Γιατί, άμα τη σφάξω, θα βλέπει; | του Θανάση Μανιφάβα

Γιατί, άμα τη σφάξω, θα βλέπει; | του Θανάση Μανιφάβα

Ένα Αυγουστιάτικο απόγευμα ο Μιχάλης επιστρέφοντας από την καθημερινή πολύωρη βόλτα του στο δάσος, έμεινε για λίγο στο καφενείο του χωριού. Ο καφετζής, παρατηρητικότατος, πρόσεξε αμέσως ότι ο Μιχάλης στο γυμνό του μπράτσο φορούσε ένα πράσινο περιβραχιόνιο καμωμένο από φλούδα δέντρου.

  • του Θανάση Μανιφάβα

-Αυτό τι είναι Μιχάλη, είπε δείχνοντας το.

-Πένθος, απάντησε ο Μιχάλης.

-Και ποιον πενθείς μωρέ, συγγενή κανέναν δεν έχεις, μόνος σου είσαι στον κόσμο, ποιόν διάολο πενθείς;

-Πενθώ τα δέντρα που καίγονται σε όλη την Ελλάδα.

Ο καφετζής χαμογέλασε σε μια υποκριτική προσπάθεια επίδειξης ανέξοδης κατανόησης· το γέλιο όμως έκρυβε και την έπαρση του ανθρώπου που έχει συναίσθηση της οικονομικής (άρα και της κοινωνικής) υπεροχής του.

Ο Μιχάλης ήταν ο τρελός του χωριού. Ζούσε μόνος του με μια αξιοθαύμαστη ολιγάρκεια. Καλλιεργούσε ένα μικρό χωράφι και έναν κήπο και είχε αγελάδες και κότες. Τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο του τον περνούσε στο δάσος και όχι στο καφενείο.

Την άλλη μέρα με την συνοδεία ενός ντόπιου επισκέφθηκα τον Μιχάλη στο σπίτι του. Όταν φθάσαμε, ο Μιχάλης ήταν στην αυλή και τάιζε τις κότες. Μόλις μας είδε μας χαμογέλασε και μας έγνεψε να μπούμε. Πλησιάσαμε και διαπιστώσαμε ότι ο Μιχάλης, σκυμμένος, τάιζε μια κότα με την χούφτα του.

-Αυτήν Μιχάλη, ρώτησε ο σύντροφός μου, γιατί την ταΐζεις στη χούφτα;

-Χτύπησε προχθές μ’ ένα αγκάθι και τυφλώθηκε, απάντησε ο Μιχάλης συνεχίζοντας να την ταΐζει.

-Και γιατί δεν την σφάζεις, ρώτησε ο σύντροφός μου.

Θυμάμαι ακόμα την έκπληξη στο πρόσωπο του Μιχάλη.

-Γιατί, άμα τη σφάξω, θα βλέπει;