Ο δικός μου λόγος

Ο δικός μου λόγος

Αρχίζω με έναν και μόνο εναρκτήριο λόγο γι’ αυτόν εδώ τον λόγο. Που τον βλέπω ήδη να ξεπροβάλλει λέξη τη λέξη στην οθόνη του υπολογιστή. Σαν τον καρκίνο του αίματος που αρχίζει να διεισδύει μέσα από τις φλέβες σε όλα τα όργανα του ασθενή.

  • του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

Την καρδιά, το μυαλό, τα νεφρά, το συκώτι. Ή σαν τις οχιές που αρχίζουν να γεννούν τα αβγά τους μες στους καταυλισμούς των προσφύγων. Τη Μόρια, το Ελληνικό, το Λαύριο και λίγο καιρό πιο πριν την Ειδομένη. Λέω λοιπόν ότι αυτός εδώ ο λόγος είναι ένας ξένος λόγος, σε ένα ξένο πληκτρολόγιο, σε μια ξένη γλώσσα. Και παρ’ όλες τις προσπάθειές του δεν παύει να διατηρείται το ίδιο ξένος τόσο απέναντι στον αφηγητή όσο και απέναντι στον ήρωά του. Και αν τώρα επιμένει να ηχεί ερήμην των πάντων είναι γιατί θέλει να ξορκίσει τους δικούς του τους καρκίνους και να θειαφίσει τις δικές του τις οχιές ξεκινώντας μοναχικές συνομιλίες με το άηχο.

Ηχεί λοιπόν.

Η γλώσσα μου είναι μια άλλη γλώσσα. Με δισύλλαβες ανάγκες για το φαΐ, το ψωμί και το νερό, κάτι σπαστά ελληνικά της κακιάς ώρας μαθημένα εξ ανάγκης. Από λαούς και έθνη με στόμα ανοιχτό και μπόλικα φωνήεντα. Που ντύνονται τα πιο καλά τους εκφραστικά μέσα μόνο όταν ονειρεύονται τη ζωή και ελπίζουν στο αύριο. Για να βρουν, τελικά, τον εαυτό τους απλά σημεία στίξης στη μεταμοντέρνα αφήγηση του παρόντος, που αρέσκεται με τα ερωτηματικά και τις αποσιωπήσεις.

Το Αιγαίο μου είναι ένα άλλο Αιγαίο. Δίχως το αιγαιοπελαγίτικο γαλάζιο, δίχως το αιγαιοπελαγίτικο λευκό, δίχως τον αιγαιοπελαγίτικο ήλιο. Δεν έχει ψάρια, δεν έχει νησιά, δεν έχει βραχονησίδες, δεν έχει ΑΟΖ, δεν έχει χωρικά ύδατα, δεν έχει τίποτα απολύτως. Μια κακή απομίμηση της Μαύρης Θάλασσας το δικό  μου το Αιγαίο, μια υγρή εκδοχή της Αλμυράς Ερήμου το δικό μου το Αιγαίο. Και αν έχει απομείνει εντός του κάτι ζωντανό πέρα από τις σάπιες βάρκες με τους πρόσφυγες, είναι η αδελφή του Μεγαλέξανδρου που κουβαλάει συνέχεια πτώματα, κούνιες, τσουλήθρες και μονόζυγα. Μια υπόγεια παιδική χαρά έχει βαλθεί να στήσει για τον Αϊλάν και τους φίλους του κάπου στο Φαρμακονήσι.

Η δική μου η ζωή είναι μια άλλη ζωή. Ίσως των παιδιών ή των παιδιών των παιδιών μου ή των παιδιών των παιδιών των παιδιών μου αλλά όχι η δική μου η ζωή. Κι ας είχα κάποτε τα σχέδιά μου κι ας έκανα κάποτε τα όνειρά μου. Ότι θα γίνω αρχιτέκτων και πολιτικός μηχανικός να χτίζω σπίτια. Αλλά όπως εξελίσσονται τα πράγματα δεν θα καταφέρω να χτίσω τίποτα άλλο πέρα από το πρώτο σκαλί μιας μικρής σκάλας.  Για να ’ρθουν τα παιδιά  μου να χτίσουν το δεύτερο. Τα παιδιά των παιδιών μου το τρίτο. Κι ίσως τα παιδιά των παιδιών των παιδιών μου να μπορέσουν να σηκώσουν ολόκληρο σπίτι. Με κουζίνα, υπνοδωμάτιο, παιδικά, διάδρομο και μία ασφαλώς πόρτα. Ενόσω εγώ θα παραμένω η μακρινή ανάμνηση ενός πρώτου σκαλιού. Που πάνω του θα πιάνουν τα χιόνια του χειμώνα, θα πέφτουν τα ξεραμένα φύλλα του φθινοπώρου, θα τσουρουφλάνε οι καυτές αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου και θα σημαδεύουνε με τα ούρα τους τα αδέσποτα της γειτονιάς όταν έρχεται η άνοιξη.

Η δική μου η Ευρώπη είναι μια άλλη Ευρώπη. Που δεν εμπνεύστηκε από τους αρχαίους Έλληνες, δεν έχει περάσει διαφωτισμό, δεν έχει διαβάσει μαρξισμό, δεν γνώρισε ποτέ τα κινήματα  του ’60. Το εργατικό, το νεολαιίστικο, το φοιτητικό, των ομοφυλοφίλων, το φεμινιστικό. Απ’ όσο δε μπορώ να συμπεράνω, μια απόβαση συνεχίζει ακόμη να εκκρεμεί στη Νορμανδία, ο σοβιετικός χειμώνας συνεχίζει ακόμη να διαρκεί στο Στάλινγκραντ και κάποιες καμινάδες του Άουσβιτς συνεχίζουν ακόμη να εκλύουν στην ατμόσφαιρα καμένο κρέας.

Η δική μου η πατρίδα είναι μια άλλη πατρίδα. Η μικρή μου γελαδίτσα, η αχνιστή σούπα της μαμάς, ο αμανές του παππού, του αδελφού μου το ποδήλατο, εκείνη η μέρα στο ποτάμι. Κάτι δηλαδή ξέφτια μνήμης, ασυνάρτητες εικόνες αποδώ και αποκεί που όσο κάθομαι και τις ανασκαλεύω βρίσκω τον εαυτό  μου πάνω σε έναν σωρό από γκρεμίσματα και μπάζα. Από κάτω το σπίτι  μου, η γειτονιά μου, η πόλη μου, η χώρα μου. Βάζω αντηλιά την παλάμη να δω τους φίλους και τους συγγενείς μου. Νυχτερίδες και λυκάνθρωποι παντού τριγύρω.

Κλείνω με έναν και μόνο καταληκτικό λόγο γι’ αυτόν εδώ τον λόγο. Η δική μου η πατρίδα, η δική μου η Ευρώπη, η δική μου η ζωή, το δικό μου το Αιγαίο κι η δική μου η γλώσσα δεν θα είναι ποτέ ξανά δικά μου. Δικός μου είναι μόνο ο καρκίνος του αίματος που διεισδύει μέσα από τις φλέβες σε όλα τα όργανά μου, οι δηλητηριώδεις οχιές που γεννούν τα αβγά τους μες στους καταυλισμούς μου και αυτός εδώ ο ξένος λόγος, σε ένα ξένο πληκτρολόγιο και σε μία ξένη γλώσσα. Όπου τώρα μίλησα ηχώντας τις βουβές κραυγές μου με τις λέξεις του αφηγητή μου, αλλά  πολύ φοβάμαι ότι δεν έχω και πάλι καταφέρει τίποτα παραπάνω από το να προσφέρω αισθητική συγκίνηση στον αναγνώστη μαζί με λίγο θειάφι και  μπόλικα ξόρκια για τις ενοχές του συγγραφέα.

Αηχώ λοιπόν.


artinews