Ο Ρεματιανός | του Θανάση Μανιφάβα

Ο Ρεματιανός | του Θανάση Μανιφάβα

Η φυσική αναπηρία του εβδομηντάρη καφετζή (ήταν κουτσός), δεν τον εμπόδιζε να είναι εύθυμος και αεικίνητος. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά έχοντας μια υψηλή αίσθηση του χιούμορ, διασκέδαζε τους πάντες με όμορφο και κόσμιο και ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Ήταν μάλιστα τόσο ακομπλεξάριστος, που πολλές φορές αρνιότανε να φτιάξει καφέ, γιατί τον φωνάζανε Γιώργο και όχι κούτσαυλο ή ρεματιανό, δηλαδή διάολο (γιατί η παράδοση θέλει το διάολο κουτσό).

  • του Θανάση Μανιφάβα

Μια Κυριακή, καθώς απολάμβανα τον πρωινό μου καφέ, βγήκε στο καφενείο ένας χωριανός μας, ο Μάρκος συνοδευόμενος από επτά οκτώ αγνώστους. Το προηγούμενο βράδυ ο Μάρκος επισημοποίησε τον αρραβώνα της κόρης του και όλοι καταλάβαμε ότι ήταν από το σόι του γαμπρού.

Αφού ήπιαν καφέ, οδηγημένοι από την μυρωδιά, παρήγγειλαν κοκορέτσι, σπληνάντερο και άλλους μεζέδες που αργοψήνονταν στη φωτιά.

Οι επισκέπτες βρήκαν εξαίρετους τους μεζέδες, που συνοδευόταν και από άλλα απαραίτητα… και υποκλίθηκαν στη μαστοριά του ψήστη.

Φυσικά δεν πήραν είδηση την ανησυχία του Μάρκου, εμείς όμως που ξέραμε πως ο Μάρκος ήταν πάμπτωχος και καταχρεωμένος, καταλάβαμε τα αίτια της ανησυχίας και της νευρικότητας του.

Αφού έφαγαν αποφάσισαν να πάνε μέχρι την εκκλησία, που απείχε γύρω στα εκατό μέτρα. Τη στιγμή που έφευγαν, ο καφετζής είπε στο Μάρκο, να μείνει λιγάκι, γιατί κάτι τον θέλει, τον απασχόλησε όμως με κάτι τόσο ασήμαντο, που κανείς μας δεν μπόρεσε να δώσει εξήγηση.

Ο Μάρκος σε λίγο έφυγε και επανήλθε με τους επισκέπτες του, αφού τους ξενάγησε στην εκκλησία. Η ανησυχία και η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, γιατί δεν ήθελε να εκτεθεί στους συμπεθέρους του.

Ξανακάθισαν όλοι στα δύο τραπέζια· τότε ο κούτσαυλος, ο ρεματιανός, πήρε το μπλοκάκι του, στρογγυλοκάθισε απέναντι στο Μάρκο, πήρε το μολύβι του από το αυτί και με άψογο επαγγελματικό ύφος, άρχισε να κάνει λογαριασμό… Αφού τελείωσε είπε: «Μάρκο το μαλλί πάει 13.000 δραχμές. Μου έδωσε 15.000, πάρε τα ρέστα σου». Και μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων μας κι όχι μόνο του Μάρκου του έδωσε δύο χιλιάδες.