Έμπορος Θανάτου | του Θανάση Μανιφάβα

Έμπορος Θανάτου | του Θανάση Μανιφάβα

Ήταν η τρίτη φορά που ένας γείτονας μου με καλούσε για ουζάκι στο καφενείο της καινούργιας μου γειτονιάς και το θεώρησα άκομψο να αρνηθώ. Έτσι βρέθηκα στο τραπέζι του. Εκείνος μου σύστησε την παρέα του· αρκετές φορές τους είχα δει μαζί να απολαμβάνουν το απογευματινό τους καφεδάκι.

  • του Θανάση Μανιφάβα

Ο φίλος του, μόλις άκουσε το όνομά του κατά τις συστάσεις, πρόσθεσε:

-Έμπορος θανάτου

– Έμπορος θανάτου; απόρησα εγώ· τι εννοείς;

– Αναφέρεται στο επάγγελμά του· είναι φερετρτοποιός.

– Η δουλειά είναι δουλειά, είπα εγώ με κάποια αμηχανία, εκφράζοντας όμως χωρίς να το καταλάβω και την απαξίωση μου για το μακάβριο επάγγελμα.

– Είναι ο καλύτερος φερετροποιός στην πόλη, είπε ο γείτονάς μου. Κάνει αυτή τη δουλειά εδώ και τριάντα τέσσερα χρόνια.

Και σε λίγο πρόσθεσε.

– Μόνο παιδικά φέρετρα δεν κάνει.

– Γιατί; ρώτησα εγώ που κεντρίστηκε η περιέργεια μου.

Απάντηση όμως δεν πήρα από κανέναν.

-Μήπως δεν συμφέρει οικονομικά; ρώτησα.

– Το αντίθετο, είπε ο φερετροποιός· λιγότερα τα υλικά και τα λεφτά περισσότερα.

– Μήπως πέθανε κανένα παιδί σου σε μικρή ηλικία;

– Χτύπα ξύλο, χριστιανέ μου, ζούνε και τα τέσσερα παιδιά μου…

– Τότε, επέμενα, εγώ, γιατί;

Η επιμονή μου τον έφερε σε αμηχανία· τέλος προσέχοντας τις λέξεις του, είπε:

-Να, εγώ απέναντι από το θάνατο, βάζω τα παιδιά. Αν φτιάξω παιδικό φέρετρο, είναι σαν να παραδέχομαι ότι ο θάνατος βγαίνει νικητής. Εκτός αυτού μπορεί να μπει ο διάολος μέσα μου και να πω, «ρε δε πεθαίνει και κανένα παιδάκι, να πουλήσω εγώ την πραμάτεια μου».