Όσο ζει, να πίνει μόνος του

Όσο ζει, να πίνει μόνος του

Στο παλιό Κρητικό στέκι υπήρχαν μόνο δύο γεροντάκια. Μόλις κάθισα σ’ ένα  τραπέζι, ο ένας γέροντας απευθύνθηκε στον ταβερνιάρη.

  • του Θανάση Μανιφάβα

-Κέρασε το παλικάρι ένα κρασί.

Ξέροντας τις συνήθειες των Κρητικών πήρα το ποτήρι μου και πήγα στο τραπέζι του. Σε λίγο κουβεντιάζαμε σαν να ήμασταν παλιοί γνώριμοι.

Σε πολύ αραιά διαστήματα έμπαιναν θαμώνες κι ο σύντροφός μου πρόθυμα τους κερνούσε. Σε μια στιγμή μπήκε ένας γέροντας, τον οποίο δεν προσφέρθηκε να κεράσει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και απόστρεψε το πρόσωπό του με σημασία.

-Αυτόν, ρώτησα εγώ, γιατί δεν το κερνάς;

-Αυτός, απάντησε, είναι εχθρός μου. είμαστε από το ίδιο χωριό, αλλά είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μου.

Στη συνέχει μου αφηγήθηκε μια ιστορία για νια βεντέτα που χωρίζει τις δύο οικογένειες για πενήντα χρόνια·  μια βεντέτα που στοίχισε δυο ζωές σε κάθε σόι.

Έκρινα μάταιη κάθε προσπάθεια να κατασιγάσω το πάθος στην ψυχή ενός Κρητικού·  αυτό είναι αδύνατο. Κρητικός σημαίνει πάθος. Έτσι αρκέστηκα να ακούω.

-Αυτός συνέχισε είναι ο μεγαλύτερος εχθρός μου και του έχω δώσει τη μεγαλύτερη κατάρα.

Ήξερα πως η ευχή και η κατάρα καταγράφουν με ανάγλυφο τρόπο την ανθρώπινη ψυχή. Η έμφυτη, λοιπόν, περιέργειά μου τροφοδοτημένη από τη φιλολογική μου ιδιότητα, κεντρίστηκε ιδιαίτερα και ρώτησα:

-Και τι κατάρα του δωσες;

Στην απάντησή του πάγωσα.

-Τον καταράστηκα, όσο ζει, να πίνει μόνος του και να πεθάνει μόνος του.