Σε φιλοξένησαν τα μάτια μου | του Θανάση Μανιφάβα

Σε φιλοξένησαν τα μάτια μου | του Θανάση Μανιφάβα

Ένα καλοκαίρι των φοιτητικών μου χρόνων, αποφάσισα να επισκεφθώ τη γενέτειρά μου (τον ορεινό Βάλτο), σε μια προσπάθεια να ξανασυνδεθώ με τις ρίζες μου, μετά από δεκαετή απουσία.

  • του Θανάση Μανιφάβα

Ανάμεσα στους άλλους ήθελα να δω και μια θεία μου, η οποία όμως τα καλοκαίρια, ακολουθώντας τις βλάχικες συνήθειες, με το κοπάδι της και την οικογένειά της ανέβαινε στο βουνό. Οι δυνατότητες φιλοξενίας (από υλική άποψη) ήταν εξαιρετικά περιορισμένες·  ψωμί, που ζύμωνε μοναχή της, τυρί, γάλα και ντομάτες από ένα μικρό τύπο.

Στο διάστημα της παραμονής μου πολλές φορές έπιασα τη θεία μου να με κοιτάει με ύφος που φανέρωνε ενοχές, παράπονο, ίσως και θλίψη, κάτι, τέλος πάντων, που δεν μπορούσα να ερμηνεύσω.

Όταν έφευγα και αποχαιρετούσα, η γερόντισσα μου χάιδεψε τρυφερά το πρόσωπο, με φίλησε και μου είπε το εξής ποίημα: «Την άλλη φορά που θα έρθεις, γιέ μου, στο χωριό (όπου θα είχε περισσότερες δυνατότητες για φιλοξενία), θα σε φιλοξενήσουν και τα χέρια μου, γιατί αυτή τη φορά σε φιλοξένησαν μονάχα τα μάτια μου».