Χαϊδεύω τη λύρα του | του Θανάση Μανιφάβα

Χαϊδεύω τη λύρα του | του Θανάση Μανιφάβα

Τα μαθήματα λύρας με τον μεγάλο Κώστα Μουντάκη βρίσκονταν στον πέμπτο μήνα. Μόλις τελείωσε το μάθημα, πλησιάσαμε τον δάσκαλο και του ανακοινώσαμε ότι ο πιο αγαπημένος του μαθητής ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει τα μαθήματα γιατί υπακούοντας στις ανάγκες τις δημοσιοϋπαλληλικής του ιδιότητας, έπρεπε να δεχτεί τη μετάθεση του για την Ξάνθη.

Σε λίγο πλησίασε και ο μαθητής· επιβεβαίωσε όσα ήδη είχαμε πει εμείς στο δάσκαλο κι εξέφρασε τη λύπη του, γιατί θα διέκοπτε τα μαθήματα λύρας, στα οποία είχε σημειώσει σημαντική πρόοδο. Ο δάσκαλος δεν έκρυψε τη στενοχώρια του και του συνέστησε να συνεχίσει τη λύρα μόνος του.

Ο μαθητής αποχαιρέτησε το δάσκαλο και στη συνέχεια εμάς τους υπόλοιπους· τη στιγμή που θα έφευγε, ο δάσκαλος είπε:

– Φέρε μου λιγάκι τη λύρα σου».

Ο μαθητής με κάποια απορία έφερε τη λύρα, την έβγαλε από τη θήκη της και την έδωσε στο δάσκαλο. Κείνος με αργές ήσυχες κινήσεις την κράτησε με το ένα χέρι και με το άλλο άρχισε να την χαϊδεύει. Το χέρι του περιέτρεξε το σκάφος και το καπάκι, έκρουξε αλαφρά τις χορδές, ακράγγιξε τα κλειδιά και χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της, την επέστρεψε στο μαθητή.

Η όλη διαδικασία που έμοιαζε με ιεροτελεστία κράτησε δυο – τρία λεπτά.

-Τι έκανες δάσκαλε; ρώτησα εγώ!

-Τι έκανα, μωρέ, είμαστε και οι δυο άντρες και ντρέπομαι να χαϊδέψω το πρόσωπο του· χαϊδεύω λοιπόν τη λύρα του.