Φιλιόντουσαν οι ψυχές μας | του Θανάση Μανιφάβα

Φιλιόντουσαν οι ψυχές μας | του Θανάση Μανιφάβα

Πρώτος ξάδερφος ενός φίλου μου Κρητικού, χτύπησε πέφτοντας σε ένα γκρεμό και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στην Αθήνα. Όταν συνήλθε μετά από αρκετές μέρες, τον επισκεφτήκαμε στο νοσοκομείο. Οι περισσότερες κουβέντες του στρέφονται γύρω από μια θεία του, της οποίας δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά. Έλεγε και ξανάλεγε:

  • του Θανάση Μανιφάβα

– Δεν μπορώ, ρε παιδιά, να καταλάβω τη θεία μου τη Ζαφειρούλα.

– Γιατί, ρε Μανώλη.

– Να, όσες μέρες ήμουνα σε αφασία, δεν έφυγε στιγμή από δίπλα μου. Συνέχεια ένοιωθα την παρουσία της, συνέχεια κρατούσε το χέρι μου μέσα στο δικό της, σα να ‘θελε να μου δώσει από τη δύναμη της.

– Ε, αδερφή του πατέρα σου είναι, είπε ο φίλος μου.

Αργότερα έμαθα ότι η γυναίκα δεν είχε παιδιά και είχε εκδηλώσει ζωηρό ενδιαφέρον να τον υιοθετήσει.

– Η θεία μου η Ζαφειρούλα, η στολισμένη και γεμάτη αρώματα, εμένα τον αγριομούτσονο και κακοθώρητο, που είμαι βοσκός στα όρη; Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Αλλά κι όταν συνήρθα, μ’ έπαιρνε στα γόνατα της, με κανάκευε και με φιλούσε σα να ‘μουνα παιδάκι. Δεν μπορούσα να βγάλω άκρη· τελικά θαρρώ πως κατάλαβα.

– Τι κατάλαβες, Μανώλη.

– Δεν κανάκευε ούτε φιλούσε, η θεία μου η Ζαφειρούλα, η στολισμένη και γεμάτη αρώματα, εμένα τον αγριομούτσονο και κακοθώρητο, που κατέβηκα από τα όρη. Φιλιόντουσαν οι ψυχές μας.