Το Φύλλο μηδέν του Ουμπέρτο Έκο

Το Φύλλο μηδέν του Ουμπέρτο Έκο

Τον περασμένο μήνα, στο άρθρο μου για τα «βιβλία για το καλοκαίρι», είχα αναφερθεί στο τελευταίο βιβλίο του  Ουμπέρτο Έκο Φύλλο μηδέν.  Στα σχόλια, ο φίλος μας ο Pedis με κάλεσε να πω τη γνώμη μου για το βιβλίο, ενώ ένας άλλος φίλος σχολίασε ότι δεν είναι βιβλίο «για το καλοκαίρι», αφού μπορείς να το βγάλεις σε μια καθισιά, σ’ ένα απόγευμα. Ο Pedis, πρέπει να πω, σε ένα παλιότερο σχόλιό του είχε κάνει μια εκτενή, αν και όχι πολύ επαινετική, αναφορά στο βιβλίο του Έκο.

  • by sarant | του Νίκου Σαραντάκου

Και οι δυο έχουν δίκιο: και ο φίλος που είπε ότι μπορείς να το τελειώσεις γρήγορα, και ο Pedis που δεν ενθουσιάστηκε. Το «Φύλλο μηδέν» δεν είναι σαν τα μυθιστορήματα του Έκο που διαβάσαμε με ενδιαφέρον ή και με απληστία, έργα ογκώδη και πλούσια από το Όνομα του Ρόδου ίσαμε το πιο πρόσφατο Κοιμητήριο της Πράγας (που το παρουσιάσαμε κι εδώ), περνώντας από τον Μπαουντολίνο ή το Εκκρεμές του Φουκώ. Είναι πιο μικρό, από πολλές απόψεις, πιο ρηχό, αν και πιο ευκολοδιάβαστο, τουλάχιστον σε σύγκριση με κάποια παλιότερα, μια και δεν είναι καθόλου μπερδεμένο.

Βέβαια, το βιβλίο εκδόθηκε στα ελληνικά (και, υποθέτω σε άλλες γλώσσες) με πολλές τυμπανοκρουσίες, και, όπως διαφημίστηκε, σε τιράζ 50.000 αντιτύπων -δεν είναι η πρώτη φορά που το αναξιόλογο έργο ενός ηλικιωμένου μεγάλου συγγραφέα προβάλλεται δυσανάλογα και δέχεται κριτικούς επαίνους που ουσιαστικά αντανακλούν την εκτίμηση προς το σύνολο του έργου του δημιουργού του.

Ο τίτλος εννοεί το δοκιμαστικό φύλλο μιας εφημερίδας, που έχει καθιερωθεί να παίρνει τον αριθμό μηδέν -έτσι ονομάζονται τα φύλλα που ετοιμάζουν οι συντάκτες μιας υπό έκδοση εφημερίδας για να πάρουν το κολάι της δουλειάς, να ρονταριστούν σαν ομάδα, να δουν τι τεχνικά και άλλα προβλήματα υπάρχουν, φύλλα που δεν κυκλοφορούν στα περίπτερα και δεν τα βλέπει το μάτι του αναγνώστη.

Στο μυθιστόρημα, ο κεντρικός ήρωας είναι ένας αποτυχημένος γραφιάς, ο Κολόνα, που τον πλησιάζει ένας γνωστός του δημοσιογράφος, ο Σιμέι, και του προτείνει να συμμετάσχει στο επιτελείο μιας καινούργιας εφημερίδας, που θα βγάλει κάμποσα δοκιμαστικά φύλλα, όχι όμως σαν προετοιμασία για την κανονική της έκδοση αλλά για να τα χρησιμοποιήσει ο ανώνυμος χρηματοδότης για να εκβιάσει υψηλά ιστάμενους και να πετύχει άλλους επιχειρηματικούς σκοπούς του: εφημερίδα δεν πρόκειται να βγει, και αυτό το μυστικό δεν το ξέρουν οι άλλοι δημοσιογράφοι, που όλοι τους είναι τρίτης και τέταρτης διαλογής. Ο Κολόνα τυπικά θα έχει το ρόλο του συμβούλου σε θέματα σωστού χειρισμού της γλώσσας, αλλά στην πραγματικότητα δουλειά του θα είναι να συγγράψει για λογαριασμό του Σιμέι ένα μυθιστόρημα στο οποίο θα αφηγείται την ιστορία της έκδοσης (που πρόκειται να ματαιωθεί) -ο Κολόνα θα πληρωθεί για να το γράψει, αλλά ο Σιμέι θα το υπογράψει.

Από τους υπόλοιπους συντάκτες ξεχωρίζουν η Μάια, μια νεαρή παραλίγο φιλόλογος, που τα φτιάχνει με τον Κολόνα, και ο Μπραγκαντότσο, που συνεχώς ερευνά θεωρίες συνωμοσίας και παρουσιάζει κομματιαστά στον Κολόνα μια φοβερή αποκάλυψη: ο Ντούτσε δεν είχε εκτελεστεί από παρτιζάνους τις τελευταίες μέρες της κατάρρευσης του Άξονα, ένας σωσίας πήρε τη θέση του -ο αληθινός Μουσολίνι φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό, οι δε ακροδεξιοί προετοίμαζαν μεθοδικά την επάνοδό του. Ωστόσο, πριν ο Μπραγκαντότσο αποφασίσει πώς θα χειριστεί το φοβερό του εύρημα, πέφτει θύμα δολοφονίας -με αποτέλεσμα ο ανώνυμος χρηματοδότης να φοβηθεί και να διακόψει την (υποτιθέμενη) έκδοση κι έτσι να ματαιωθεί και το βιβλίο που θα έγραφε ο Κολόνα.

Παρόλα όσα είπα πιο πάνω, το βιβλίο διαβάζεται πολύ ευχάριστα και ίσως ο μη Ιταλός αναγνώστης να είναι εδώ σε πλεονεκτική θέση μια και θα μάθει πολλά για τη σύγχρονη ιστορία της Ιταλίας, ενώ ο Ιταλός μπορεί και να βαρεθεί όταν θα διαβάζει σελίδες επί σελίδων για πράγματα που, λογικά, του είναι αρκετά γνωστά (η εξιστόρηση των τελευταίων ημερών του Μουσολίνι πιάνει πάνω από 16 σελίδες, που δεν είναι και λίγες για ενα βιβλίο των 248 σελίδων). Ωστόσο, ο φίλος μας ο Pedis προειδοποιεί ότι ο Έκο παίζει με αστικούς (πολιτικούς, υποθέτω) μύθους, που ένας μη Ιταλός δεν ξέρει και δεν μπορεί να αξιολογήσει. Περισσότερα, φαντάζομαι, θα μας πει ο ίδιος, αν βρει ευκαιρία.

Πάντως, ο Έκο δεν έχει χάσει το χάρισμα του αφηγητή, επιβεβαιώνοντας την παροιμία που λέει πως και γερασμένος ο Χριστός βάζει κάτω πεντέξι Αποστόλους. Παρ’ όλ΄αυτά, αρκετές φορές έχεις την αίσθηση πως αυτά που διαβάζεις γράφτηκαν για παραγέμισμα, για να γεμίσουν σελίδες -όπως, ας πούμε, στους «διαγωνισμούς χαζών αστείων» που διοργανώνουν οι συντάκτες της εφημερίδας (θα πω περισσότερα λίγο παρακάτω). Από την άλλη, είναι φανερό ότι ο Έκο θα γλέντησε το γράψιμο του βιβλίου, αφού κινείται σε χώρους πάρα πολύ οικείους του, και ιδίως στον μικρόκοσμο των γραφιάδων. Αλλά και οι γραφιάδες θα χαρούν το βιβλίο, που είναι γεμάτο με γλωσσικές λιχουδιές -για παράδειγμα, το όνομα του Μπραγκαντότσο (Bragadoccio), που είναι λέξη της αγγλικής γλώσσας.

Κανονικά θα τελείωνα εδώ, αλλά θα αναφερθώ στη μετάφραση του βιβλίου, κάτι που έχω κάνει και με άλλα βιβλία του Έκο. Η Έφη Καλλιφατίδη, η μόνιμη μεταφράστρια του Έκο στα ελληνικά, χειρίστηκε με άνεση ένα κείμενο σαφώς ευκολότερο από τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Έκο, και αντιμετώπισε με επιτυχία τις μεταφραστικές του προκλήσεις. Μια πολύ καλή μετάφραση, λοιπόν -αλλά θα εξαντλήσω την αυστηρότητά μου για να επισημάνω ένα σημείο.

Στη σελίδα 21, ο Κολόνα κάνει αναδρομή στην όχι και λαμπρή σταδιοδρομία του: «Για να μάθω πώς γίνεσαι μεγάλος συγγραφέας, έκανα ακόμα και τον μαύρο (ή ghost writer, όπως λέγονται σήμερα, αν θέλουμε να είμαστε πολιτικά ορθοί, για ένα συγγραφέα αστυνομικών βιβλίων…» Per imparare come si faceva a diventare un grande scrittore ho fatto persino il negro (o ghost writer come si dice oggi, per essere politicamente corretti) per un autore di libri gialli…

Ωστόσο, ο negro, αυτός που γράφει βιβλίο για λογαριασμό άλλου χωρίς να φαίνεται πουθενά, νομίζω πως δεν πρέπει να αποδοθεί «μαύρος» αλλά «νέγρος» -εφόσον ο αφηγητής το δηλώνει ότι ο ιταλικός όρος il negro μπορεί να θεωρηθεί επιλήψιμος, πρέπει και στα ελληνικά να χρησιμοποιηθεί επιλήψιμη απόδοση.

Οι άλλες ενστάσεις που έχω δεν αφορούν τη μετάφραση καθαυτή όσο τον υπομνηματισμό του έργου με υποσημειώσεις, ένα θέμα που με απασχολεί πάντοτε στα βιβλία που διαβάζω, ίσως δυσανάλογα με τη σημασία του. Υπάρχουν πολλοί που δεν θέλουν καθόλου υποσημειώσεις σε ένα λογοτεχνικό έργο, άλλοι τις ανέχονται, άλλοι, όπως εγώ, τις χαίρονται. Αντίστοιχα, υπάρχουν μεταφραστές που αποφεύγουν να δίνουν μασημένη τροφή στον αναγνώστη, κι έτσι είναι πολύ φειδωλοί με τις υποσημειώσεις, κι άλλοι που τους αρέσει να επεξηγούν -ή και να υπερεπεξηγούν, κάνοντας κάποτε επίδειξη γνώσεων ή φιλέρευνου πνεύματος. Τώρα με το γκουγκλ, πάντως, η ανάγκη για πολλές υποσημειώσεις έχει κάπως μειωθεί (αλλά δεν έχει καταργηθεί).

Σε προηγούμενες εκδόσεις των κλασικών έργων του Έκο, η Έφη Καλλιφατίδη ήταν πολύ φειδωλή με τις υποσημειώσεις -και όχι άδικα, διότι με την πανδαισία εγκυκλοπαιδικών αναφορών και διακειμενικότητας που χαρακτήριζε τα έργα εκείνα του Έκο θα έφταναν σε τετραψήφιο νούμερο οι υποσημειώσεις. Εδώ έχει κάπως ρίξει νερό στο κρασί της και επεξηγεί αρκετά πράγματα.

Βέβαια, όταν επεξηγείς το τάδε, δίνεις στον αναγνώστη το δικαίωμα να αναρωτηθεί γιατί δεν επεξηγείς το δείνα. Για παράδειγμα, στη σελ. 54, όπου γίνεται παρεμπιπτόντως αναφορά στη δολοφονία του Ματέι, γιατί να αναλώσει εφτά αράδες για ένα όχι λακωνικό βιογραφικό του Ματέι την ίδια στιγμή που δεν εξηγεί τι σημαίνει η φράση «Κανείς από αυτούς … δεν είχε πίσω του λαμπρές εμπειρίες. Ένα γεφύρι του Σαν Λουίς Ρέι» (υπαινιγμός στο ομώνυμο, αλλά όχι πολύ γνωστό, μυθιστόρημα: δηλαδή, ένα ετερόκλιτο πλήθος, κάθε καρυδιάς καρύδι θα λέγαμε. Κι έτσι, πολλές αναφορές του Έκο μένουν σκοτεινές, όπως π.χ. στη σελ. 114 όπου διαβάζουμε: «πού τις βρίσκετε αυτές τις ασυναρτησίες, ρώτησε ο Μπραγκαντότσο, λες κι ήταν ο καρδινάλιος Ιππόλυτος με τον Αριόστο» και αναρωτιόμαστε ποιοι να ήταν αυτοί ή τουλάχιστον με τι ύφοςρώτησε ο Μπραγκαντότσο.

Στη σελ. 76, οι συντάκτες της υπό έκδοση εφημερίδας σε ένα μπρέιν-στόρμινγκ το έχουν ρίξει σε ανόητες ερωτήσεις-απαντήσεις, του τύπου «Γιατί οι μπανάνες φυτρώνουν στα δέντρα; Διότι αν φύτρωναν στο έδαφος, θα τις έτρωγαν αμέσως οι κροκόδειλοι». Ο Έκο σπαταλάει χαλαρά τέσσερις σελίδες σε αυτό τον διαγωνισμό κρυάδας, και η μετάφραση είναι πιο ευρηματική από το πρωτότυπο κάποιες φορές, π.χ. το μάλλον άνοστο Perché un angolo retto misura novanta gradi? Domanda mal posta: lui non misura niente, sono gli altri che misurano lui που δεν μεταφράζεται κιόλας, το αποδίδει: Γιατί μια ορθή γωνία έχει ενενήντα μοίρες; Διότι αν είχε τρεις, θα ήταν η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος.

Ωστόσο, κάπου η μεταφράστρια παρασύρεται από τον οίστρο της. Στην ερωταπάντηση Perché centocinquanta la gallina canta? Perché se la gallina cantasse a trentatré sarebbe il Gran Maestro della Massoneria.” Κατά λέξη: Γιατί στα 150 η κότα κράζει; Γιατί αν έκραζε στα 33 θα ήταν Μέγας Μάγιστρος της Μασονίας (είπαμε, είναικρύα αστεία). Η ερώτηση με την κότα που κράει στα 150 είναι υπαινιγμός σε παιδικό τραγουδάκι, και η μεταφράστρια βάζει υποσημείωση δώδεκα αράδων, στην οποία παραθέτει ολόκληρο το τραγουδάκι και στη συνέχεια το αποδίδει εξαιρετικά πετυχημένα (όχι κατά λέξη, αλλά με μέτρο και ρίμα) –αυτό μοιάζει με ανώφελη επίδειξη όχι γνώσεων παρά μεταφραστικής ευχέρειας, αλλά καλύτερα θα ήταν αν αυτές οι δώδεκα αράδες αφιερώνονταν σε πεντέξι υποσημειώσεις χρήσιμες για τον αναγνώστη, σαν κι αυτές που αναφέραμε. Εγώ θα έβαζα μια υποσημείωση δυο αράδων, λέγοντας «στίχος από παιδικό τραγουδάκι».  Κάποιος άλλος μπορεί να έβαζε έναν στίχο από ελληνικό τραγουδάκι αλλάζοντας εντελώς το κείμενο σε αυτό το σημείο.

Για να συνεχίσω τις γκρίνιες μου, σε ένα σημείο με ενόχλησε η άστοχη χρήση της γενικής πτώσης. Τι εννοώ; Η Μάια παλιότερα δούλευε σε ένα περιοδικό για «διασημότητες», και έχει εκμυστηρευτεί στους συναδέλφους της ότι στις συνεντεύξεις που έπαιρνε από μικροδιασημότητες, τους προέτρεπε να κάνουν λόγο για μια «τρυφερή φιλία» τους ώστε να αυξάνεται το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Καμιά σαρανταριά σελίδες πιο κάτω (σελ. 79), ο αρχισυντάκτης τής λέει: «…εσείς έχετε μεγάλη εμπειρία στη δημιουργία τρυφερών φιλιών». Και εκείνη λίγες αράδες πιο κάτω αναφωνεί «δεν θα απαλλαγώ ποτέ μου από την κατάρα των τρυφερών φιλιών».

Αν όμως δεν θυμάται ο αναγνώστης την πρώτη αναφορά, που δεν είναι και κομβικής σημασίας στην πλοκή του έργου, όταν δει «των τρυφερών φιλιών» θα σκεφτεί τα «τρυφερά φιλιά», είμαι βέβαιος. Πολύ καλύτερη θα ήταν η απόδοση:  «Να δημιουργείτε τρυφερές φιλίες» «από την κατάρα της τρυφερής φιλίας».

Αλλά αυτά είναι παρωνυχίδες, το αναγνωρίζω. Προσωπικά, χάρηκα το έργο και τη μετάφραση και για έναν άλλο λόγο, ότι ο Έκο εστιάζει κατ’ επανάληψη σε παροιμιακές και στερεότυπες εκφράσεις και σε κλισέ της δημοσιογραφίας, δηλαδή θέματα που πολύ με ενδιαφέρουν. Και σε σχέση με τις ευφάνταστες θεωρίες για την προέλευση των εκφράσεων, πολύ χάρηκα όταν είδα στη σελ. 165 μια (δικαιολογημένη) εκτενή υποσημείωση της μεταφράστριας, που έχοντας να μεταφράσει μια συζήτηση για δυο ιταλικές εκφράσεις, ανάμεσα στους δυο ήρωες του έργου (είπαμε, είναι γραφιάδες, τέτοια θα συζητάνε) που εξετάζουν διάφορες θεωρίες για τη γέννησή τους, προτιμάει να πάρει δυο ελληνικές εκφράσεις (έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια / έφαγε τον άμπακο) και να παραθέσει θεωρίες για τη γέννησή τους, αναφέροντας και το όνομά μου.

Χάρηκα, τέλος, όταν είδα ότι ο ήρωας του βιβλίου, πιθανώς και ο ίδιος ο Έκο, έχει απόψεις αρκετά παρόμοιες με τις δικές μου σχετικά με την έκφραση «στο μάτι του κυκλώνα», που μερικοί θεωρούν ότι είναι «λάθος» επειδή, τάχα, στο μάτι του κυκλώνα επικρατεί απόλυτη νηνεμία –εδώ μπορείτε να δείτε γιατί διαφωνώ και θεωρώ την έκφραση εύστοχη. Οπότε ίσως έχω και δικούς μου λόγους που, τελικά, δεν μετάνιωσα που διάβασα το Φύλλο μηδέν.