούς όρους, ώστε να μην περάσουν στα χέρια ανεξέλεγκτων συμφερόντων κρίσιμοι τομείς όπως η διαχείριση της χρηματοδότησης παραγωγικών κλάδων, της κτηματικής πίστης κλπ.
Να ανοίξουμε, επιτέλους, την κουβέντα για το ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο του επαγγέλματος του τραπεζοϋπαλλήλου. Δεν θέλουμε η εργασία μας να “ξοδεύεται” στα κερδοσποπικά παιχνίδια της άρχουσας ελίτ και των μεγαλοστελεχών, αλλά να βρίσκεται σε σύνδεση με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, με τον αγώνα για ανάταξη της Οικονομίας προς το συμφέρον των εργαζομένων και κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονται από τις κυρίαρχες πολιτικές. Να παλέψουμε για ένα δημοκρατικό Τραπεζικό Σύστημα, με καθοριστικό το δημόσιο έλεγχο σε αυτό, και συμμετοχή των εργαζόμενων στο κέντρο λήψης και ελέγχου των αποφάσεων.