Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή [1]

Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή [1]

Πρόκειται για μια φράση με την οποία ο Α. Γκράμσι αναφέρεται στην πολιτική του Ιταλού πρωθυπουργού Φ. Κρίσπι (1818-1901), ο οποίος ασκώντας την εξουσία με σιδερένιο χέρι βοήθησε στην ανάδυση της βιομηχανικής αστικής τάξης της βόρειας Ιταλίας καθώς θεωρούσε προϋπόθεση για την πραγματική ανεξαρτησία της χώρας τη βιομηχανία.

  • Του Γιώργου Λερού

Ήδη από το 2010 – με την αρχή των μνημονίων – είχε ξεκινήσει ο δημόσιος διάλογος για την αλληλέγγυα και συνεργατική οικονομία και για την ελεύθερη επιλογή της απο-ανάπτυξης αντί της λιτότητας που είχε επιβληθεί. Από τότε η παραγωγική ανασυγκρότηση είχε θεωρηθεί ως το πεδίο όπου θα κρινόταν το όλο εγχείρημα μιας εναλλακτικής στην τρόϊκα και στην επερχόμενη διάλυση της κοινωνίας. Μάλιστα για μια εμπνευσμένη από το πρόταγμα της αποανάπτυξης παραγωγική ανασυγκρότηση είχαν τεθεί ως στόχοι :  η τροφική κυριαρχία, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η αυτάρκεια στο μεγαλύτερο μέρος των απαραίτητων βιομηχανικών και βιοτεχνικών καταναλωτικών αγαθών. Είχαμε μιλήσει για οικονομίες εγγύτητας, για την οργάνωση της οικονομίας με βάση τους δήμους και τις “βιοπεριφέρειες”, για την ανάληψη των χρεωκοπημένων επιχειρήσεων από τους εργάτες και για τοπικά νομίσματα[2].

Με το που άρχισε να αυξάνεται η ανεργία έγινε λόγος για ένα πλατύ κίνημα συλλογικής αυτοαπασχόλησης. Η ανεργία έφτασε το 26% αλλά τέτοιο κίνημα δεν είδαμε.

Ο απολογισμός των 4-5 χρόνων που ακολούθησαν είναι απελπιστικά φτωχός. Ο μεγάλος όγκος της αριστεράς (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ένα όχι αμελητέο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ) άσκησε λυσσαλέα πολεμική εναντίον αυτών των ιδεών. Όμως και τα ακροατήρια που τις αντιμετώπιζαν ευνοϊκά λίγα πράγματα έκαναν για να τις εφαρμόσουν στην πράξη.

Η άποψή μου είναι ότι γενικά οι λύσεις επινοούνται, δουλεύονται και ωριμάζουν μέσα στην κοινωνία. Η πολιτική θέσμιση ακολουθεί σαν επιστέγασμα. Δυστυχώς όμως δεν έχουμε μια κοινωνική οικονομία η οποία σφύζει από ζωή, η οποία ξεπερνά και ακυρώνει τα υφιστάμενα νομοθετικά πλαίσια, η οποία διαμορφώνει από τα κάτω αιτήματα, σχέδια και θεσμούς, οπότε ο ρόλος της πολιτείας δε θα ήταν άλλος παρά να έρθει επικουρικά να βοηθήσει στην εξάλειψη των εμποδίων που την παρεμποδίζουν και να της δώσει επιπλέον μέσα για να ξεδιπλώσει με μεγαλύτερη ακόμα ένταση την ορμή της.

Ο καταναλωτικός απολίτικος ατομικισμός και η καταστροφή των κοινωνικών δεσμών, τις τελευταίες δεκαετίες, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων και τη δρομολόγηση πολιτικών λύσεων πάνω σε αυτήν την ανάπτυξη με αποτέλεσμα την επιταχυνόμενη διάλυση του κοινωνικού ιστού και την ακόμα μεγαλύτερη παράλυση.

Η εξουσία της κυβέρνησης της αριστεράς μπορεί να γίνει το ξίφος που θα κόψει αυτόν το γόρδιο δεσμό; η βαριοπούλα που θα σπάσει το φαύλο κύκλο; Είναι η κυβέρνηση της αριστεράς ικανή για μια πολιτική κατασκευής του κατασκευαστή της παραγωγικής ανασυγκρότησης, για μια πολιτική δημιουργίας της συνεταιριστικής συνείδησης;

Χρειάζονται τολμηρά μέτρα τα οποία θα στοχεύουν και σε απτά οικονομικά αποτελέσματα, αλλά και προπάντων σε ριζικές ανατροπές στο συμβολικό-φαντασιακό σύμπαν της ελληνικής κοινωνίας. Θα μπορούσαν να τεθούν μια σειρά από στόχοι ή να ληφθούν μέτρα όπως:

  • Η κοινωνική οικονομία να αποτελέσει το 20% του ΑΕΠ. Τον στόχο αυτόν τον ανέφερε παρεμπιπτόντως ο Γ. Σταθάκης και ξεχάστηκε αμέσως μετά. Θα πρέπει να επανέλθει ως κεντρικός στόχος της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης.
  •  Αναδιαμόρφωση του φορολογικού συστήματος ώστε να δοθούν κίνητρα στην ανάπτυξη συνεταιριστικών επιχειρήσεων κάθε μορφής και σε όλα τα επίπεδα. Η κυβέρνηση να προβάλει επικοινωνιακά αυτά τα κίνητρα της φορολογικής πολιτικής. Οι συνεταιρισμοί νέων επιστημόνων θα μπορούσε να ήταν μια αρχή. Στην πραγματικότητα το κράτος δε θα έχανε φορολογικά έσοδα από τη μείωση των φόρων σε τέτοιους συνεταιρισμούς,γιατί οι συνεταιρισμοί για να έχουν σε τάξη τα λογιστικά τους και να διανέμουν σωστά τα έσοδά τους πρέπει να κόβουν αποδείξεις. Έτσι ο ένας συνέταιρος επιβλέπει τον άλλον και σπάει η σχέση της αυτό-απασχόλησης με τη φοροδιαφυγή.
  • Αξιοποίηση του παιδαγωγικού ρόλου του κράτους με μέτρα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, π.χ. εξετάσεις μέσα από ομαδικές εργασίες στη μέση και την ανώτατη εκπαίδευση. Εκπαίδευση της κάθε συλλογικότητας στον αυτοέλεγχο και την αυτό-επιτήρηση.
  • Δημιουργία τοπικών προστατευμένων αγορών για τους συνεταιρισμούς. Οι αγορές αυτές θα μπορούσαν να προκύψουν από τις κρατικές προμήθειες, εκείνες της τοπικής αυτοδιοίκησης και την αξιοποίηση του προγράμματος αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης. Η πιο μεγάλη ανάπτυξη συνεταιρισμών στον τομέα της μεταποίησης που σημειώθηκε ποτέ στην Ελλάδα (το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των 719 αστικών συνεταιρισμών εργασίας που αναφέρονται το 1931), αποτέλεσε συνέπεια της επιλογής του κράτους να προτιμούνται για τις προμήθειες του στρατού συνεταιριστικές επιχειρήσεις[3]. Είναι αυτονόητο ότι τέτοια μέτρα θα προκαλούσαν σφοδρές αντιδράσεις από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης γιατί θα θεωρούσε ότι νοθεύεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός.
  • Η ΒΙΟΜΕ Χ 1000 ή έστω η ΒΙΟΜΕ Χ 50 ή  Χ 30. Υπολογίζεται ότι περισσότερα από 1000 εγκαταλελειμμένα εργοστάσια τροφίμων υπάρχουν διάσπαρτα σε όλη τη χώρα. πολλά από αυτά μάλιστα διαθέτουν πλήρη εξοπλισμό (“Το Βήμα”, 1/2/2015). Η νέα ηγεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης σχεδιάζει την αξιοποίηση αυτού του ανεκμετάλευτου παραγωγικού δυναμικού δια της κοινωνικής οικονομίας (επίσης σχεδιάζει τη χρηματοδότηση των κοινωνικών επιχειρήσεων για την προώθηση των πωλήσεων).
  • Η καλή οργάνωση και η επιτυχής έκβαση ενός εγχειρήματος σε τέτοια κλίμακα θα επέφερε ανυπολόγιστες ανατροπές στην τρέχουσα νεοελληνική συνείδηση ή ιδεολογία. Σε συμβολικό επίπεδο θα μπορούσε να αποτελέσει ό,τι το
    ΕΣΥ για την πρώτη περίοδο του ΠΑΣΟΚ και επίσης να αποβεί ένα εγχείρημα με διεθνή ακτινοβολία. Και εδώ θα πρέπει να περιμένουμε αντιδράσεις από τους “εταίρους”. Στο παρελθόν – και μάλιστα σε πολύ καλύτερους καιρούς – ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις υπέρ των κατειλημμένων αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων (σε Ισπανία, Ιταλία κ.α) καταπολεμήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση γιατί υποτίθεται ότι νόθευαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό,
  • Συσχετισμός της ζήτησης για εναλλακτικές τουριστικές υπηρεσίες (οικο-τουρισμός κ.α.) με την κοινωνική οικονομία. Υπολογίζεται ότι το 20% των τουριστών ενδιαφέρονται για τέτοιες υπηρεσίες, δηλαδή πάνω από 3.000.000 όσον αφορά την Ελλάδα. Δυστυχώς όμως στη χώρα μας τα αποτελέσματα της κοινωνικής οικονομίας (και) σ’ αυτόν τον τομέα είναι απογοητευτικά. Χειρότερα π.χ. από εκείνα της Ινδονησίας όπου σημειώνονται πραγματικά αξιοζήλευτες προσπάθειες.

 

#

Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή της παραγωγικής ανασυγκρότησης, όπως την εισηγούμαστε εδώ, ήδη με το που διατυπώνεται έρχεται να πάρει θέση σε μια σειρά μείζονα διακυβεύματα. Ήδη η άποψη ότι ο κατασκευαστής θα είναι οι συνεταιρισμοί και όχι οι ξένες επενδύσεις ή ο κρατικός σχεδιασμός, αποτελεί μια κρίσιμη πολιτική τοποθέτηση (το κράτος δεν είναι ο κατασκευαστής, αλλά ο κατασκευαστής του κατασκευαστή και ο κατασκευαστής είναι ο συνεταιρισμένος παραγωγός και όχι ο κεφαλαιοκράτης).

Εκκρεμεί ωστόσο ένα κρίσιμο ερώτημα: η εμπνευσμένη από την αποανάπτυξη παραγωγική ανασυγκρότηση είναι εφικτή χωρίς την αμφισβήτηση του σημερινού παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας; Ίσως κάποια βήματα μπορούν να γίνουν και μέσα στα υφιστάμενα πλαίσια π.χ. συνεταιριστική προσφορά τουριστικών υπηρεσιών, αύξηση του μεριδίου των βιολογικών καλλιεργειών, ανάπτυξη της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κτλ. Όμως αποανάπτυξη σημαίνει οικονομίες εγγύτητας και σχετικά αυτάρκεις «βιοπεριφέρειες». Αυτό μπορεί να γίνει στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ; Η απάντηση του Λατούς είναι ένα κατηγορηματικό όχι το οποίο εξήγησε το 2011 και το 2014 στις διαλέξεις και τις συνεντεύξεις του και επίσης στη συνάντησή του με τον Α. Τσίπρα.

Ο Αντρέας Κυράνης («Δρόμος της Αριστεράς» 15/2/2015) αποδίδει όσον αφορά την παραγωγική ανασυγκρότηση κεντρικό ρόλο στη διάσωση της παραδοσιακής μαστορικής δεξιότητας. Πώς μπορούν οι πραγματικά σπουδαίοι Έλληνες τεχνίτες του ξύλου (που τείνουν να εκλείψουν) να ανταγωνιστούν το ΙΚΕΑ; (εδώ δεν υποστηρίζουμε τη γενικευμένη αντικατάσταση της βιομηχανίας από τη βιοτεχνία παρόλο που ορισμένες νέες τεχνολογίες δίνουν καινούργιες δυνατότητες για μια εξαιρετικά προηγμένη τεχνολογικά «βιοτεχνική» παραγωγή – σ’ αυτό το τελευταίο σημείο εστιάζεται στην πραγματικότητα το επιχείρημα του Κυράνη).

Οι καινούργιες παραγωγικές σχέσεις και δυνάμεις που θέλουμε να δημιουργήσουμε δεν μπορούν να αναπτυχθούν εάν αφεθούν εκτεθειμένες στην παγκόσμια αγορά. Έτσι ή αλλιώς οι περισσότεροι παίκτες στην παγκόσμια αγορά (οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ινδία, η Τουρκία κ.α.) συνδυάζουν το άνοιγμα μέρους της οικονομίας τους στο διεθνή ανταγωνισμό με την προστασία του υπόλοιπου. Η αγορά μετά τον καπιταλισμό δεν μπορεί να είναι παρά δίκτυα πολυάριθμων τοπικών αγορών ελεγχόμενων από τις οικείες τους κοινότητες με περίπλοκους, δουλεμένους σε βάθος χρόνου και κάθε φορά με βάση τις τοπικές συνθήκες, μηχανισμούς. Μια ιδέα για το τί θα μπορούσαν να είναι τέτοιου είδους ρυθμίσεις μας δίνει ο Πολάνυι όταν μιλάει π.χ. για το διαχωρισμό εσωτερικού εμπορίου / εμπορίου μακρινών αποστάσεων στις εμπορικές μεσαιωνικές πόλεις.

#

Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή προϋποθέτει σιδερένια, γιακωβίνικη  θα λέγαμε θέληση και θα μπορούσε να υλοποιηθεί χάρη στο λαϊκό ενθουσιασμό που θα προκαλούσε μια “εμπόλεμη” κατάσταση ρήξης με τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εδώ δε μιλάμε ακόμη για έξοδο από το ευρώ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση).

Την πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή εισηγήθηκε στους Νεότουρκους το 1912 ο Πάρβους, σύντροφος του Τρότσκυ στο σοβιέτ της Πετρούπολης και συνδιαμορφωτής της θεωρίας της Διαρκούς Επανάστασης. Με την αρθρογραφία του στην Τουρκ Γιουρνιού (Τούρκικη Πατρίδα) πρότεινε ως στόχο της οικονομικής πολιτικής του κράτους τη δημιουργία μιας τούρκικης βιομηχανικής και εμπορικής αστικής τάξης. Η πολιτική αυτή εδραιώθηκε μέσα και χάρη στις φλόγες του πολέμου, ακολουθήθηκε με εντυπωσιακή συνέπεια για πάνω από 100 χρόνια και έδωσε τη σύγχρονη βιομηχανική Τουρκία.

Η πολιτική της κατασκευής του κατασκευαστή εφαρμόστηκε πολλές φορές στη σύγχρονη ιστορία. Επρόκειτο σχεδόν πάντα για την κατασκευή αστικής τάξης. Όταν η πολιτική αυτή ήταν επιτυχής ολοκληρωνόταν με τον “απογαλακτισμό” της αστικής τάξης από το κράτος. Η “ανάλογη” ιδέα να δράσει μια κυβέρνηση της αριστεράς ως “θεσμικός καταλύτης” – ο όρος είναι της Έλινορ Όστρομ – για να απελευθερώσει μπλοκαρισμένες κοινωνικές δυναμικές, παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες.

Σε κάθε περίπτωση το κρίσιμο είναι η αυτονόμηση από τη διαδικασία κατασκευής του κατασκευαστή (εδώ η αυτονόμηση από το κράτος των συνεταιρισμών). Ακόμη και μέσα στα καπιταλιστικά πλαίσια ένα τέτοιο εγχείρημα δε θα αξιολογείτο θετικά αν απλώς έδινε μερικές δεκάδες χιλιάδες κρατικοδίαιτους συνεταιρισμούς. Και αυτά ισχύουν πολύ περισσότερο για τις δικές μας προσεγγίσεις, οι οποίες εμπνέονται από τον ορίζοντα μιας κοινωνίας χωρίς το κράτος και το κεφάλαιο.

Δυστυχώς τις πλατείες δεν ακολούθησε, όπως ελπίζαμε, μια έκρηξη κινηματικής δημιουργικότητας. Η αριστερά δεν ήρθε στην εξουσία ωθούμενη από τη δυναμική των κινημάτων, αλλά μετά την υποχώρησή τους επειδή η κοινωνία προτίμησε την κοινοβουλευτική διέξοδο. Σε μια τέτοια ακριβώς συγκυρία διατυπώνουμε ως υπόθεση εργασίας την πρόταση της «πολιτικής της κατασκευής του κατασκευαστή». Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του αρπάζεται.

22-2-2015

[1]  Αντόνιο Γκράμσι, “Il Risorgimento”, ελλ.εκδ. Στοχαστής 1987, σ.130

[2]  Γιώργος Λιερός, “Ξαναπιάνοντας το νήμα”, οι εκδόσεις των συναδέλφων 2012, σ. 45-65

[3].  Θεοδ. Τζωρτζάκη, «Οι Συνεταιρισμοί εις την Ελλάδα», εν Πάτραις 1932, σ. 295, 297