Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντικαπιταλιστική και επαναστατική [Συλλογικό κείμενο]

Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντικαπιταλιστική και επαναστατική [Συλλογικό κείμενο]

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε στην αρχή του καλοκαιριού και αποτελεί συλλογική συμβολή και κάλεσμα για τη διαμόρφωση ενός ρεύματος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που θα διεκδικήσει έναν αντικαπιταλιστικό/επαναστατικό προσανατολισμό. Μετά τη δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας και τις διαπραγματεύσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με αυτή, θεωρούμε ότι οι βασικές εκτιμήσεις για την ουσία του σχεδίου της συμπόρευσης επιβεβαιώθηκαν. Προς το παρόν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαίνεται ότι αποφεύγει μια εκλογική και πολιτική συνεργασία με τη ΛαΕ, η οποία θα ήταν καταστροφική για τον αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα της. Υποστηρίζουμε την αυτόνομη κάθοδο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στις εκλογές, ως απαραίτητο όρο για την πολιτική της ανεξαρτησία. Ταυτόχρονα, έχουμε συναίσθηση ότι το θέμα της συνεργασίας με τη ΛαΕ θα επανέλθει πολλές και ότι η πολιτική της ηγεσίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως αποτυπώθηκε και στη δική της πρόταση προς τη ΛαΕ και άλλες δυνάμεις (ΜΑΡΣ, Κορδάτος, Εργατικός Αγώνας), δεν έχει ξεκόψει καθόλου οριστικά από τη λογική ενός “πατριωτικού αντιμνημονιακού” πολιτικού μετώπου του ΟΧΙ.

Ξανακαταθέτουμε το κείμενο στα πλαίσια της προσυνδιασκεψικής διαδικασίας και ζητάμε να συζητηθεί σε όλες τις τοπικές, με εισήγηση από κάποιον ή κάποια εκ των υποστηρικτών του. Προσκαλούμε όσους συντρόφους και συντρόφισσες έχουν παρόμοιους προβληματισμούς και ενδιαφέρονται για την έκφραση μιας τέτοιας άποψης στη συνδιάσκεψη να επικοινωνήσουν και να συμμετάσχουν ισότιμα στην προσπάθεια.

Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντικαπιταλιστική και επαναστατική

Σε ποια περίοδο είμαστε;

Η καπιταλιστική κρίση δεν έχει επουλωθεί. Είναι διεθνής και ιστορικών διαστάσεων. Το σύστημα δεν έχει σταθεροποιηθεί, ούτε σε οικονομικό ούτε σε πολιτικό επίπεδο. Αυτή η παραδοχή σχετικά με την περίοδο που διανύουμε είναι το θεμέλιο για μια επαναστατική πολιτική σήμερα. Από μόνη της όμως δεν αρκεί. Θα πρέπει να βγάλει κανείς και τα απαραίτητα συμπεράσματα από αυτή: υπάρχει σήμερα η δυνατότητα μαζικών εξεγέρσεων, έως και προεπαναστατικών και επαναστατικών καταστάσεων. Δεν είμαστε σε περίοδο ομαλότητας και “συσσώρευσης όρων”, αλλά σε περίοδο γρήγορων αλλαγών, άμεσων κινδύνων και επαναστατικών ευκαιριών.

Στην Ελλάδα, από το 2010 και μετά, το κίνημα πέρασε δύο φάσεις: μια φάση ορμητική και μια φάση σχετικής αμηχανίας και κοινοβουλευτικής αναμονής, παρά τους σημαντικούς επιμέρους αγώνες. Ευθύνες για τη δεύτερη φάση έχουν οι συνδικαλιστικές και πολιτικές ηγεσίες, ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το ΚΚΕ, που προέβαλαν την ψήφο ως μοναδική διέξοδο. Η αδυναμία και η πολιτική ανωριμότητα της επαναστατικής αριστεράς, που παρότι πρωτοστάτησε σε πολλούς αγώνες δεν κατάφερε να αναδείξει μια αντικαπιταλιστική ηγεσία κι ένα ανάλογο σχέδιο για το εργατικό κίνημα, δεν της επέτρεψε να γίνει αντίβαρο στην κοινοβουλευτική στροφή.

Όμως το ρήγμα δεν έχει κλείσει. Το εγχώριο αστικό πολιτικό σύστημα, όπως και η καπιταλιστική οικονομία, είναι σε αστάθεια και κρίση. Νέοι κοινωνικοί και πολιτική κραδασμοί κυοφορούνται. Το μέγεθος και η κατάληψή τους, όμως, εξαρτάται από τη μαχητικότητα των εργαζομένων. Η αναμονή συμβάλλει στη σταθεροποίηση, και η σταθεροποίηση συμφέρει μόνο το κεφάλαιο. Είναι περίοδος για επίθεση και όχι για άμυνα.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι κυβέρνηση ταξικής συνεργασίας και αστικής διαχείρισης. Η σύνθεσή της περιλαμβάνει, εκτός από τον ΣΥΡΙΖΑ, τους δεξιούς εθνικιστές του Καμμένου και μια πληθώρα σοσιαλδημοκρατών προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Το πρόγραμμά της ηγεμονεύεται από την αστική πολιτική και βασίζεται στον απόλυτο σεβασμό της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, των θεσμών του κράτους και των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να είναι απλώς το κινηματικό συμπλήρωμα μιας τέτοιας κυβέρνησης. Οφείλει να είναι η ασυμβίβαστη αντιπολίτευση από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων. Η αντιφατική φύση του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ (αριστερή/εργατική καταγωγή, αστική πολιτική) επιτρέπει ενιαιομετωπικές τακτικές με τα αγωνιστικά του τμήματα, παρότι ο κυβερνητικός συνδικαλισμός θα βάζει αυξανόμενα προσκόμματα στις κινηματικές συνεργασίες. Κριτική στήριξη στην κυβέρνηση, όμως, είναι αδύνατη. Η σύγκρουση με τα αστικά συμφέροντα περιλαμβάνει και σύγκρουση με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.

Η μαζικότητα των κινητοποιήσεων και η ενότητα της εργατικής τάξης είναι απαραίτητοι όροι για μια ταξική αντεπίθεση σήμερα. Πρέπει, όμως, να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ της απαραίτητης πλατιάς κινηματικής συστράτευσης όλων των δυνάμεων που κινητοποιούνται, πάνω σε συγκεκριμένους στόχους, και των πολιτικών συμμαχιών, οι οποίες πρέπει να γίνονται σε σαφή πολιτική βάση. Η πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σήμερα δεν είναι σεκταρισμός, είναι πολιτικά επιβεβλημένη και εφικτή.

Μεταβατικό πρόγραμμα και επαναστατική στρατηγική

Επαναστατική στρατηγική σήμερα, αυτό οφείλει να αναζητήσει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Δεν χρειαζόμαστε μια πραγματιστική κυβερνητική εναλλακτική στον ΣΥΡΙΖΑ, με μόνη διαφορά τη ρήξη με το ευρώ, τη διαγραφή του χρέους ή οποιοδήποτε άλλο επιμέρους αίτημα. Δεν χρειαζόμαστε lobby αριστερών ειδημόνων στο πρότυπο της πρωτοβουλίας αριστερών οικονομολόγων, της ΕΛΕ κλπ, πρωτοβουλίες οι οποίες επιδιώκουν ουσιαστικά να παίξουν τον ρόλο του αριστερού συμβούλου στην κυβέρνηση. Το εργατικό κίνημα χρειάζεται να επιβάλει τις ανάγκες του μέσα από την ταξική πάλη, όχι να αποδείξει στην αστική τάξη ότι οι ανάγκες του είναι δίκαιες ή επωφελείς για την οικονομία.

Η ταξική ανεξαρτησία είναι κλειδί για την επαναστατική στρατηγική. Η λογική των διαταξικών λαϊκών μετώπων και η ρητορική της εθνικής κυριαρχίας είναι ο ιδιαίτερος τύπος ρεφορμισμού που πιέζει την αντικαπιταλιστική αριστερά και ωθεί την ΑΝΤΑΡΣΥΑ προς τα δεξιά. Η πολιτική που γίνεται στο όνομα της “σωτηρίας της πατρίδας” και της “παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας”, σαν το ζήτημα να ήταν εθνικό και όχι ταξικό, προσδένει την αντικαπιταλιστική αριστερά στο άρμα του εθνικού “παραγωγικού” κεφαλαίου. Το πραγματικό ερώτημα που έχει να απαντήσει η αντικαπιταλιστική αριστερά είναι το εξής: χρειάζεται ρήξη με την αστική τάξη στο σύνολό της ή μπορούμε να συνεργαστούμε ή έστω να ανεχτούμε κάποιες μερίδες του κεφαλαίου; Υπάρχει οποιοδήποτε κοινό καλό για τους εργαζόμενους και για το “εθνικό παραγωγικό” κεφάλαιο;

Αν δεν υπάρχει, όπως και πιστεύουμε, τότε χρειάζεται ολική ρήξη με τους εγχώριους καπιταλιστές. Χρειάζεται ένα αντικαπιταλιστικό κι επαναστατικό μέτωπο, όχι ένα μέτωπο “σωτηρίας του λαού” γενικά. Χρειάζεται να προβληθεί ο στόχος της άμεσης απαλλοτρίωσης των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, χωρίς αποζημίωση και κάτω από τον έλεγχο των εργαζομένων, όχι να φανταζόμαστε οικονομικούς ή νομισματικούς χειρισμούς (υποτίμηση, διολίσθηση, σύνδεση του εθνικού νομίσματος με το ευρώ κλπ) για να τονωθούν οι ελληνικές επιχειρήσεις και οι εξαγωγές τους. Το ερώτημα για την αντικαπιταλιστική αριστερά δεν είναι πώς θα γίνουν ανταγωνιστικές οι επιχειρήσεις, αλλά σε ποιον θα ανήκουν. Αν εξακολουθούν να ανήκουν στους καπιταλιστές, δεν μας αφορά η ανταγωνιστικότητά τους.

Για αυτό το λόγο απαραίτητη ρήξη και απεμπλοκή από την ΕΕ και το ευρώ μπορεί να είναι μόνο αντικαπιταλιστική και διεθνιστική. Δεν επιδιώκεται για χάρη μιας εθνικής, υποτιθέμενα προοδευτικής, καπιταλιστικής ανάπτυξης με τη βοήθεια του εθνικού νομίσματος και του κρατικού προστατευτισμού. Για αυτό και δεν πρέπει να αποσυνδέεται από το σύνολο του μεταβατικού προγράμματος. Η αντίληψη για το τι ακριβώς είναι και τι ρόλο επιτελεί το μεταβατικό πρόγραμμα βρίσκεται στον πυρήνα των πολιτικών διαφορών που έχουν εμφανιστεί στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Θεωρούμε ότι δύο είναι τα σημεία κλειδιά σχετικά με αυτό.

Πρώτον, το μεταβατικό είναι πρόγραμμα, όχι άθροισμα αιτημάτων. Λειτουργεί συνολικά και δεν μπορεί να τεμαχιστεί ή να ληφθεί α λα καρτ, μέχρι εκεί που συμφωνούμε. Η κατάργηση των μνημονίων, η διαγραφή του χρέους, η ρήξη με το ευρώ και η εθνικοποίηση των τραπεζών είναι τμήμα ενός μεταβατικού προγράμματος, όμως ένα πρόγραμμα που περιορίζεται σε αυτές τις διεκδικήσεις δεν είναι μεταβατικό. Μπορεί κάλλιστα να είναι και πρόγραμμα κεϋνσιανής διαχείρισης, αν δεν περιλαμβάνει επίσης τις απαλλοτριώσεις χωρίς αποζημίωση, τον εργατικό έλεγχο, τον αφοπλισμό της αστυνομίας και τη διάλυση των ειδικών δυνάμεων κλπ, και φυσικά το ζήτημα της εξουσίας. Ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει τα μισά αιτήματα δεν είναι μισό πρόγραμμα, είναι άλλο πρόγραμμα. Συμφωνίες αγωνιστικής δράσης πάνω σε συγκεκριμένα αιτήματα μπορούν να γίνουν, όμως δεν μπορούν να γίνουν μόνιμες πολιτικές συνεργασίες πάνω σε αποκομμένα αιτήματα – και δυστυχώς αυτό ακριβώς κάνει η μετωπική πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Δεύτερον, το μεταβατικό πρόγραμμα δεν είναι πρόγραμμα “εξόδου της χώρας από την κρίση” γενικά. Είναι πρόγραμμα διεκδικήσεων των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Η επαναστατική στρατηγική επιδιώκει να οξύνει την κρίση του συστήματος, όχι να το σταθεροποιήσει μέσα από μια εθνική παραγωγική ανασυγκρότηση. Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν είναι πρόγραμμα υλοποιήσιμο κάτω από την εξουσία του κεφαλαίου. Έρχεται σε σύγκρουση με τον ίδιο τον καπιταλισμό και θέτει στην προμετωπίδα την εξουσία των εργαζομένων.

Τα αιτήματα του μεταβατικού δεν είναι μόνο οικονομικά και δεν περιορίζονται στο πρόβλημα της λιτότητας. Η επαναστατική αριστερά δεν είναι (απλώς και μόνο) η πιο αποφασισμένη πτέρυγα του κινήματος ενάντια στη λιτότητα. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ρεφορμισμού και επαναστατικής αριστεράς είναι το ζήτημα του αστικού κράτους. Ανεξάρτητη οργάνωση των εργαζομένων, λαϊκές συνελεύσεις, εργατικός έλεγχος, αυτοδιαχείριση, δομές αντίπαλες στο κράτος: αυτά είναι τα θεμέλια της επαναστατικής στρατηγικής.

Η μετωπική πολιτική ως όχημα πολιτικής μετατόπισης

Το σχέδιο της μετωπικής συμπόρευσης υπονοεί την ιδέα (την οποία αρκετοί υποστηρικτές του έχουν εκφράσει και ανοιχτά) ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως διακριτός αντικαπιταλιστικός πόλος έχει αποτύχει και πρέπει να διευρυνθεί με ευρύτερα ριζοσπαστικά “αντιιμπεριαλιστικά, αντιΕΕ” ρεύματα, δηλαδή να μετεξελιχθεί σε ένα ευρύτερο “ριζοσπαστικό αριστερό”, και όχι “στενά αντικαπιταλιστικό” μέτωπο. Έχουμε να κάνουμε με τον παραλογισμό ενός μετώπου (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) μέσα σε ένα άλλο μέτωπο (συμπόρευση), σε στυλ μπάμπουσκας, με την αυταπάτη ότι μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ με όλο και πιο χαλαρή συγκρότηση θα ηγεμονεύει εκεί για πάντα; Ή μήπως τελικά επιδιώκεται η υποκατάσταση του πρώτου μετώπου από το δεύτερο, πράγμα στο οποίο συνηγορεί και η διπλή ένταξη οργανώσεων στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στη ΜΑΡΣ;

Η συμπόρευση δεν είναι ένα θέμα μεταξύ άλλων. Στην πράξη μονοπώλησε την πολιτική δραστηριότητα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και παρέλυσε τόσο τις διαδικασίες συγκρότησης, όσο και τις πολιτικές και κινηματικές πρωτοβουλίες που χρειαζόταν να πάρει. Αυτό σημαίνει ότι είναι ένα ερώτημα που συμπυκνώνει την πολιτική και στρατηγική συζήτηση εντός ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η συμμαχία με τη ΜΑΡΣ και η πολιτική της συμπόρευσης είναι στην πραγματικότητα μια συγκεκριμένη στρατηγική, διαμετρικά αντίθετη με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο. Δεν είναι απλώς μια τακτική επιλογή, στην πραγματικότητα ήταν ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο εκφράζονται οι πιέσεις του ρεφορμισμού πάνω στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Βασίζεται στον αριστερό κυβερνητισμό και στη λογική των επιτροπών ειδημόνων, στην ιδέα ενός “μεταβατικού προγράμματος” επιτεύξιμου μέσα στον καπιταλισμό, στην τοποθέτηση της διαχωριστικής γραμμής με τον ρεφορμισμό σχεδόν αποκλειστικά στο ζήτημα του εθνικού νομίσματος, σε μια πατριωτική ενότητα με το προοδευτικό μικρομεσαίο κεφάλαιο, στη ρήξη με την ευρωζώνη όχι με ταξικά κριτήρια αλλά με κριτήρια νομισματικής πολιτικής μέσαστο πλαίσιο του καπιταλισμού, στην επιδίωξη ενός διακριτού σταδίου “εθνικής σωτηρίας” πριν από το στάδιο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής. Ο εφησυχασμός ότι η συμμαχία έγινε πάνω στο δικό μας πρόγραμμα δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Αρκεί να δει κανείς ότι, από την ίδρυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι η πρώτη φορά που το πρόταγμα της εργατικής εξουσίας εξαφανίστηκε από τις προεκλογικές διακηρύξεις και τα υλικά.

Η συμμαχία με τη ΜΑΡΣ αναιρεί την αντισυστημική εικόνα που έχει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανάμεσα στους αγωνιστές και τις αγωνίστριες του κινήματος και την φέρνει σε συνεχή τριβή με φθαρμένες ρεφορμιστικές γραφειοκρατίες, που δεν διαθέτουν σοβαρό αντίκρισμα στο μαζικό κίνημα. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για το πόσο πιο φθαρμένες είναι οι γραφειοκρατίες της ΛαΕ, μετά από την εξάμηνη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η συμπόρευση καθιστούσε αντικειμενικά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάτι σαν εξωτερικό βραχίονα της Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ήταν τυχαίο ότι μόνη κριτική που έκανε για καιρό η πλειοψηφία της ηγεσίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην ΑΠ είναι ότι δεν τολμάει να μιλήσει, όχι το τι λέει. Σήμερα που η ΑΠ τελικά τόλμησε να μιλήσει και δημιούργησε τη Λαϊκή Ενότητα, ολόκληρες τάσεις είναι έτοιμες να προσχωρήσουν σε αυτή. Αυτό είχε προετοιμαστεί καιρό πριν. Η κοινή ανακοίνωση ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΜΑΡΣ στις 22 Μαΐου ουσιαστικά κατήγγελλε την υποχωρητικότητα της κυβέρνησης και την καλούσε να έρθει σε ρήξη με τους δανειστές και τους θεσμούς. Τίποτα περισσότερο. Σαν να ήταν το μόνο πρόβλημα της κυβέρνησης η υποχωρητικότητα στους ξένους. Σαν να μην ήταν το πρόγραμμά της ήδη πρόγραμμα αστικής διαχείρισης. Σαν να μην υπήρχε ελληνικό κεφάλαιο και αστική τάξη. Αν εμπεδωθεί αυτή η λογική, ο πολιτικός μας χώρος πρακτικά υποβιβάζεται στην πιο αποφασιστική και μαχητική πτέρυγα του ρεφορμισμού.

Και δυστυχώς σε αυτή τη λογική συνηγορούσε η (εντελώς αποτυχημένη από την άποψη προσέλευσης) κεντρική εκδήλωση στη Νομική, στις 3 Ιουνίου, ως προς τη σύνθεση του πάνελ (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΜΑΡΣ, Κορδάτος, ΔΕΑ-Αριστερή Πλατφόρμα ΣΥΡΙΖΑ), αλλά ακόμα περισσότερο ως προς το περιεχόμενο των τοποθετήσεων. Το επόμενο βήμα ήταν η επίσημη συμμετοχή (όχι απλώς παρέμβαση) της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο αντιΕΕ Φόρουμ, που συνδιοργανώνεται από τη ΜΑΡΣ και οργανώσεις όπως το γαλλικό MPEP (κάτι αντίστοιχο με το ελληνικό ΕΠΑΜ), δίπλα δίπλα με βουλευτές όχι μόνο από τα μεγάλα ρεφορμιστικά κόμματα της Ευρώπης (Ενωμένη Αριστερά Ισπανίας, Die Linke Γερμανίας), αλλά ακόμα και από το Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας, το κυβερνητικό αστικό κόμμα που επιβάλει τη λιτότητα στη χώρα!

Η εμπειρία της συμπόρευσης επιχειρήθηκε και επιχειρείται να γίνει το μοντέλο μιας στρατηγικής της “πολιτικής συνεργασίας” με ακόμα ευρύτερες δυνάμεις. Η πρόσκληση αυτή στην ουσία απευθυνόταν αρχικά στην Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ και, μετέπειτα, στη ΛαΕ. Φυσικά, τέτοιου τύπου συμμαχίες, στη βάση λίγων σημείων, δεν μπορούν παρά να αφήνουν έξω τα πιο κρίσιμα στρατηγικά ερωτήματα, και πρώτα από όλα το πρόβλημα της εξουσίας. Στην πραγματικότητα, μέσα σε αυτή την πορεία, η ίδια ΑΝΤΑΡΣΥΑ διολισθαίνει σε όλο και λιγότερο αιχμηρές θέσεις. Αρκεί κανείς να συγκρίνει τα πρώτα κείμενα (Αθηναΐδα, Κεραμεικός κλπ) με τις τελευταίες εκλογικές διακηρύξεις.

Χρειάζεται ριζική αλλαγή πολιτικής ατζέντας

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να αλλάξει άμεσα πολιτική κατεύθυνση. Πρέπει να απεμπλακεί από σχέδια επί χάρτου για την “ελληνική οικονομία” και από συμμαχίες που έχουν σοβαρό κόστος από την πλευρά του πολιτικού προγράμματος και της φυσιογνωμίας. Πρέπει να επανέλθει άμεσα σε εκείνα τα ερωτήματα που έχουν πραγματική σημασία για την ταξική πάλη, και η εγκατάλειψη των οποίων έχει οδηγήσει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε παράλυση.

Τα σχέδια της συμπόρευσης και του “αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου” πρέπει να εγκαταλειφθούν. Η διπλή ένταξη οργανώσεων, και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στη ΜΑΡΣ (πόσο μάλλον ενδεχόμενη εκλογική συμμετοχή στη ΛαΕ), είναι καταστατικά και πολιτικά απαράδεκτη και δεν μπορεί να είναι ανεκτή.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλει να διαδραματίσει διακριτό πολιτικό ρόλο, πραγματικά ανεξάρτητο από κάθε είδους ρεφορμισμό. Χρειάζεται να παρουσιάσει μια συνολική στρατηγική αντιπρόταση στον ρεφορμιστικό και σοσιαλδημοκρατικό κυβερνητισμό και στη λογική των διαταξικών λαϊκών μετώπων. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να γίνει πραγματικό εργαλείο στα χέρια των πιο συνειδητών αγωνιστών και αγωνιστριών του κινήματος.

Οι ρήξεις αγωνιστών και αγωνιστριών με τον ρεφορμισμό μας ενδιαφέρουν. Θα γίνουν όμως μόνο μέσα από τους κοινούς αγώνες, στους οποίους η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλεί τους πάντες. Αν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρωταγωνιστήσει στο κίνημα εναντίον της καπιταλιστικής επίθεσης, μπορεί να γίνει ο πόλος που θα προσελκύει αγωνιζόμενα τμήματα, τόσο από τη δεξαμενή των προηγουμένως ανοργάνωτων τμημάτων της εργατικής τάξης και της νεολαίας, όσο και από τη δεξαμενή των μέχρι πρότινος υποστηρικτών του ρεφορμισμού, σπάζοντας τους δεσμούς τους με τις ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ, της Αριστερής Πλατφόρμας/ΛαΕ και του ΚΚΕ. Αν αναλωθεί σε διαβουλεύσεις κορυφής με “προσωπικότητες”, θα μετακινηθεί η ίδια προς τα δεξιά και δεν θα προσελκύει κανέναν.

Χρειάζεται πρώτον να αναζητηθούν οι συγκεκριμένες αιχμές και διεκδικήσεις που μπορούν να κινητοποιήσουν άμεσα τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες σήμερα. Χρειάζονται ριζοσπαστικά και αντικαπιταλιστικά, αλλά όχι αφηρημένα, συνθήματα, όπως και συγκεκριμένοι τρόποι να παλέψουμε για αυτά. Αρχίζοντας από τα άμεσα αιτήματα: πλήρης απασχόληση και κατάργηση των ελαστικών μορφών, μείωση των ωρών εργασίας για την αντιμετώπισης της ανεργίας με παράλληλες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, ΣΣΕ, ασφάλεια στους χώρους εργασίας, ίσα δικαιώματα για άντρες και γυναίκες, ντόπιους και μετανάστες εργαζόμενους. Στο συνδικαλιστικό επίπεδο το ζητούμενο είναι η ενότητα της εργατικής τάξης στην πράξη. Χρειάζεται να οικοδομηθούν σωματεία όπου δεν υπάρχουν και να συγκροτηθούν αντικαπιταλιστικά σχήματα σε κάθε χώρο. Να στηριχθούν αποφασιστικά όλες οι νέες εμπειρίες οργάνωσης στον ιδιωτικό τομέα, στους ελαστικά απασχολούμενους, στα voucher, στα πεντάμηνα, στους στρατευμένους. Τα πολλά διλήμματα που θα συναντήσουμε σε αυτή την ουσιώδη διαδικασία πρέπει να συζητηθούν σε βάθος σε μια εργατική συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία κάποτε αποφασίστηκε και ποτέ δεν οργανώθηκε.

Τα αιτήματα αυτά γεφυρώνονται, με λογική αναγκαιότητα, με τη διαγραφή του χρέους, την απαλλοτρίωση τραπεζών και επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση, την απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής και της μεγάλης περιουσίας, τον εργατικό έλεγχο και την αυτοδιαχείριση, την απεμπλοκή από την ΕΕ το ευρώ και το ΝΑΤΟ, την νομιμοποίηση όλων των μεταναστών και το άνοιγμα των συνόρων για όλους τους εργαζόμενους, τη διάλυση της Χρυσής Αυγής από ένα μαζικό αντιφασιστικό κίνημα, τη διακοπή των πολεμικών εξοπλισμών και της εμπλοκής της Ελλάδας στα ιμπεριαλιστικά σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο, την καταγγελία του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού και της επιθετικότητας της ίδιας μας της χώρας, τον αφοπλισμό της αστυνομίας, τη διάλυση των ΜΑΤ και των ειδικών δυνάμεων καταστολής, την πλήρη αναγνώριση των μειονοτικών δικαιωμάτων στη χώρα, την απελευθέρωση των ΛΟΑΤ ατόμων κλπ.

Οι διεκδικήσεις αυτές δεν έχουν νόημα παρά σε σύγκρουση με το ίδιο το κράτος. Δεν έχουν νόημα όταν αποκόπτονται από το πρόβλημα της εξουσίας, που πρέπει να περάσει στα χέρια των εργαζομένων. Αν πιστεύουμε ότι στην εποχή μας η επανάσταση είναι εφικτή, δεν μπορούμε να ντρεπόμαστε να πούμε το όνομά της.

Το πρόβλημά μας δεν είναι να αποδείξουμε, με ακαδημαϊκό ή τεχνικό τρόπο, ότι το πρόγραμμα αυτό είναι ρεαλιστικό. Ας μην έχουμε αυταπάτες, δεν είναι ρεαλιστικό με βάση το ρεαλισμό του συστήματος. Αυτό που έχουμε να αποδείξουμε είναι ότι το πρόγραμμα αυτό είναι αναγκαίο για τα συμφέροντα των εργαζομένων και των ανέργων.

Στο κείμενο της δεύτερης συνδιάσκεψη δινόταν έμφαση στις μορφές αυτοοργάνωσης, την αλληλοβοήθεια στις γειτονιές, τις λαϊκές συνελεύσεις. Παρά τις εμπειρίες που είχαν αγωνιστές και αγωνίστριες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην οικοδόμηση λαϊκών συνελεύσεων, τοπικών πρωτοβουλιών, εργατικών λεσχών, αντιφασιστικών επιτροπών και κοινωνικών ιατρείων, η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έδωσε ούτε την έμφαση, ούτε τη στρατηγική βαρύτητα που θα χρειαζόταν σε αυτό τον τομέα. Στην πραγματικότητα τα όργανά της τον ξέχασαν και δεν ξαναμίλησαν ποτέ για αυτόν. Κι όμως, είναι σε αυτό το πεδίο που προετοιμάζονται οι μήτρες της ανεξάρτητης οργάνωσης των εργαζομένων και των ανέργων ενάντια στο καπιταλιστικό κράτος. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα έπρεπε όχι μόνο να στηρίζει ολόπλευρα τέτοιες πρωτοβουλίες, αλλά και να συμβάλει στη μετατροπή τους από απλή αλληλοβοήθεια σε πραγματική αυτοοργάνωση, δηλαδή σε κύτταρα πολιτικών συζητήσεων και διεργασιών στη βάση.

Χρειάζεται ακόμα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να μιλήσει για τη στρατηγική πιο κυριολεκτικά: για τα μέσα πάλης και την οργάνωση με τα οποία μπορεί το κίνημα να νικήσει και να επιβάλει τις διεκδικήσεις του. Τα αφηρημένα σχέδια για την οικονομία, η αντιπαράθεση πάνω σε κλισέ, ο στείρος οργανωτικός ανταγωνισμός οργανώσεων και τάσεων, η μεγάλη χαλαρότητα των τοπικών διαδικασιών, όλα αυτά δεν ευνοούν καθόλου μια τέτοια συζήτηση, που χρειάζεται ειλικρίνεια και ευρηματικότητα. Η συζήτηση αυτή πρέπει να βασιστεί σε επεξεργασίες για την κρίση και τα αποτελέσματά της στην κοινωνική διάρθρωση, να εκτιμήσει συσχετισμούς δυνάμεων, να αξιολογήσει κινηματικά όπλα.

Τέλος, όλα αυτά απαιτούν ένα επαναστατικό πολιτικό υποκείμενο, προγραμματικά εξοπλισμένο και συνειδητό, ικανό να παίρνει πρωτοβουλίες και να υλοποιεί αποφάσεις. Ένα υποκείμενο με εσωτερική ζωή και πλατιά δημοκρατία. Μια τέτοια πραγματικά επαναστατική φυσιογνωμία επιδιώκουμε για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μια φυσιογνωμία την οποία εκτιμούμε ότι σήμερα δεν υπηρετεί ο πολιτικός προσανατολισμός, οι συμμαχίες, οι αποφάσεις των οργάνων και ο τρόπος λειτουργίας του εγχειρήματος.

Χρειαζόμαστε άμεσα τη συνδιάσκεψη που τα όργανα (ΚΣΕ και ΠΣΟ) έχουν αναβάλει επί μακρόν χωρίς καμία πολιτική αιτιολογία. Χρειαζόμαστε μια συνδιάσκεψη που δεν θα καταλήξει σε ακόμα ένα κείμενο ισορροπιών, σε μια σούπα που θα την ερμηνεύει ο καθένας και η καθεμία κατά το δοκούν. Και χρειαζόμαστε μέσα στη συνδιάσκεψη, αλλά και έξω από αυτή, να εκφραστεί ένα αντικαπιταλιστικό/επαναστατικό ρεύμα, στις γενικές γραμμές που πολύ αδρομερώς περιγράφονται σε αυτό εδώ το κείμενο.

 

Ανεστόπουλος Θανάσης, ΤΕ Περιστερίου
Αποστολόπουλος Θανάσης, ΤΕ Βοιωτίας
Βλάχου Ευγενία, ΤΕ Κυψέλης-Πατησίων-Γαλατσίου
Δαραβέλιας Βασίλης, ΤΕ Αργολίδας
Δημητρακόπουλος Μαρίνος, ΤΕ Κέντρου Θεσσαλονίκης
Καλαμάρας Αντώνης, ΤΕ Αμπελοκήπων-Γκύζη-Πολυγώνου
Κατσιαμπούρα Σούλα, ΤΕ Μαγνησίας
Κολλιαράκης Ανδρέας, ΤΕ Νοτίων Προαστίων
Κωνσταντάρας Στρατής, ΤΕ Νοτίων Προαστίων
Λένου Αλεξάνδρα, ΤΕ Αγίας Παρασκευής-Χολαργού-Παπάγου
Λοΐζος Ηλίας, ΤΕ Νέου Ηρακλείου
Μαρκόπουλος Γιώργος, ΤΕ Νοτίων Προαστίων
Μουσκεφτάρα Τασούλα, ΤΕ Ημαθίας-Πέλλας
Μόχλας Χάρης, ΤΕ Ημαθίας-Πέλλας
Μπελλάγιας Στέφανος, ΤΕ Κέντρου Θεσσαλονίκης
Πανταζάκη Μαρία, ΤΕ Αργολίδας
Παπαδοπούλου Μαρία, ΤΕ Κέρκυρας
Παπαθανάσης Γιάννης, ΤΕ Άρτας
Πλεύρης Κωστής, ΤΕ Ηρακλείου Κρήτης
Σκούφογλου Μάνος, ΤΕ Εξαρχείων
Σκούφογλου Παναγιώτης, ΤΕ Μαγνησίας
Τριμπόνιας Βαγγέλης, ΤΕ Κυψέλης-Πατησίων-Γαλατσίου
Τσιμπλής Χάρης, ΤΕ Κυψέλης-Πατησίων-Γαλατσίου
Φουντουλάκης Βαρθολομαίος, ΤΕ Μεσσηνίας
Χαλκιάς Χρήστος, ΤΕ Κυψέλης-Πατησίων-Γαλατσίου
Χατήρης Μανώλης, ΤΕ Εξαρχείων