Τι δεν είπε ο Μητσοτάκης για τη φτώχεια

Τι δεν είπε ο Μητσοτάκης για τη φτώχεια

  • |

Στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο Μητσοτάκης για την οικονομία προσπάθησε να φιλοτεχνήσει μια ωραιοποιημένη εικόνα της κατάστασης που ζούμε καθημερινά. Άλλωστε, αυτό κάνουν πάντα οι πρωθυπουργοί παραμονές των εκλογών.

Γιάννης Εμμανουηλίδης

Ο πρωθυπουργός συνεχάρη τον εαυτό του γιατί, όπως είπε, η κυβέρνηση στήριξε το εισόδημα των πολιτών και “απασφάλισε τις πληθωριστικές βόμβες”.  Όσο για τα προβλήματα, υποστήριξε ότι μεγαλοποιούνται. Σε κάθε περίπτωση, υπεύθυνη για την όποια ακρίβεια είναι η διεθνής πληθωριστική κρίση, η οποία αφού είναι διεθνής, τι μπορεί να κάνει η κυβέρνηση; Για να είμαστε δίκαιοι με τον Μητσοτάκη, και σε αυτό το πεδίο όσα είπε δεν διαφέρουν από εκείνα που λένε συνήθως οι πρωθυπουργοί παραμονές εκλογών.

Η αγοραστική δύναμη

Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Είναι μια πραγματικότητα που τη ζούμε καθημερινά. Είναι  η καθημερινότητα της απώλειας της αγοραστικής δύναμης, καθώς και της παγίωσης του χαμηλού βιοτικού επιπέδου που έφεραν τα μνημόνια. Όχι μόνο δεν καλύφθηκαν οι απώλειες της λιτότητας, αλλά η κατάσταση χειροτερεύει.

Η γκρίζα αίσθηση της καθημερινότητας επιβεβαιώνεται και από τους αριθμούς. Η έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, με τίτλο “Η κρίση του κόστους ζωής στην Ελλάδα” είναι αποκαλυπτική για το τι ακριβώς σημαίνει η πληθωριστική κρίση. Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην έννοια της “αγοραστικής δύναμης”, δηλαδή στο πόσα αγαθά μπορούμε να αγοράσουμε με το μισθό μας.

Τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι:

– Πρώτον, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης είναι τόσο μεγάλη που εύλογα εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την επιβίωση των πιο φτωχών στρωμάτων.

– Δεύτερον, η πληθωριστική κρίση χτυπάει πιο πολύ τους φτωχότερους, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις κρίσεις του καπιταλισμού.

Ας δούμε όμως τα συγκεκριμένα στοιχεία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ:

Για τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο από 750 ευρώ, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης φτάνει το 40%.
Για τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα μεταξύ 751 και100 ευρώ, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης είναι από 9% έως 14%.
Για τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα μεταξύ 101 και 2.800 ευρώ, η απώλεια της αγοραστικής δύναμης είναι μικρότερη του 11%.
Αυτό το 40% της απώλειας αγοραστικής δύναμης για τους πιο φτωχούς, θα έπρεπε να σημάνει κανονικά συναγερμό τόσο για την κυβέρνηση όσο και για το πολιτικό σύστημα γενικά -λέμε τώρα… Αντ’ αυτού, τα επιδόματα μοιράζονται με βάση το ποιοι ανήκουν στην εκλογική πελατεία της ΝΔ, ενώ ο δημόσιος διάλογος κυριαρχείται από τις ανάγκες της “μεσαίας τάξης”, αυτής της έννοιας πασπαρτού της ελληνικής πολιτικής. Για σκεφτείτε όμως τι σημαίνει να παίρνεις 750 και να χάνεις από αυτά το 40%…

Το Μνημόνιο είναι εδώ

Η πληθωριστική κρίση δεν συμβαίνει σε μια ανθηρή οικονομία εντός της οποίας υπάρχει πολύ “λίπος” να καεί. Το Μνημόνιο μπορεί να έχει ολοκληρωθεί τυπικά ως “πρόγραμμα διαρθρωτικών προσαρμογών”, εντούτοις, είναι σε ισχύ το θεσμικό πλαίσιο που έχουν επιβάλει οι μνημονιακοί νόμοι, ενώ δεν έχει επανέλθει το βιοτικό επίπεδο στο ύψος του 2009.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα τα στοιχεία που δίνουν σε άρθρο τους στην Athens Voice οι (υπεράνω αριστερής υποψίας) οικονομολόγοι, Μάνος Ματσαγγάνης και Σοφία Τσαρούχα. Αντιγράφω χωρίς δικά μου σχόλια:

“Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμη και εάν επιβεβαιωθούν οι θετικές προβλέψεις για την επόμενη διετία, σε όρους αγοραστικής αξίας, το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων το 2024 θα είναι 32% χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών μελών”.

Προσέξτε: 32% χαμηλότερο από τον μέσο όρο, όχι από τους πιο πλούσιους. Το 2009, το εισόδημα των Ελλήνων/ίδων ήταν στο 94% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το 2024 θα είναι στο 68%, με βάση μάλιστα το καλό σενάριο.

Οι δύο οικονομολόγοι προσθέτουν: “Εάν συνυπολογίσουμε την αναιμική ανάπτυξη της περιόδου 2015-2019, και στη συνέχεια την κρίση του κορωνοϊού, θα διαπιστώσουμε ότι από το 2007 έως το 2021 η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά σχεδόν ένα τέταρτο (μείωση ΑΕΠ 24,4%). Την ίδια περίοδο, η ευρωπαϊκή οικονομία, παρά τα σκαμπανεβάσματα, συνέχισε να μεγαλώνει (αύξηση ΑΕΠ 11,9%). Η συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι το χάσμα ανάμεσα στην Ελλάδα και στα υπόλοιπα κράτη μέλη που έχει διευρυνθεί σημαντικά”.

Προτελευταίοι

Σύμφωνα δε με την Eurostat, με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα το 2021 κατέλαβε την προτελευταία θέση μεταξύ των 27 της ΕΕ, με τελευταία τη Βουλγαρία. Το 2009 Ελλάδα ήταν στην 14η θέση. Δηλαδή, μέσα σε 12 χρόνια  έχασε 12 θέσεις.

Αυτά δεν τα είπε ο Μητσοτάκης και μην περιμένετε να τα πει μέχρι τις εκλογές.

rednblack.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.