Τα σούπερ μάρκετ αναζητούν “ψυχολογία” για να ξαναφέρουν τους καταναλωτές στα ράφια

Τα σούπερ μάρκετ αναζητούν “ψυχολογία” για να ξαναφέρουν τους καταναλωτές στα ράφια

  • |

Του Alexis Leondis

Αυτή τη στιγμή, πολλοί πελάτες τραπεζών ενδιαφέρονται λιγότερο για την απόδοση των χρημάτων τους και περισσότερο για το αν θα μπορούν να τα πάρουν πίσω. Ως εκ τούτου, τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα – τα οποία τείνουν να προσφέρουν χαμηλά επιτόκια στους αποταμιευτές – βλέπουν τις καταθέσεις να αυξάνονται μετά την κατάρρευση της Silicon Valley Bank και της Signature Bank.

Η αβεβαιότητα στον κλάδο είναι πιθανό να πυροδοτήσει έναν πόλεμο προσφορών προς τους αποταμιευτές, στον οποίο μικρότερες διαδικτυακές ή περιφερειακές τράπεζες θα αυξάνουν τα προσφερόμενα επιτόκια, σε μια προσπάθεια να πείσουν τους αποταμιευτές να παραμείνουν ή να επιστρέψουν. Αυτό θα μπορούσε με τη σειρά του να οδηγήσει ορισμένους λιγότερο ηθικούς παίκτες στην αγορά να εξαπατήσουν τους πελάτες σχετικά με το τι πραγματικά προσφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι τόσο οι ρυθμιστικές αρχές όσο και οι αποταμιευτές πρέπει να επιδείξουν κάποια επιπλέον επαγρύπνηση.

Όσο μεγαλύτερος, τόσο χαμηλότερα

Σαφώς, εκείνοι οι οποίοι φεύγουν από τις μικρότερες τράπεζες δεν ενδιαφέρονται για την πεισματική άρνηση των μεγάλων τραπεζών να αυξήσουν τα επιτόκια. Στη JP Morgan Chase, οι λογαριασμοί ταμιευτηρίου εξακολουθούν να πληρώνουν μόλις 0,01%, στη Citibank τα τυπικά επιτόκια είναι 0,05% και στη Wells Fargo είναι 0,15%. Εν τω μεταξύ, η μέση απόδοση διαδικτυακού λογαριασμού ταμιευτηρίου είναι 3,55%, ενώ πολλοί δανειστές προσφέρουν περισσότερο από 4%, με βάση στοιχεία από τον ιστότοπο DepositAccounts.com.

Καθώς περισσότεροι καταναλωτές επιλέγουν την ασφάλεια έναντι των αποδόσεων, οι μεγάλες τράπεζες θα είναι ακόμη λιγότερο διατεθειμένες να αυξήσουν τα επιτόκια των λογαριασμών ταμιευτηρίου τους. Εξακολουθούν να βρίσκονται με καταθέσεις συνολικού ύψους 19,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων στα χέρια τους – πολύ πάνω από τα προ-πανδημικά επίπεδα, παρά το γεγονός ότι είδαν περισσότερες αναλήψεις τα τελευταία τρίμηνα.

Για να πείσουν τους καταθέτες οι οποίοι αποστρέφονται τον κίνδυνο να επιστρέψουν, οι περιφερειακές και οι ψηφιακές τράπεζες θα πρέπει να κοπιάσουν περισσότερο. Ποια είναι όμως η “κόκκινη γραμμή” στη μάχη για μετρητά η οποία θα ακολουθήσει; Οι αποταμιευτές δεν θα πρέπει να συμβιβάζονται με τα προσβλητικά χαμηλά επιτόκια των μεγάλων τραπεζών, ωστόσο, μετά την SVB, δεν θα πρέπει επίσης να προσεγγίζουν όσους τους προσφέρουν ύποπτα υψηλές αποδόσεις.

Εάν μια τράπεζα προσφέρει μια απόδοση η οποία φαίνεται πολύ καλή για να είναι αληθινή, μπορεί να οφείλεται στο ότι είναι απελπισμένη. Θυμηθείτε, η Washington Mutual προσέφερε CD ενός έτους με 5% μόλις έναν μήνα πριν χρεοκοπήσει (ένα ποσοστό το οποίο ξεπερνούσε κατά πολύ εκείνο των άλλων τραπεζών εκείνη την εποχή, σύμφωνα με τον Ken Tumin, ιδρυτή του DepositAccounts.com). Ναι, η JPMorgan κατέληξε να αποκτήσει την WaMu και να τιμήσει αυτά τα CD του 5% για κάποιο χρονικό διάστημα, ωστόσο είναι ριψοκίνδυνο στοίχημα να υποθέτει κανεός ότι η ιστορία θα επαναληφθεί.

Ορισμένοι έχουν υποστηρίξει ότι οι ρυθμιστικές αρχές έδωσαν ουσιαστικά το πράσινο φως στους καταθέτες να επενδύσουν μεγάλα ποσά και να κυνηγήσουν τις υψηλότερες αποδόσεις, παρεμβαίνοντας και σώζοντας τις αποταμιεύσεις όλων των καταθετών στην SVB και τη Signature, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ξεπερνούσαν το όριο των 250.000 δολ.  Ωστόσο, εάν άλλες τράπεζες βρεθούν σε φάση χρεοκοπίας, φαντάζει υπερβολικά αισιόδοξο να πιστεύει κανείς ότι όλοι οι καταθέτες θα καλύπτονται επ’ άπειρον πέρα από το όριο των 250.000 δολ. που έχει ορίσει η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Εγγύησης Καταθέσεων (FDIC). Ούτε οι καταθέτες μπορούν να περιμένουν ότι κάθε τράπεζα που αντιμετωπίζει προβλήματα θα βρίσκει οπωσδήποτε και πάντα κάποιον αγοραστή.

Σύνεση
Αυτό δε σημαίνει ότι ένας αποταμιευτής πρέπει να συμβιβαστεί ή να εγκαταλείψει τελείως την αναζήτηση υψηλότερων επιτοκίων. Χρειάζεται όμως κάποια επιπλέον προσοχή. Τα προσφερόμενα επιτόκια μπορεί να έχουν ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις υπολοίπου, χρεώσεις οι οποίες να επιβάλλονται εάν δεν διατηρηθεί ένα συγκεκριμένο υπόλοιπο ή ανώτατο όριο στο πόσους τόκους μπορεί να κερδίσει κανείς.

Καθώς καταφθάνουν οι προσφορές από ψηφιακές ή μικρότερες τράπεζες, οι καταθέτες θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η τράπεζα έχει ασφάλιση απευθείας από την FDIC και όχι μέσω κάποιας “τράπεζας-εταίρου”. Εφόσον υποστηρίζεται από την FDIC, η κάλυψη είναι εγγυημένη έως και 250.000 δολ. ανά καταθέτη – με άλλα λόγια, οι κοινοί λογαριασμοί δύο προσώπων είναι εγγυημένοι έως και τα 500.000 δολ. Από το 1933, όλοι οι καταθέτες σε χρεοκοπημένες τράπεζες έχουν αποζημιωθεί μέχρι τα εγγυημένα όρια.

Ένας πόλεμος προσφορών προς τους αποταμιευτές θα μπορούσε να είναι καλό πράγμα. Πράγματι, ο ρόλος των ρυθμιστικών αρχών δεν είναι να ορίζουν ανώτατο όριο (ή κατώτατο όριο) στα προσφερόμενα από τις τράπεζες επιτόκια. Αυτό είναι κάτι που είναι καλύτερο να αφήνεται στην αγορά.

Εκεί που πρέπει να διαδραματίσουν ρόλο οι ρυθμιστικές αρχές είναι στο να διασφαλίσουν ότι οι τράπεζες μπορούν να διαχειρίζονται τους κινδύνους και ότι έχουν αρκετά κεφάλαια για να απορροφήσουν απροσδόκητες ζημίες, τονίζει ο Amiyatosh Purnanandam, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

Και, καθώς ο πυρετός των ανταγωνιστικών προσφορών αυξάνεται, οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να απαιτήσουν από τις fintech και άλλα μη τραπεζικά ιδρύματα να καταστήσουν εντελώς σαφές το πότε οι καταναλωτές δεν καλύπτονται από την εγγύηση καταθέσεων της FDIC. Σε τελικά ανάλυση, με αυτό τον τρόπο θα προστατεύονται οι καταναλωτές, ανεξάρτητα από το τι κερδίζουν από έναν λογαριασμό ταμιευτηρίου.

capital.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.