Κώστας Ταχτσής | Ζωή στα άκρα

Κώστας Ταχτσής | Ζωή στα άκρα

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών μετά από χωρισμό των γονιών του έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του.
Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δυο χρόνια… Είχε προηγηθεί μια αίτησή του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων χωρίς επιτυχία λόγω ασθένειάς του και αδυναμίας να παραστεί στις εξετάσεις. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό και έφτασε ως το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου.
Για τους πολλούς είναι ο συγγραφέας του πολυδιαβασμένου βιβλίου «Το τρίτο στεφάνι». Για την αστυνομία παραμένει ένας ακόμα φάκελος, με την ένδειξη “ανεξιχνίαστο έγκλημα”. Ο Κώστας Ταχτσής ήξερε να διαφέρει ακόμα και στο θάνατό του…

Σάββατο 27 Αυγούστου 1988.

Η Ελπίδα Αρτέμη βρίσκει το πτώμα του αδερφού της Κώστα Ταχτσή στο σπίτι του στον Κολωνό, στην οδό Τιρνάβου 26. Το ιατροδικαστικό πόρισμα μιλά για στραγγαλισμό που είχε γίνει πριν από 48 ώρες, νωρίς το βράδυ της Πέμπτης. Γείτονας όμως καταθέτει ότι είδε το γνωστό συγγραφέα και δηλωμένο ομοφυλόφιλο να μπαίνει στο σπίτι του συνοδευόμενος από κάποιους νεαρούς, ξημερώματα Παρασκευής. Όπως και να έχει, το θύμα δεν πρόβαλε καμία αντίσταση. Από τις εξετάσεις αίματος προέκυψε ότι είχε καταναλώσει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Στο σπίτι επικρατούσε μεγάλη ακαταστασία και έλειπαν ένα βίντεο, μια φωτογραφική μηχανή και ένας αυτόματος τηλεφωνητής, αφήνοντας ανοικτό και το ενδεχόμενο της ληστείας.

Η αστυνομία ενεργοποιείται άμεσα εξαπολύοντας ανθρωποκυνηγητό σε όλη τη γειτονιά του Κολωνού, τους γύρω δρόμους του Μεταξουργείου μέχρι την Ομόνοια, για την ανακάλυψη του δράστη. Οι πληροφορίες που έχουν συγκεντρώσει μιλούν για τρία άτομα που το ίδιο βράδυ είχαν επισκεφθεί το σπίτι του Ταχτσή. Ο τελευταίος ήταν γύρω στα τριάντα, μελαχρινός με μουστάκι και καλοντυμένος. Γύρω από αυτόν επικεντρώνονται οι έρευνες. Όμως ο δράστης, αν υποθέσουμε ότι επρόκειτο για το συγκεκριμένο πρόσωπο, δεν θα βρεθεί ποτέ. Τα δακτυλικά αποτυπώματα που συλλέγονται στο σπίτι αποδεικνύεται ότι ανήκουν σε συγγενικά ή φιλικά με το θύμα πρόσωπα, υπεράνω κάθε υποψίας.

 Έτσι, η δολοφονία του Κώστα Ταχτσή αρχειοθετείται έκτοτε ανάμεσα στις μερικές δεκάδες ανεξιχνίαστες ανθρωποκτονίες που κατά καιρούς απασχολούν την Ασφάλεια. Ωστόσο, η οικογένεια του ασυμβίβαστου συγγραφέα έχει διαφορετική γνώμη. Η ανιψιά του Έλλη μού εξηγεί ότι η μητέρα της βρήκε ανοιχτά τα φώτα της εισόδου στο σπίτι στον Κολωνό, ένδειξη ότι ο Ταχτσής περίμενε κάποιον φίλο, καθώς στο σπίτι του δεν δεχόταν εραστές. Η στενή του φίλη Νένη Σταμάτη, με την οποία είχε στις εννέα ραντεβού, του τηλεφώνησε στο σπίτι και δεν τον βρήκε ποτέ. Το γεγονός τής προκάλεσε έκπληξη, δεδομένου ότι ο Ταχτσής δεν υπήρξε ποτέ του ασυνεπής.

Εξίσου ανεξήγητο ήταν το ότι στο σπίτι του δεν βρέθηκαν οι δακτυλογραφημένες σελίδες της υπό έκδοση αυτοβιογραφίας του, αποσπάσματα της οποίας ο συγγραφέας είχε διαβάσει τόσο στην κυρία Σταμάτη όσο και στην εκδότρια του Εξάντα, Μάγδα Κοτζιά. Ο Ταχτσής ουδέποτε χάιδεψε τα αφτιά κανενός, εχθρού ή φίλου. Και στο βιβλίο του φωτογραφίζονταν πρόσωπα της ανώτερης κοινωνίας με όχι και τόσο κολακευτικό τρόπο…..

Μια διαλυμένη οικογένεια

«Οσο παράξενο κι αν ακούγεται», γράφει ο Βασιλακάκος, «το μεγαλύτερο ενοχικό σύνδρομο απ’ το οποίο υπέφερε ο Ταχτσής ήταν αυτό της ομοφυλοφιλίας του, την οποία απεχθανόταν. Ο λόγος που επιδιδόταν αργότερα και στην περενδυσία ήταν, μεταξύ άλλων, για να εκδικηθεί κατά ένα τρόπο την μάνα του την οποία θεωρούσε αποκλειστικά υπεύθυνη γι’ αυτήν την ερωτική ιδιαιτερότητά του».

Γιος ενός «ήσυχου ανθρωπάκου, χωρίς προσωπικότητα, πυγμή, πρωτοβουλίες» που «όντας αλκοολικός ούτε να σταθεί στα πόδια του δεν μπορούσε», και μιας μικροπαντρεμένης, κοκέτας καλλονής με ατίθασο χαρακτήρα, ο Ταχτσής βρέθηκε εξ απαλών ονύχων σε μια διαλυμένη ουσιαστικά οικογένεια, και ανατράφηκε από μια σχεδόν ερωτευμένη με τ’ αγόρια γιαγιά, η οποία φύτεψε μέσα του «τους σπόρους ενός ολόκληρου πλέγματος».

Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία της ανιψιάς του Ελλης:
«Το σπίτι όπου μεγάλωσα ήταν η ζώνη πυρός ενός εμφυλίου πολέμου μεταξύ του Κώστα, της μάνας του και της αδελφής του, όπου υποχρεωτικά συμμετείχα κι εγώ. Ο Κώστας “χτυπούσε” στη μάνα του την ομοφυλοφιλία του, νομίζοντας πως έτσι την τιμωρούσε. Εκείνη τον έβριζε και τον καταριόταν κι εκείνος ανταπαντούσε: “Ας μη με είχες πετάξει, για να μη γίνω έτσι. Ας με είχες κρατήσει κοντά σου και ας με είχες κάνει μανάβη, να δουλεύω να σας ζω” (…). Με αρχηγό τον θείο μου, η καθημερινότητά μας ήταν η θεατρική συνέχεια του “Το τρίτο στεφάνι”. Δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει ένα πεντάλεπτο χωρίς να γίνει σφαγή. Απίστευτες, αδιανότητες καταστάσεις. Ακρότητα και υπερβολή ανέκαθεν χαρακτήριζαν την οικογένειά μας…».

Οταν ο Ταχτσής, ως φέρελπις ποιητής πια, άρχισε να συχνάζει στο «Μπραζίλιαν», πλάι σε δημιουργούς όπως ο Ελύτης, ο Σαχτούρης κι ο Καρούζος, δεν ήταν και τόσο ευπρόσδεκτος στην παρέα.
Κι αυτό, επειδή «ήτανε λίγο εριστικός» θυμάται ο Αλέκος Φασιανός: «Επαναστικός, θύμωνε με το παραμικρό, γκρίνιαζε για μικροπράγματα, έπρεπε να πηγαίνεις με τα νερά του… Εμένα μου άρεσε πολύ αυτό το ποίημα “Η συμφωνία του Μπραζίλιαν”, ενώ άλλοι το έβρισκαν κάπως γελοιογραφικό, χλευαστικό…
Εν τω μεταξύ, δεν μου είχε πει ότι έγραφε μυθιστόρημα. Ισως γι’ αυτό δεν τον παίρνανε και στα σοβαρά οι άλλοι. Παρ’ όλα αυτά, εμένα μου άρεσε, απ’ τις συζητήσεις που κάναμε, όπως και το στύλ του που ήταν καθημερινό, ζωντανό…».

Ο τελευταίος πελάτης

Την υπόθεση της δολοφονίας του Κώστα Ταχτσή (10 Οκτωβρίου 1927 – 25 Αυγούστου 1988), ξαναθυμίζει είκοσι χρόνια μετά ο Κώστας Τσαρούχας. Προσωπικός φίλος του δημιουργού του «Τρίτου στεφανιού», ο δημοσιογράφος προσπαθεί στο βιβλίο του «Η δολοφονία του συγγραφέα» («Αλήθεια») να απαντήσει σε τρία ερωτήματα. Τα διαβάζουμε στον υπότιτλο: «Ποιος, πώς και γιατί σκότωσε τον Κώστα Ταχτσή».

Το βιβλίο είναι προϊόν δημοσιογραφικής έρευνας και προσκομίζει νέα στοιχεία, όπως την αλληλογραφία του Κώστα Ταχτσή με τον ξάδελφό του Γιώργο Αλβανόπουλο -κρίκο στην αλυσίδα της δολοφονίας- την ιατροδικαστική έκθεση, τις εκθέσεις αυτοψίας και νεκροψίας-νεκροτομίας, τον κατάλογο μαρτύρων.

Η έκδοση συμπληρώνεται με σύντομη ιστορία της ομοφυλοφιλίας και χρονικό των σεξουαλικών εγκλημάτων με ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο, όπως καταγράφηκαν στο αστυνομικό δελτίο: από τη δολοφονία του εφοπλιστή Ζαννή Σιφναίου, τον Ιανουάριο του 1978, μέχρι αυτή του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου, τον Ιούνιο του 2008.

«Δεν είμαι αστυνομία»

Μετά το πέρας της κηδείας του Κώστα Ταχτσή, ο Κώστας Τσαρούχας έμεινε τελευταίος: «Πέταξα ένα γαρίφαλο στον τάφο του και του ‘πα: “Γεια Κώστα! Γιατί ρε Κώστα;”», θυμάται. Από εκείνη τη στιγμή υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι θα αποκαταστήσει τη μνήμη του αγαπημένου του φίλου. Μίλησε με ανθρώπους του περιβάλλοντός του και έκανε εκτενή έρευνα σε φακέλους, έγγραφα, εκθέσεις και αρχεία της Ελλάδας και του εξωτερικού. Γι’ αυτό ζητάει το βιβλίο του να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά και μόνον ως δημοσιογραφική έρευνα: «Δεν είμαι Αστυνομία. Οι Αρχές έχουν τον λόγο. Δουλειά του δημοσιογράφου δεν είναι να συλλαμβάνει, αλλά να δίνει στοιχεία», εξηγεί.

Χωρίς να δίνει το όνομα του δολοφόνου του Κώστα Ταχτσή, ο Κώστας Τσαρούχας φτάνει σ’ ένα συμπέρασμα: «Τον μεγάλο Ελληνα συγγραφέα, τον άνθρωπο με τα τόσα χαρίσματα και τις εξαιρετικά παρακινδυνευμένες επιλογές σ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, που είχε επιλέξει, τον σκότωσε ο τελευταίος πελάτης του, στο διαμέρισμα της οδού Τυρνάβου. Τον στραγγάλισε όταν διαπίστωσε πως στο κρεβάτι δεν βρισκόταν με μία γυναίκα, αλλά με άντρα».

Ακολούθως, ο Κώστας Τσαρούχας περιγράφει τα σύνεργα μεταμόρφωσης που χρησιμοποιούσε ο Κώστας Ταχτσής για να αλιεύει πελάτες ως τραβεστί: «Είχε μια ειδική ζώνη στο χρώμα του σώματος, με την οποία έκρυβε τα γεννητικά του όργανα. Είχε κάνει πλήρη αφαίρεση των τριχών. Είχε προβεί σε ειδική εγχείρηση στήθους στο Μιλάνο. Με ειδική κολλητική ταινία τραβούσε προς τα πάνω το πρόσωπό του, προτού βάλει περούκα. Χρησιμοποιούσε μια δική του τεχνική στον έρωτα, που κατάφερνε να ξεγελάει τους πελάτες και να τους μένει η εντύπωση ότι έχουν πάει με γυναίκα».

«Πολλές φορές ζήτησε τη βοήθειά μου», συνεχίζει. «Τον είχα συνοδεύσει καταματωμένο στο νοσοκομείο, όταν τον έδερνε ο “Αλόμας” και άλλοι τραβεστί, γιατί τους έκλεβε τη δουλειά. Του είχα πει: “Κώστα, πρόσεχε! Αν κάποιος αντιληφθεί ότι δεν έχει να κάνει με γυναίκα, αλλά με άντρα, θα σε σκοτώσει. Και αυτός αντιδρούσε, λέγοντάς μου: “Μη φοβάσαι, ανήσυχε ρεπόρτερ, κανείς δεν πρόκειται να το καταλάβει”».

Τι συνέβη, όμως, εκείνη τη νύχτα; Παραθέτουμε την εκτίμηση του δημοσιογράφου, όπως βγαίνει μέσα από την έρευνα που πραγματοποίησε: «Εκείνο το βράδυ πήρε τρεις πελάτες, τους οποίους δεν πήγε στο ξενοδοχείο “Εστία”, αλλά στο σπίτι του, της οδού Τυρνάβου στον Κολωνό. Ο Κώστας Ταχτσής ήταν τύφλα στο μεθύσι. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι το αίμα και τα ούρα παρουσίαζαν υψηλή συγκέντρωση οινοπνεύματος, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί άθυρμα στις διαθέσεις του πελάτη του. Κάποια στιγμή, που ο νεαρός αντιλήφθηκε ότι έχει μπροστά του έναν άντρα, τον έπνιξε».

Ζωή στα άκρα

Τι θέση θα έπαιρνε άραγε ο Κώστας Ταχτσής στο θέμα του γάμου μεταξύ ομοφύλων; Ο ίδιος συστηνόταν ως αντιφρονών, αντιρρησίας, μοναχοπερπατητής. Κι όχι μόνο αρνιόταν να γίνει μέλος οποιασδήποτε οργανωμένης ομάδας, αλλά κι οι καβγάδες του τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης με απελευθερωτικές κινήσεις που προσπαθούσαν να βγάλουν από το περιθώριο την ομοφυλοφιλία ήταν ομηρικοί.

Και οι τρεις βρήκαν βίαιο θάνατο. Ο Παζολίνι υπέστη άγριο ξυλοδαρμό, ο Ταχτσής βρέθηκε σπίτι του στραγγαλισμένος και ο Σεργιανόπουλος έφερε πάνω του 21 μαχαιριές.
«Η ομοφυλοφιλία», έλεγε το 1983 σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Λέξη»,είναι και θα είναι πάντα περιθωριακή, γιατί περιθωριακή είναι και η ομοφυλόφιλη τάση στον άνθρωπο -άσχετα αν μερικοί καθηλώνονται αποκλειστικά σ’ αυτήν.

Πώς να το κάνουμε, η ανθρωπότητα αποτελείται από άντρες και γυναίκες. Υπάρχει πάντα ένα περίσσευμα σεξουαλικότητας, ιδίως στους έφηβους και τους νέους, που εκτονώνεται με πολλούς τρόπους -τον αυνανισμό, την ομοφυλοφιλία, την τέχνη, το όνειρο.

Μ’ αυτά όμως, κακά τα ψέματα, δεν μπορείς να κάνεις παιδιά. Είναι της παρηγοριάς…»