Το δέντρο

Το δέντρο

  • του Vicente Valero
    μετφρ.: Αθηνά- Στυλιανή Μίχου
    ——————–———–—–————

Μπαίνω σε ένα δέντρο από την ανοιχτή του σκιά,
χαρούμενος και χωρίς να χτυπήσω, με ηρεμία;
Πάω εως το κέντρο, ανεβαίνω ή κατεβαίνω, δεν το ξέρω,
κι εκεί είναι όλες οι ρίζες, όλοι
οι καρποί περιμένοντας με, ορατοί και τέλειοι,
και το μεγάλωμα των κλωναριών
είναι μόνο θέμα παλμού και φωτός,
που εγώ τώρα μπορώ να δω και να αφουγκραστώ… Υπάρχουν
εγκαταλελειμένες, βρώμικες, δύσοσμες, φωλιές
και παράξενα πλάσματα της νύχτας. Το φεγγάρι
είναι και αυτό στο δέντρο και δεν είναι άσπρο.

Και μέχρι και ο άνεμος περιτριγυρίζει πιο σκοτεινός.
Μπορείς να τον αγγίξεις, είναι άκακος. Ανεβαίνω
ή κατεβαίνω, δεν το ξέρω: Ξέρω ότι περπατάω.

Ότι αργά αργά ανήκω στο δέντρο. Χάνομαι
σ’αυτό, ακόμα πιο μέσα, και είμαι το δάσος, γόνιμο

και δυνατό, εκείνο που ήθελα για μένα. Και τώρα μεγαλώνω
χωρίς σταματημό, στη καυτή ηρεμία
του μεσημεριού, όταν τα πουλιά με ψάχνουν,
μπαίνουν μέσα μου, αναπάυονται στο δέντρο τους.