Βενεζουέλα, η πορεία προς τη χρεοκοπία

Βενεζουέλα, η πορεία προς τη χρεοκοπία

Σε κατάσταση στάσης πληρωμών του εξωτερικού της χρέους κινδυνεύει να βρεθεί η Βενεζουέλα, καθώς μέχρι τη Δευτέρα πρέπει να καταβάλει συνολικά 281 εκατομμύρια δολάρια ενώ ως το τέλος του 2017 πρέπει να καταβάλει περίπου 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η Βενεζουέλα προφανώς, όπως έχει ανακοινώσει και επίσημα, επιθυμεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της και ο πρόεδρος, Νικολάς Μαδούρο, έχει καλέσει τη Δευτέρα τους διεθνείς πιστωτές της χώρας για να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις.

Βάσει των στοιχείων της κεντρικής τράπεζας της Βενεζουέλας το κρατικό χρέος φθάνει στα 90 δισ. δολάρια, αν και οι απ’ έξω ειδικοί το εκτιμούν στα 150 δισεκατομμύρια δολάρια. Ταυτόχρονα η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA έχει εκδώσει ομόλογα αξίας 28,6 δισ. δολάρια και αρκετά δισ. δολάρια σε «υποσχετικές», τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας έχουν υποχωρήσει κάτω από 10 δισ. δολάρια, ενώ μεγάλο μέρος τους είναι σε χρυσό ο οποίος δύσκολα μπορεί να ρευστοποιηθεί, η οικονομική παραγωγή έχει συρρικνωθεί περισσότερο από το ένα τρίτο από το 2014 ενώ βρίσκεται αντιμέτωπη και ελλείψεις σε τρόφιμα και φάρμακα. Πολλοί εκτιμούν πως δύσκολα θα αποφύγει τον «ξαφνικό θάνατο» της οικονομίας ο Νίκολας Μαδούρο που ζητά από τους δανειστές της χώρας αναχρηματοδότηση ή αναδιάρθρωση χρέους.

Οι κυρώσεις που έχουν επιβάλλει στη χώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες, δεν επιτρέπουν σε αμερικανικές τράπεζες και εταιρείες να συμμετέχουν ή ακόμη και να διαπραγματεύονται τέτοιου είδους συμφωνίες, επομένως δεν υπάρχουν περιθώρια για πολλούς ελιγμούς. Ενδεχομένως, η πιο πιθανή λύση για τον Μαδούρο είναι η μονομερής αθέτηση πληρωμών, σημειώνει χαρακτηριστικά το CNBC. «Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η κυβέρνηση και (η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία) PDVSA θα χρεοκοπήσουν», προέβλεψε και ο Έντουαρντ Γκλόσοπ, αναλυτής της Capital Economics.

Την εκτίμηση ότι η Βενεζουέλα δεν πρόκειται να επιτύχει τον στόχο που έχει θέσει για την αναδιάρθρωση του χρέους της, τονίζει και η ανάλυση των Financial Times, ενώ από την πλευρά τους αυτή την εβδομάδα οι οίκοι αξιολόγησης Fitch, S&P και Moody’s υποβάθμισαν το αξιόχρεο της Βενεζουέλας. Οι αγορές, ακολούθησαν τη γραμμή των οίκων αξιολόγησης, χτυπώντας την κυβέρνηση της χώρας και η «βουτιά» των ομολόγων συνεχίζεται.

Υπάρχει άραγε τρόπος να ξεφύγει η Βενεζουέλα από αυτό το χάος; Μία πιθανότητα είναι να λάβει κάποιο δάνειο από τη Ρωσία, με ενέχυρο πετρελαϊκά assets. Σημειώνεται πως το γεγονός ότι επικεφαλής των διαπραγματεύσεων με τους κατόχους ομολόγων της Βενεζουέλας είναι ο Tareck El Aissami, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την όλη υπόθεση. Ο Aissami έχει υποστεί ειδικές κυρώσεις από τις ΗΠΑ, οι οποίες των έχουν χαρακτηρίσει ως έμπορο ναρκωτικών.

Την ίδια ώρα η διεθνής κοινότητα έχει αυξήσει κι αυτή την πίεση στο Καράκας: Την περασμένη Τετάρτη οι πρεσβευτές των 28 χωρών μελών της ΕΕ ενέκριναν την υιοθέτηση κυρώσεων εις βάρος της Βενεζουέλας, μεταξύ αυτών εμπάργκο στην εξαγωγή όπλων, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές.

Η Κίνα και η Ρωσία

Ο Μαδούρο καταγγέλλει «τον καπιταλισμό που καταστρέφει τον πλανήτη» και ειδικά τις ΗΠΑ για «οικονομικό πόλεμο» με στόχο να προκληθεί ασφυξία στη χώρα του και ελπίζει να βρει λύση στρεφόμενος στην Κίνα, στην οποία οφείλει 28 δισεκατομμύρια δολάρια, και τη Ρωσία με την οποία ήδη έχει συμφωνήσει την αναδιάρθρωση του χρέους της. Μια συμφωνία βάσει της οποίας θα παραταθεί κατά 10 χρόνια η περίοδος αποπληρωμής του.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η Κίνα έχει δανείσει στη Βενεζουέλα περισσότερα από 50 δισεκατομμύρια δολάρια και δέχεται την αποπληρωμή σε πετρέλαιο. Η Ρωσία έχει επίσης κάνει μια σειρά από έκτακτα δάνεια προς την PDVSA, συχνά λίγο πριν από την πληρωμή των κρατικών ομολόγων. Τον Απρίλιο, η Rosneft, πετρελαϊκή εταιρεία της οποίας την πλειονότητα των μετοχών κατέχει η ρωσική κυβέρνηση, χορήγησε δάνειο PDVSA ύψους 1 δις δολαρίων. Σε αντάλλαγμα, σύμφωνα με έρευνα του Reuters, της έχει προσφερθεί μερίδιο στην ιδιοκτησία της πετρελαϊκής εταιρείας της Βενεζουέλας.

Ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ έχει δηλώσει ότι η Μόσχα έχει ήδη συμφωνήσει να αναδιαρθρώσει ένα μέρος του χρέους του Καράκας, ύψους 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Προκειμένου, βέβαια, να ισχύσει η συμφωνία αυτή η Βενεζουέλα θα πρέπει να πληρώσει στη Ρωσία ένα σημαντικό ποσό ως το τέλος του 2017, πρόσθεσε η ίδια πηγή. Επίσης θα πρέπει να πληρωθούν οι Ρώσοι εξαγωγείς για τα προϊόντα που έχει ήδη λάβει η Βενεζουέλα.

Στην πιθανότητα που λάβει κάποιο δάνειο από τη Ρωσία, με ενέχυρο πετρελαϊκά assets, μπορεί να αποπληρώσει μέρος των πιστωτών της ή ακόμη να προχωρήσει σε επαναγορά ομολόγων της, τα οποία άλλωστε τώρα είναι πολύ πιο φθηνά.

Μία ακόμη εναλλακτική του Μαδούρο είναι να υπάρξει «διαχωρισμός» του κράτους από την PDVSA και να αφήσει την πετρελαϊκή εταιρεία να χρεοκοπήσει.

Το ενδεχόμενο πάντως της αναδιάρθρωσης του χρέους μοιάζει αδύνατο να συμβεί. Εκτός των άλλων, για να εφαρμοστεί ένα τέτοιο πρόγραμμα ταυτόχρονα θα πρέπει να υπάρξει και μία παράλληλη πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής, στο πλαίσιο των επιθυμιών τους, ούτως ώστε οι πιστωτές να «πειστούν» για την «ορθή» πορεία της οικονομίας της χώρας.

Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με μία οικονομία που δέχεται ισχυρές πιέσεις και βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, με τον πληθωρισμό να τρέχει με απίστευτο ρυθμό, υποδεικνύουν ότι υπάρχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα η Βενεζουέλα να χρεοκοπήσει παρά να διασωθεί.

Δεδομένων όλων αυτών, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας και η αντιπολίτευση, μετά από μια πολύμηνη και ακραία σύγκρουση που προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στη χώρα, θα προσπαθήσουν για τρίτη φορά φέτος να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων προκειμένου να διαχειριστούν την κρίση στη χώρα.

Η οικονομία του πετρελαίου και η ιστορία της τροφής

Οι λεπτομέρειες της κρίσης της Βενεζουέλας έχουν αναφερθεί πολλάκις και με διαφορετικές επισημάνσεις ανάλογα με την πλευρά που υποστηρίζει ο καθένας. Το αξιοπρόσεκτο δεδομένο είναι ότι μια χώρα με περισσότερα αποθέματα πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία έχει φτάσει σε τόσο δύσκολες συνθήκες. Μήπως όμως αυτό ήταν που γύρισε μπούμερανγκ;

Επί έναν αιώνα η οικονομία της χώρας κινείται γύρω από το πετρέλαιο. Από το 1930 υπήρξε προσανατολισμός σε αυτό, και απομάκρυνση από την αγροτική παραγωγή. Το πετρέλαιο αποτελεί το 95% των εξαγωγών της χώρας. Την τροφή της η Βενεζουέλα άρχισε να την εισάγει, αφού ήταν φθηνότερο να εισάγει τρόφιμα παρά να τα παράγει. Σε όσους αποδίδουν τη σημερινή κατάσταση στην «εφαρμογή του σοσιαλισμού», πολλοί απαντούν ότι αυτή η εξάρτηση από το πετρέλαιο δεν προκλήθηκε από σοσιαλιστικές πολιτικές, αλλά από μερικούς πολύ βασικούς κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς. Η Βενεζουέλα υποφέρει από την «Ολλανδική Ασθένεια»- ένα οικονομικό φαινόμενο όπου ένας εξαιρετικά επικερδής τομέας αναπτύσσεται υπέρμετρα σε βάρος άλλων τομέων της οικονομίας. Εδώ, μια ακμάζουσα πετρελαϊκή βιομηχανία σήμαινε ότι άλλοι τομείς, όπως η γεωργία, παραμελήθηκαν.

Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένα ισχυρό και σύνθετο σύστημα εισαγωγών και διανομής τροφής, ελεγχόμενο από εθνικές και διεθνείς επιχειρήσεις. Η χώρα πήρε μια τέτοια θέση στον κόσμο που την έκανε ευάλωτη  στις διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων, και στον εσωτερικό πληθωρισμό.

Η δυνατότητα της Βενεζουέλας να εισάγει τροφή μέσω των κερδών από το πετρέλαιο στο παρελθόν, δε σήμαινε ότι ήταν καλά ταϊσμένος ο πληθυσμός της. Οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων ήταν άπιαστες για τη φτωχή πλειοψηφία της χώρας. Το 1989, ο τότε πρόεδρος Πέρεζ υπέγραψε συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με αποτέλεσμα να εκτοξευτούν οι τιμές της τροφής και των καυσίμων. Η τιμή του ψωμιού αυξήθηκε κατά 600%. Για το 60% του πληθυσμού που ήδη ζούσε στη φτώχια, αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, κάνοντάς τον να βγει στους δρόμους, για να δεχτεί την καταστολή από τον στρατό, με επίσημο αριθμό νεκρών, 276.

Το πείραμα που ξεκίνησε ο Ούγκο Τσάβες και πως κατέληξε στον Μαδούρο

Στο ξεκίνημα της Βολιβαριανής Επανάστασης το 1999, αναγνωρίστηκε η σημασία της παραγωγής τροφής, γράφει το άρθρο του Food First. Η αγροτική μεταρρύθμιση περιλάμβανε την αναδιανομή γης με στόχο να στηριχτούν οι μικρομεσαίοι αγρότες και ψαράδες. Το κράτος άρχισε να διακανονίζει τιμές, να παρέχει δωρεάν γεύματα στα σχολεία και τους χώρους εργασίας, και να φτιάχνει κέντρα σίτισης στις κοινότητες.

Σύμφωνα και με το αριστερό αμερικανικό περιοδικό Jacobin, οι κοινωνικές δαπάνες αυξήθηκαν από 8,2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος το 1998 σε 13,6% οκτώ χρόνια αργότερα. Η φτώχεια μειώθηκε από 55% το 2003 σε μόλις πάνω από 30% το 2006. Όταν ο Τσάβες ήρθε στην εξουσία για πρώτη φορά, υπήρχαν μόλις 1.600 γιατροί πρωτοβάθμιας περίθαλψης για έναν πληθυσμό 23.4 εκατομμυρίων ανθρώπων. Από τη στιγμή που ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του, υπήρχαν σχεδόν 20.000 για έναν πληθυσμό 27 εκατομμυρίων. Περισσότερα από ένα εκατομμύριο άτομα είχαν εγγραφεί σε προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων.

Αλλά όσον αφορά την αγροτική μεταρρύθμιση, όλα αυτά ήταν αποσπασματικά προγράμματα και όχι συστημική αλλαγή στο δίκτυο εισαγωγής και διανομής τροφής, που παρέμεινε πάνω-κάτω το ίδιο, αφού μέχρι σήμερα, 20 εταιρίες ελέγχουν κυρίως την προμήθεια τροφής και φαρμάκων στη χώρα, και μία από αυτές είναι υπεύθυνη για 8 από τα βασικά είδη διατροφής, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας. Επιπλέον, το οικονομικό κατεστημένο της χώρας δεν ενθουσιάστηκε με τις προσπάθειες για αλλαγή και κυρίως ο ηγεμόνας του ημισφαιρίου, οι ΗΠΑ.

Ο Τσάβες καταδίκασε το καπιταλιστικό σύστημα και ζήτησε μια αποφασιστική ρήξη, όμως το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας της Βενεζουέλας παρέμενε ακόμα στα ιδιωτικά χέρια. Ο κρατικός τομέας είχε επεκταθεί και υπήρχαν πολλά υποσχόμενα πειράματα στην αυτοδιαχείριση των εργαζομένων, αλλά η παλιά κυρίαρχη τάξη διατήρησε μεγάλο μέρος του πλούτου της και μια νέα ελίτ – η αποκαλούμενη “Bolibourgeoisie» (σσ. νεολογισμός από τις λέξεις μπουρζουαζία και βολιβαριανή διαδικασία) – είχε αρχίσει να εδραιώνει τη θέση της.

Όταν τελικά αρρώστησε, ο Τσάβες άφησε πίσω του τρία βασικά προβλήματα για τους διαδόχους του. Το πρώτο ήταν το ζήτημα της ηγεσίας. Στον οικονομικό τομέα, ο Τσάβες άφησε την Βενεζουέλα περισσότερο εξαρτημένη από ποτέ στις εξαγωγές πετρελαίου. Υπήρξε μεγάλη συζήτηση κατά τα πρώτα χρόνια της κυβέρνησής του σχετικά με τη διαφοροποίηση της οικονομίας και την οικοδόμηση μιας ισχυρότερης παραγωγικής βάσης, αλλά αυτά τα σχέδια δεν προχώρησαν όσο οι τιμές του πετρελαίου συνέχισαν να ανεβαίνουν.

Οι Τσαβιστές προσπερνούσαν τα προβλήματα με τον βαρύ δανεισμό από κράτη όπως η Κίνα, με βάση την υπόθεση ότι οι τιμές του πετρέλαιου είναι απίθανο να πέσουν πολύ. Όταν έπεσαν όμως, η Βενεζουέλα βρέθηκε άσχημα εκτεθειμένη.

Πάνω απ ‘όλα, ο Μαδούρο κληρονόμησε ένα σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών και τιμών των ελέγχων που είχε αρχικά συσταθεί για την αντιμετώπιση της οικονομικής δολιοφθοράς από την αντιπολίτευση στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αλλά είχε εδώ και καιρό γίνει βαθιά δυσλειτουργικό. Οι επιβλαβείς επιπτώσεις αυτού του συστήματος ήταν (και είναι) αρκετά απλές. Όποιος μπορούσε να έχει πρόσβαση σε δολάρια με την επίσημη κρατική ισοτιμία θα ήταν σε θέση να τα πουλήσει στη μαύρη αγορά με τεράστια διαφορά.

Η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου θα προκαλούσε σοβαρές δυσκολίες για τη Βενεζουέλα σε κάθε περίπτωση, αλλά η αποτυχία να μεταρρυθμίσει το σύστημα των ελέγχων αποδείχθηκε μοιραίο.

Η Κριστίνα Σκιαβόνι, ερευνήτρια από το Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικών Σπουδών στη Χάγη που τα τελευταία δέκα χρόνια μελετά τις εξελίξεις στο θέμα της τροφής στη Βενεζουέλα με επί τόπου έρευνα πιστεύει ότι πρέπει να γίνουν πιο αυστηροί οι έλεγχοι του κράτους στις εταιρίες για να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις. Τα προϊόντα υπάρχουν λέει, αλλά συσσωρεύονται σε αποθήκες -σχεδόν κάθε μέρα υπάρχει ένα ρεπορτάζ για μια τέτοια ανακάλυψη, ή πωλούνται μέσω παράνομων καναλιών. Ή, σε κάποιες περιπτώσεις, κρατούνται σε αποθήκες τα υλικά που είναι απαραίτητα για την παρασκευή συγκεκριμένων προϊόντων.

Αλλά, ακόμη και με τους ελέγχους, η ίδια δεν πιστεύει ότι η κατάσταση είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. «Όσο τα μέσα παραγωγής και διανομής παραμένουν κυρίως στα χέρια λίγων ιδιωτικών εταιριών, η χώρα θα αντιμετωπίζει πάντα τον κίνδυνο ελλείψεων. Γι΄αυτό πολλοί ζητούν νέα μοντέλα, πιο αποκεντρωμένα. Ήδη, κάποια από αυτά έχουν και στήριξη από την κυβέρνηση. Αλλά, την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση συνεχίζει να στηρίζει τις μεγάλες εταιρίες. Κάποιοι πιστεύουν ότι όσο μένει άθικτο το κυρίαρχο σύστημα, θα υπονομεύει τις εναλλακτικές. Άλλοι πιστεύουν ότι και τα δύο συστήματα πρέπει να λειτουργούν παράλληλα».

Και άλλες χώρες δέχτηκαν πλήγμα από την υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου, αλλά η κατάσταση δεν εξελίχτηκε όπως στη Βενεζουέλα. Σύμφωνα με την ερευνήτρια από την Ολλανδία. «ο Μαδούρο «πληρώνει το τίμημα» του ότι δεν υπέκυψε στα αμερικανικά συμφέροντα. Από την έρευνά μου προκύπτει πολύ ξεκάθαρα ότι η οικονομία σαμποτάρεται τόσο από το εσωτερικό της χώρας, όσο και από το εξωτερικό -ένα παράδειγμα, οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί από τις ΗΠΑ. Και φαίνεται ότι υπάρχει μια εκστρατεία των μέσων ενημέρωσης που στηρίζει αυτές τις προσπάθειες».

Σήμερα η Βενεζουέλα βρίσκεται ένα βήμα πριν τη χρεοκοπία, το αν θα γίνει ή θα καταφέρει να γυρίσει την κατάσταση αναμένεται να φανεί σύντομα…

tvxs.gr