[Το τριαντάφυλλο] 

[Το τριαντάφυλλο] 

Μια μέρα οι μαθητές του ραβίνου Νάχμαν του παραπονέθηκαν

– Αγαπημένε ραβί, γιατί δεν μιλάς κι εσύ όπως ο ραβίνος Σαδίκ, ν’ αραδιάζεις μεγάλες ιδέες,  να οικοδομείς μεγάλες θεωρίες, να σε ακούν συνεπαρμένοι, με ανοιχτό στόμα οι άνθρωποι; Μόνο μιλάς με λόγια απλοϊκά, σαν τι γριές γιαγιάδες και λες παραμύθια;

Ο αγαθός ραβίνος χαμογέλασε, έκανε κάμποση ώρα να αποκριθεί, τέλος άνοιξε το στόμα:

– Μια μέρα, είπε, οι τσουκνίδες ρώτησαν την τριανταφυλλιά: «Κυρά τριανταφυλλιά δεν μας μαθαίνεις και μας το μυστικό; Πως φτιάχνεις το τριαντάφυλλο;»

Κι η τριανταφυλλιά αποκρίθηκε:

– Πολύ απλό το μυστικό μου, αδερφές μου τσουκνίδες· ολάκερο το χειμώνα δουλεύω με υπομονή, με εμπιστοσύνη με αγάπη το χώμα κι ένα μονάχα έχω στο νου μου, το τριαντάφυλλο. Αυτό είναι το μυστικό μου, αδερφές μου τσουκνίδες.

– Δάσκαλε, έκαναν οι μαθητές, δεν καταλάβαμε.

– Όταν έχω μια ιδέα, την δουλεύω καιρό πολύ, αμίλητα, με υπομονή μ’ εμπιστοσύνη με αγάπη· κι όταν ανοίγω το στόμα η ιδέα γίνεται παραμύθι.

Γέλασε πάλι.

– «Εμείς οι άνθρωποι το λέμε παραμύθι, είπε· η τριανταφυλλιά το λέει τριαντάφυλλο».


Το παραπάνω κείμενο με τον συμβατικό τίτλο «Το τριαντάφυλλο» είναι ένα μικρό απόσπασμα από την «Αναφορά στον Γκρέκο» του Νίκου Καζαντζάκη και δημοσιεύεται ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ στη συλλογή «Μικρές ιστορίες για μια χαμένη όραση» του Θανάση Μανιφάβα.