Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας  | Μέρος V/V

Ροπές και τελεστές αναδόμησης του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος στην μνημονιακή Ελλάδα και η αναδιάταξη του συνδικαλιστικού κινήματος της μισθωτής εργασίας | Μέρος V/V

4.    Αναδιάταξη συνδικαλιστικών δομών και δραστηριοτήτων
Το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα καλείται να επανατοποθετηθεί στη νέα κατάσταση που δυναμικά και προοπτικά διαμορφώνεται.

  • του Κώστα Λαμπρόπουλου |      | red line

4.1.         Η τελούμενη καπιταλιστικοποίηση

Ορισμένα από τα στοιχεία που συνθέτουν αυτή τη νέα κατάσταση που η παρούσα Έκθεση ανίχνευσε είναι επιγραμματικά και τα ακόλουθα:

1.     Αποστασιοποίηση της ιδιοκτησίας από τη διοίκηση των επιχειρήσεων

2.     Επαύξηση της διαμεσολαβητικής λειτουργίας της διοίκησης των επιχειρήσεων μεταξύ ιδιοκτησίας και εργασίας

3.     Τέλεση της συνδικαλιστικής διαπραγμάτευσης διαμέσου μιας διαδικασίας τριών φάσεων και, επομένως, μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας:

1)     συνδικάτο → διοίκηση

2)     διοίκηση → ιδιοκτησία

3)     διοίκηση → συνδικάτο

4.     Μερική υποκατάσταση της συνδικαλιστικής διεκδίκησης με την αντιπροσωπευτική συμμετοχή των μισθωτών στη διοίκηση των επιχειρήσεων

5.     Επαύξηση της στάθμισης της ειδικής κατάστασης και της περιφερειακής αναφοράς των επιχειρήσεων στο διαπραγματευτικό αποτέλεσμα μεταξύ εργοδοσίας – προσωπικού.

6.     Θέση ανελαστικών περιορισμών στη χρηματοδότηση και αναχρηματοδότηση των πολύ μικρών, μικρών και ορισμένων μεσαίων επιχειρήσεων.

7.     Ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής ευστάθειας των μεγάλων και πολύ μεγάλων επιχειρήσεων  μέσω της επαναγοράς χρέους.

8.     Μεταφορά του χρηματοπιστωτικού κινδύνου της καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης στους καταθέτες.

9.     Άνθηση της παραοικονομίας τόσο ως αδήλωτη απασχόληση όσο και ως φοροδιαφεύγουσα επιχειρηματικότητα.

10. Ένταξη του «μισθού» στο «Κοινωνικό Εισόδημα Μισθωτής Εργασίας» ως συναρθρωμένο σύστημα στοιχείων:

1) άμεσο εισόδημα: μισθός εργασίας,

2) έμμεσο εισόδημα:

α.   χρηματική αξία παροχών σε είδος,

ι.   εταιρικές παροχές

ιι.  παροχές εταιρικής κοινωνικής ευθύνης

ιιι. λοιπές παροχές

β. χρηματική εισροή από το εγγυημένο εισόδημα / δημόσια στήριξη εισοδήματος.

με τις ακόλουθες αναφορές κατά φθίνουσα σειρά σημαντικότητας:

1)     επιχείρηση,

2)     περιφέρεια,

3)     κλάδος.

Στην αναφορά της περιφέρειας περιλαμβάνονται επίσης και οι ακόλουθες ειδικότερες αναφορές:

α. τιμάριθμος καταναλωτή,

β. κατάσταση διαπεριφερειακής κινητικότητας εργατικού δυναμικού[1].

Βάση του κατώτερου Κοινωνικού Εισοδήματος Μισθωτής Εργασίας είναι προφανώς το τοπικά ισχύον ημερομίσθιο απασχόλησης της παράνομης μετανάστευσης στην παραοικονομία.

11. Συλλογικοποίηση εκ μέρους των επιχειρήσεων των διαδικασιών επιλογής, κατάρτισης, πρόσληψης / απόλυσης προσωπικού με σαφή περιφερειακή αναφορά

12. Ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής με τρόπους που επαυξάνουν την παρούσα / μέλλουσα εργασιακή ευπείθεια.

Το τρέχον επενδυτικό lock-out του κεφαλαίου αποσκοπεί στη διαμόρφωση των επιθυμητών τοπικών συστημικών παραμέτρων του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και στην υποβοήθηση της εσωτερίκευσης  εκ μέρους των διαθέσιμων εγχώριων ανθρώπινων πόρων της λογικής του οικονομικού λογισμού της αξίας.

Η μάχη αποτροπής ολοκλήρωσης της μνημονιακά τελούμενης εγχώριας καπιταλιστικοποίησης μέσω της διατήρησης απλά και μόνο ενός δημόσιου τομέα επισκοπούμενης κοινωνικής επωφέλειας είναι στις αρχές του 21ου αιώνα μια μάχη οπισθοφυλακής, δηλαδή μια μάχη εκ προοιμίου χαμένη. Το κράτος είναι κατά κανόνα ταξικό και μόνο στιγμιαία, δηλαδή κατά παρέκκλιση, γραφειοκρατικά βοναπαρτιστικό. Απλώς, η “ταξικότητα” του ελληνικού κράτους από εθνική οφείλει να γίνει πολυεθνική, δηλαδή απλώς καπιταλιστική.

4.2.        Επιπτώσεις
4.2.1.      Λειτουργικές
1.     Στην τρέχουσα κατάσταση κρίσης, η διατήρηση της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας προϋποθέτει και συνεπάγεται κατ’ αρχάς την ίδια την επιβίωση των επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό επιφέρει –κατά κανόνα- την οργανική συστράτευση των επιχειρησιακών συνδικαλιστικών οργανώσεων με την κατά περίπτωση εργοδοσία. Με τη σειρά της, η στρατηγική συστράτευση καθιστά το επιχειρησιακό σωματείο αντιπροσωπευτικό θεσμό, δηλαδή ελαχιστοποιημένης συμμετοχής.

Η ακραία κατάσταση αυτής της συστράτευσης είναι, φυσικά, η ανασφάλιστη απασχόληση σε παράνομες επιχειρηματικές δραστηριότητες (π.χ. λαθρεμπόριο καυσίμων).

2.     Η τελούμενη μεγάλης κλίμακας ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ καθώς και η μείωση του κόστους παροχής δημόσιων / δημοτικών / κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών μέσω του «τρίτου τομέα» αποδιαρθρώνουν την κομματικού τύπου ανεξαρτησία του συνδικαλιστικού κινήματος έναντι της κυβερνητικού χαρακτήρα εργοδοσίας και μεταλλάσει –με μικρότερες ή μεγαλύτερες αναταράξεις- το συνδικαλισμό σε εργοδοτικό κατά το πρότυπο του ιδιωτικού τομέα.

3.     Η όποια αύξηση της μισθωτής απασχόλησης επιτευχθεί θα προέλθει κυρίως από τη δεξαμενή του ευπειθούς εργατικού δυναμικού με αποτέλεσμα τη βαθμιαία υιοθέτηση εκ μέρους των συνδικαλιστικών οργανώσεων, στο μέτρο της διαχρονικής ανανέωσης της ηγεσίας τους, των συνολικότερων εργοδοτικών οπτικών και προσεγγίσεων.

Συνεπώς, η όποια ταξική αυτοτέλεια αλλά και συμπληρωματική υποστηρικτική κομματική εξάρτηση του συνδικαλιστικού κινήματος, όπως αυτές έχουν ιστορικά αποτυπωθεί στη διεύθυνση του συνδικαλιστικού κινήματος από τις ηγεσίες των συνδικάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΔΕΚΟ), καταλύονται: ο συνδικαλισμός τείνει να καταστεί κοινωνικά περιθωριακός, λειτουργικά αναποδοτικός και ταξικά αποκλειστικά φιλεργοδοτικός.

4.2.2.      Δομικές
1.     Παρακμή μέχρι και εξάλειψη των κλαδικών επαγγελματικών σωματείων ιδιαίτερα στα μικρότερα αστικά συγκροτήματα.

2.     Σημαντική επαύξηση της συμμετοχής και σπουδαιότητας των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων περιφερειακής αναφοράς, δηλαδή πρακτικά των Εργατοϋπαλληλικών Κέντρων στη διαπραγματευτική διαδικασία.

3.     Μετατόπιση της διαπραγματευτικής σημαντικότητας στους πόλους των πολυεπιχειρησιακών Ομίλων, Αλυσίδων, Δικτύων και Συστάδων επιχειρήσεων.

4.     Μετατόπιση –κατά περίπτωση- της συνδικαλιστικής διαπραγματευτικής ισχύος από την παραγωγή (επιχείρηση) στη συλλογική διαχείριση του εισοδήματος από μισθωτή εργασία (αγορά).

4.3.        Η συνδικαλιστική αντίδραση

Υπάρχει έξοδος από τον τρέχοντα εγκλωβισμό του συνδικαλιστικού κινήματος σ’ αυτή την τάση εξάλειψης του διακριτού ταξικού χαρακτήρα του; Ή –με διαφορετικούς όρους- με ποιο τρόπο μπορεί να επιτευχθεί ξανά η διασπασμένη ταξική ενότητα της μισθωτής εργασίας κατά τη μετάβαση στον προηγμένο καπιταλισμό η οποία οργανικά χαρακτηρίζεται στην Ελλάδα από αποεπένδυση[2] και, επομένως, υψηλή ανεργία;

Στο πλαίσιο αυτό, το πυρηνικό πρόβλημα που καλείται να επιλύσει το συνδικαλιστικό κίνημα είναι η οξεία αντίθεση συμφερόντων που έχει σχηματοποιηθεί ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους άνεργους.

4.3.1.      Η συνδικαλιστική ισχύς

Το πρόβλημα αυτό δεν επιδέχεται λύση παρά μόνο με τη χρήση της μεταξύ τους διαφορετικότητας για την επίτευξη μιας νέας και ανώτερης ταξικής ενότητας.

Η διαφορετικότητα εν προκειμένω είναι ότι οι εργαζόμενοι (αλλά και οι συνταξιούχοι) διαθέτουν εισόδημα και –τουλάχιστον- οι συνδικαλιστικές οργανώσεις τους πολυποίκιλο συσσωρευμένο κεφάλαιο.

Μέρος αυτού του εισοδήματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί επωφελώς ως συλλογική αγοραστική δύναμη μέσω Προμηθευτικών Καταναλωτικών Συνεταιρισμών για να επιτευχθεί διαπραγματευτικά μείωση τιμών αγαθών και υπηρεσιών από τις επιχειρήσεις, δηλαδή αύξηση του πραγματικού εισοδήματός τους. Φυσικά, η διαπραγματευτική συλλογική διαχείριση δεν ισχύει μόνο για την κατανάλωσή τους αλλά ισχύει επίσης τόσο για τις αποταμιεύσεις όσο και τις επενδύσεις τους και επιφέρει πρόσθετα οφέλη έναντι της όποιας συνήθους στην Ελλάδα ατομικής διαχείρισής τους.

Άλλο μέρος του εισοδήματος από μισθωτή εργασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάληψη αλλά και χρηματοδότηση πολυμορφικών συλλογικών δράσεων οι οποίες επιφέρουν όφελος τόσο για τους ίδιους τους εργαζόμενους όσο και για τους άνεργους.

Μέρος του όποιου οφέλους προκύπτει αθροιστικά από αυτές τις συλλογικές δράσεις μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί χρηματοδοτικά όχι μόνο επ’ ωφελεία των ανέργων (αλληλεγγύη) αλλά και για να συμβάλλει ως κεφάλαιο τόσο στη διατήρηση όσο και τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης (κοινωνική και αλληλέγγυα επιχειρηματικότητα).

Όλες αυτές οι συλλογικές δράσεις μπορούν να τελεσφορήσουν μόνο εφόσον διενεργούνται σε –κατά περίπτωση αναφοράς- κοινωνικά αισθητή κλίμακα. Επομένως, απαιτείται συμμετοχή εχόντων συμφέρον απ’ αυτές σε ικανό πλήθος, εύκολη πρόσβαση στο πλήθος των συμμετεχόντων για την οργάνωσή τους, υψηλή διαπραγματευτική δεξιότητα και προδιάθεσή των συμμετεχόντων για την επακριβή εφαρμογή κοινών αποφάσεων. Αυτές τις λειτουργικές προϋποθέσεις επιτυχίας μόνο τα συνδικάτα των μισθωτών μπορούν να παράσχουν.

4.3.2.      Η συνδικαλιστική στρατηγική

Η πολυμορφική κοινωνική ενεργοποίηση των συνδικάτων συστρατεύει εργαζόμενους και ανέργους σε συμπληρωματικές[3] ως προς τη συνδικαλιστική οργάνωση κοινωνικές συλλογικότητες (άνεργοι, συνταξιούχοι, σπουδαστές, φοιτητές, νοικοκυρές, αυτοαπασχολούμενοι, κ.ο.κ.).

Το παραγόμενο δια μέσου αυτών των συλλογικοτήτων αμοιβαίο όφελος λειτουργεί παρακινητικά ως προς τη συνδικαλιστική συμμετοχή ή / και ενεργοποίηση τόσο για τους συμμετέχοντες εργαζόμενους όσο και τους ανέργους και, συνεπώς, ενισχύει πολλαπλασιαστικά τη συνδικαλιστική οργάνωση, κ.ο.κ. Η ταξική ενότητα της μισθωτής εργασίας αποκαθίσταται κατά μήκος μιας δυναμικής θετικά αλληλεπιδραστικής διαχρονικής ροπής κοινωνικοποίησης – ταξικοποίησης περιστρεφόμενης γύρω από τον πυρήνα της συνδικαλιστικής οργάνωσης της μισθωτής εργασίας.

Βεβαίως, τουλάχιστον άμεσα, δεν είναι λογικό να υποστηριχτεί ότι το συνδικαλιστικό κίνημα ως η θεσμική αντιπροσώπευση των εργαζομένων μισθωτών μπορεί και πρέπει να αναλάβει την ευθύνη επίλυσης του προβλήματος –τελικά- της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Μπορεί, όμως, να ασκήσει παραδειγματική πίεση ανταγωνιστικού χαρακτήρα στην επανεκκίνηση της μικρομεσαίας επενδυτικής δραστηριότητας ιδιαίτερα εάν έχει απέναντί της μια φίλια διακείμενη κυβέρνηση, όπως η παρούσα. Στη δε περίπτωση της παραοικονομίας μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στην σημαντική περιστολή της και γιατί όχι εξάλειψή της σε κάποιες οικονομικές δραστηριότητες.

4.4.        Οι εφαρμοστικές συνδικαλιστικές προσαρμογές

Σ’ αυτό το πλαίσιο στρατηγικής, ορισμένες από τις προσαρμογές της συνδικαλιστικής οργάνωσης και λειτουργίας που φαίνονται κατ’ αρχήν αναγκαίες να τελεστούν είναι και οι ακόλουθες:

4.4.1.      Φορείς

1.     Σύσταση Πολυκλαδικών / Πολυεπαγγελματικών Πρωτοβάθμιων Σωματείων Μισθωτών με περιφερειακή αναφορά και αντιπροσώπευση στο Εργατικό Κέντρο.

2.     Σύσταση Πολυεπιχειρησιακών Ομοσπονδιών / Συνομοσπονδιών:

α) ομίλου επιχειρήσεων,

β) αλυσίδων επιχειρήσεων,

γ) δικτύων και συστάδων επιχειρήσεων

Διαεπιχειρησιακή συνδικαλιστική οργάνωση κατά μήκος της αλυσίδας αξίας με βάση τον πόλο κέρδους αυτής

3.     Σύσταση Ομοσπονδιών / Συνομοσπονδιών Συνεργατικών και Κοινωνικών Επιχειρήσεων

Προμηθευτικοί Καταναλωτικοί Συνεταιρισμοί (μεγάλες επιχειρήσεις).

4.     Σύσταση νέων υποστηρικτικών φορέων και συλλογικοτήτων κοινωνικού χαρακτήρα:

1.     Παρακολούθηση και αξιολόγηση των δράσεων Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης εκ μέρους των επιχειρήσεων.

2.     Σύσταση Ομοσπονδίας Προμηθευτικών Συνεταιρισμών για

3.     Σύσταση Διαπραγματευτικών Καταναλωτικών Συνεταιρισμών

4.4.2.      Δραστηριότητες

1.     Επαύξηση του συνδικαλιστικού διανύσματος με

α) Συμμετοχή του προσωπικού στο μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης

β) Μετατροπή προβληματικής, αργούσας, κλειστής επιχείρησης σε συνεργατική / κοινωνική επιχείρηση,

2.     Διενέργεια 6μηνιαίων συσκέψεων προσωπικού – εργοδοσίας στις επιχειρήσεις εκείνες που δεν διαθέτουν επιχειρησιακά σωματεία με πρωτοβουλία του Εργατικού Κέντρου και συμμετοχή εκπροσώπων από το Εργατικό Κέντρο και το Εμπορικό και Βιοτεχνικό Επιμελητήριο.

3.     Αναβάθμιση των Εργατικών Κέντρων με δραστηριότητες:

α) κατάρτισης

β) συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής προσωπικού από τις επιχειρήσεις (κατ’ ελάχιστο ανακοίνωση ενδιαφέροντος προσλήψεων)

γ) συνδιαχείρισης προσλήψεων και απολύσεων

4.     Αναβάθμιση των Εργατικών Κέντρων με δραστηριότητες:

α) συνδιαχείρισης εργατικού δυναμικού

β) μετατροπής προβληματικών[4], αργουσών, κλειστών ιδιωτικών επιχειρήσεων και εν λειτουργία επιχειρήσεων με προβληματική ιδιοκτησιακή διαδοχή και διαχείριση σε συνεργατικές / κοινωνικές επιχειρήσεις

γ) συμμετοχής σε τοπικά δίκτυα αλληλεγγύης

5.     Λειτουργική αναβάθμιση των Εργατικών Κέντρων με τη σύσταση θέσης Γενικού Διευθυντή και την πλήρωσή της από επαγγελματικό στέλεχος πλήρους απασχόλησης.

4.5.        Συμπέρασμα

Το συνδικαλιστικό κίνημα, τόσο ως οργάνωση όσο και ως δραστηριότητες, βρίσκεται μπροστά σε ένα καινούργιο και ανοίκειο καπιταλιστικό κόσμο που αν δεν τον αντιμετωπίσει έγκαιρα, ορθά και συγκροτημένα θα αποδειχθεί ότι είναι η επίγεια κόλαση και όχι μόνο για τη μισθωτή εργασία.

Το συνδικαλιστικό κίνημα διαθέτει τους πόρους για να κάνει τη δικιά του υπερβατική προσαρμογή στα δεδομένα που τώρα διαμορφώνονται. Τελικά, από το ίδιο και μόνο απ’ αυτό θα εξαρτηθεί η επιτυχία ή η αποτυχία της δικιάς του μετάβασης στον 21ο αιώνα.

5.    Καταληκτικά συμπεράσματα- προτάσεις συνδικαλιστικής ανάταξης

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια διαδικασία ολοκληρωτικού μετασχηματισμού, δηλαδή ενός μετασχηματισμού που είναι παράλληλα και ταυτόχρονα λειτουργικός καιδομικός. Συγκεκριμένα, δεν πρόκειται απλώς περί της αυξομείωσης του ΑΕΠ ή της απασχόλησης / ανεργίας αλλά περί αλλαγής του τρόπου επίτευξης των εν λόγω αυξομειώσεων, άρα προοπτικά και περί της μεταβολής του περιεχομένου τους (παραγόμενα προϊόντα και παρεχόμενες υπηρεσίες). Συνεπώς, πρόκειται –καταληκτικά- περί της διεθνούς / περιφερειακής επανατοποθέτησης οικονομίας και κοινωνίας.

Ο μετασχηματισμός αυτός δεν συντελείται σχεδιασμένα, δηλαδή συναινετικά, αλλά μέσω έντονων αντιπαραθέσεων των εχόντων συμφέρον από τις επιπτώσεις του, ατομικό, συλλογικό και συνολικό, θετικό ή αρνητικό, εντός αλλά και εκτός της χώρας. Πρακτικά, οι έχοντες συμφέρον αποτελούν πολλαπλάσιο μέγεθος του εγχώριου πληθυσμού καθότι ορισμένοι εξ αυτού έχουν πολλαπλά και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικά πολυεπίπεδα συμφέροντα.

Για το λόγο αυτό, το νέο παραγωγικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα προκύπτει κατά μήκος του χρόνου σταδιακά μέσω μιας φαινομενικά χαοτικής διαδικασίας ως το αποτέλεσμα της επενέργειαςδυναμικών που διακρίνονται σε ροπές (εξωγενείς περιορισμοί) και τελεστές (ενδογενείς αναδομητικές λειτουργίες).

Ο μετασχηματισμός αυτός:

α) εκκινεί από την τελική κατάληξη της προγενέστερης εγχώριας οικονομικής διαμόρφωσης, δηλαδή την ανεργία και τη φτώχεια,

και

β) κινείται κατά μήκος ορισμένων εξωγενών για τη χώρα μακρο-ιστορικών σύνθετων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δυναμικών που αναγνωρίζονται ως ροπές αναδόμησης.

Στις ροπές που αναγνωρίστηκαν περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες:

α) βιώσιμη κατανάλωση,

β) μείωση εκπομπής ρύπων / σφαιρική προστασία περιβάλλοντος,

γ) βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας,

δ) μετατόπιση της βιομηχανικής – μεταποιητικής δραστηριότητας στις χώρες χαμηλού εργατικού κόστους,

ε)εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα,

στ) επαύξηση της προστιθέμενης αξίας μέσω της εφευρετικότητας και καινοτομίας,

ξ) αναπροσδιορισμός των σχέσεων με τη Β. Αφρική και Μ. Ανατολή.

Ο μετασχηματισμός τελείται μέσω της αλληλεπιδραστικής συνέργειας μιας σειράς παραγόντων που αναγνωρίζονται ως τελεστές αναδόμησης.

Στους τελεστές που αναγνωρίστηκαν περιλαμβάνονται και οι ακόλουθοι:

α) επιχειρηματικότητα,

β) χρηματοδότηση,

γ) επένδυση,

γ) ευρεσιτεχνία / καινοτομία.

δ) συναλλαγές,

ε) εισόδημα από μισθωτή εργασία, και

στ) κατάρτιση και επιλογή προσωπικού.

Οι τελεστές επενεργούν επίσης διαθλώμενοι δια μέσου των διαδοχικών προγραμμάτωνδημοσιονομικής εξισορρόπησης, αναχρηματοδότησης και μεταρρυθμίσεων (Μνημόνια 1, 2 και 3).

Η αλληλεπίδραση των τελεστών εντός του προκαθορισμένου δυναμικού πλαισίου που διαμορφώνουν οι ροπές παράγει ως μια φαινομενικά χαοτική διαχρονική διαδικασία τη βαθμιαία αποκρυστάλλωση ενός Νέου Οικονομικού Συστήματος το οποίο λειτουργεί αποκλειστικά πάνω στην πλήρη μικροοικονομική και μακροοικονομική ενσωμάτωση του Νόμου της Αξίας.

Το διαμορφούμενο Νέο Οικονομικό Σύστημα συμβάλλει μέσω της ανεργίας και της διαχείρισης της φτώχειας στη συγκρότηση, μέσω μιας επίσης χαοτικής διαδικασίας, ενός Νέου Κοινωνικού Συστήματος στο οποίο τη δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνουν με αποκεντρωμένο τρόπο τα επιχειρηματικά δίκτυα ως αλυσίδες αξίας επενδυμένων κεφαλαίων.

Η ανισομερής υπέρ του κεφαλαίου και σε βάρος της εργασίας κατανομή της ισχύος της παραγωγής απασχόλησης / κατάρτισης / επιλογής προσωπικού / διαχείρισης της φτώχειας καθιστά την υφιστάμενη συνδικαλιστική δραστηριότητα και οργάνωση αναποτελεσματικές και μη αποδοτικές, και άρα μη ελκυστικές αν όχι “επικίνδυνες”, τόσο για τους εργαζόμενους όσο και τους άνεργους.

Ο απεγκλωβισμός από την παραγόμενη ροπή συνδικαλιστικής παρακμής συνεπάγεται τη μετάβαση σε νέα οργανωτικά σχήματα και δραστηριότητες:

α) υποβάθμιση της κλαδικής αρχής οργάνωσης και συνδυασμένα την αναβάθμιση της τοπικά εστιασμένης πολυεπαγγελματικής αρχής οργάνωσης με τοπική αναφορά,

β) αντιστοίχιση της ομοσπονδιακής σωματειακής οργάνωσης κατά μήκος των επιχειρηματικών δικτύων ως αλυσίδων αξίας επενδυμένων κεφαλαίων,

γ) ενεργητική συμμετοχή στο καταναλωτικό κίνημα ως κοινωνική συμμαχία κοινού οικονομικού ενδιαφέροντος (Προμηθευτική Καταναλωτικοί Συνεταιρισμοί) και επαύξησης της διαπραγματευτικής ισχύος,

δ) ενεργητική συμμετοχή στο σχεδιασμό και διαχείριση των δράσεων Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης,

ε) ενεργητική συμμετοχή στην επαγγελματική κατάρτιση και παραγωγή θέσεων απασχόλησης μέσω της συνδυασμένης στήριξης δομών κατάρτισης και της κοινωνικής και αλληλέγγυας επιχειρηματικότητας (συνεργατισμοί), και

στ) ενεργητική συμμετοχή στη διαχείριση της φτώχειας κυρίως σε τοπικό επίπεδο.

Τέλος


[1] Υπενθυμίζεται ότι η ιδιόκτητη κατοικία θέτει περιορισμό στην διαπεριφερειακή κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και αποτελεί θετικό παράγοντα εργασιακής απείθειας και αναζήτησης πρόσκαιρης και αδήλωτης απασχόλησης. Το ζήτημα των «κόκκινων στεγαστικών δανείων» δεν είναι μόνο πρόβλημα ευστάθειας του τραπεζικού συστήματος και κοινωνικό αλλά είναι επίσης και ζήτημα πολιτικών απασχόλησης.
[2] Συγκέντρωση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου.
[3] Προέρχονται απ’ αυτή, συντονίζονται μ’ αυτή αλλά δεν ταυτίζονται μ’ αυτή.
[4] Στην έννοια της προβληματικότητας περιλαμβάνονται και οι σκιώδεις επιχειρήσεις.