Κατανοώντας το σήμερα, του Τάσου Κορωνάκη

Κατανοώντας το σήμερα, του Τάσου Κορωνάκη

  • |

Αν και οι περισσότεροι μπορούμε να συμφωνήσουμε στα βασικά στοιχεία της περιόδου που διανύουμε, θα κάνω πέντε σύντομες παρατηρήσεις.

1. Η εφαρ­μο­γή του μνη­μο­νί­ου από την κυ­βέρ­νη­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ – ΑΝΕΛ επι­βε­βαιώ­νει αυτό που για χρό­νια λέ­γα­με. Το μνη­μό­νιο δεν είναι απλά ένα σύ­νο­λο μέ­τρων δη­μο­σιο­νο­μι­κού χα­ρα­κτή­ρα, αλλά ένα κα­θε­στώς πει­θάρ­χη­σης και βί­αι­ης ανα­δια­νο­μής. Το 3ο μνη­μό­νιο έρ­χε­ται να ολο­κλη­ρώ­σει τα δύο προη­γού­με­να, να συ­νε­χί­σει την βαρ­βα­ρό­τη­τα στο κοι­νω­νι­κό επί­πε­δο και τα όποια μέτρα του “πα­ράλ­λη­λου” προ­γράμ­μα­τος, δεν μπο­ρούν ούτε στο ελά­χι­στο να ανα­στεί­λουν ή να αντι­σταθ­μί­σουν την βα­σι­κή του λει­τουρ­γία.

2. Η συ­νέ­χι­ση αυτής της βί­αι­ης και επι­θε­τι­κής, απέ­να­ντι στην κοι­νω­νία, πο­λι­τι­κής, και η ακύ­ρω­ση της όποιας προσ­δο­κί­ας από τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, γεννά ήδη ση­μα­ντι­κές αντι­στά­σεις, απο­στα­θε­ρο­ποιεί την κυ­βέρ­νη­ση, αλλά δεν είναι κα­θό­λου σί­γου­ρο ότι είναι ικανή σή­με­ρα να μπλο­κά­ρει την πο­λι­τι­κή της. Φαί­νε­ται πιο πι­θα­νό να πάμε σε μια αρ­γό­συρ­τη φθορά της κυ­βέρ­νη­σης, που θα ανα­ζη­τή­σει, και είναι πολύ πι­θα­νό να βρει, νέα κοι­νο­βου­λευ­τι­κά στη­ρίγ­μα­τα αν τα χρεια­στεί, παρά να οδη­γη­θού­με σε εκλο­γές. Εξάλ­λου είναι γνω­στό πως ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ήταν έτοι­μος από την πε­ρί­ο­δο τον εκλο­γών να συμ­μα­χή­σει ακόμα και με το ΠΑΣΟΚ στην πε­ρί­πτω­ση που οι ΑΝΕΛ δεν θα εξα­σφά­λι­ζαν την εί­σο­δό τους στην Βουλή. Από την άλλη οι δα­νει­στές δεν φαί­νο­νται δια­τε­θει­μέ­νοι να χά­σουν την ευ­και­ρία, να κρα­τή­σουν αυτή την κυ­βέρ­νη­ση όσο το δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο, πιέ­ζο­ντας και εκ­βιά­ζο­ντας συ­νε­χώς για νέα μέτρα, επι­τυγ­χά­νο­ντας το με­γα­λύ­τε­ρο τμήμα των στό­χων τους και οδη­γώ­ντας την δύ­να­μη που τόλ­μη­σε να αμ­φι­σβη­τή­σει το κυ­ρί­αρ­χο υπό­δειγ­μα στην πλήρη ανυ­πο­λη­ψία.

3. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό είναι το πα­ρά­δειγ­μα της στά­σης της κυ­βέρ­νη­σης απέ­να­ντι σε πρό­σφυ­γες και με­τα­νά­στες, όπου αν και επι­χεί­ρη­σε μια πιο αν­θρώ­πι­νη δια­χεί­ρι­ση, εγκλω­βι­σμέ­νη στο πλαί­σιο των εκ­βια­σμών, υπο­χώ­ρη­σε απο­δε­χό­με­νη τις βα­σι­κές συ­ντε­ταγ­μέ­νες ενός σχε­δί­ου που καμία σχέση δεν μπο­ρεί να έχει με την Αρι­στε­ρά. Καμία προ­σπά­θεια να αντι­με­τω­πι­στούν οι αι­τί­ες που σπρώ­χνουν αυ­τούς τους αν­θρώ­πους μα­κριά από τις χώρες τους, φρά­χτης στον Έβρο και σκλη­ρή επι­τή­ρη­ση στο Αι­γαίο με πλήρη ανά­πτυ­ξη της Φρό­ντεξ και του ΝΑΤΟ, με ό,τι κιν­δύ­νους δη­μιουρ­γεί αυτό, δη­λα­δή ανυ­παρ­ξία ασφα­λούς πε­ρά­σμα­τος και σκλη­ρός δια­χω­ρι­σμός προ­σφύ­γων και με­τα­να­στών χωρίς χαρ­τιά και από­λυ­τη απο­δο­χή των απε­λά­σε­ων και των κλει­στών κέ­ντρων κρά­τη­σης. Και αυτό είναι το πιο θε­τι­κό σε­νά­ριο για την ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση, που διεκ­δι­κεί να εφαρ­μο­στεί και δεν πεί­θει πως είναι επαρ­κές, την στιγ­μή που σε συν­θή­κες απου­σί­ας του κρά­τους, εξε­λίσ­σε­ται ένα πρω­το­φα­νές κύμα αλ­λη­λεγ­γύ­ης της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας.

4. Για να στα­θού­με στοι­χειω­δώς στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία χρειά­ζε­ται πρώτα από όλα να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με το μέ­γε­θος της ήττας την οποία βιώ­νου­με και τους λό­γους που φτά­σα­με ως εδώ, με μια κυ­βέρ­νη­ση που ξε­κί­νη­σε ως αρι­στε­ρή και κα­τέ­λη­ξε να επι­χει­ρεί κα­τα­φα­νώς απο­τυ­χη­μέ­να να δια­χει­ρι­στεί ηπιό­τε­ρα την βαρ­βα­ρό­τη­τα μιας κα­τα­στρο­φι­κής και αδιέ­ξο­δης πο­λι­τι­κής. Η ήττα αυτή θα ήταν κάτι απλό αν αφο­ρού­σε μόνο τον κόσμο ο οποί­ος συμ­με­τεί­χε στις γραμ­μές του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και ει­δι­κά όσους από εμάς φέ­ρου­με με­γά­λη ευ­θύ­νη για την συ­γκε­κρι­μέ­νη εξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των. Αφορά όμως όλη την πο­ρεία των αγώ­νων ενά­ντια στα μνη­μό­νια τα τε­λευ­ταία χρό­νια, με δια­φο­ρε­τι­κές ευ­θύ­νες φυ­σι­κά και η σκιά της τε­λι­κά πέ­φτει σε όλες τις συ­νι­στώ­σες του αγω­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος. Είναι αυτή η ήττα που πα­ρο­ξύ­νει την κρίση εμπι­στο­σύ­νης απέ­να­ντι στην Αρι­στε­ρά ει­δι­κά και την πο­λι­τι­κή γε­νι­κά και κάνει ιδιαί­τε­ρα δύ­σκο­λη την θέση όσων σή­με­ρα το­πο­θε­τού­νται από τα Αρι­στε­ρά στην αμ­φι­σβή­τη­ση του μο­νό­δρο­μου των μνη­μο­νί­ων. Αλλά πέρα από την μειω­μέ­νη αξιο­πι­στία μας, αυτή η κρίση εμπι­στο­σύ­νης δίνει ξανά χώρο στο «όλοι ίδιοι είναι», επι­τα­χύ­νει τά­σεις αντι­πο­λι­τι­κής που φτά­νουν να εμ­φα­νί­ζουν δη­μο­φι­λέ­στε­ρο πο­λι­τι­κό αρ­χη­γό τον Βα­σί­λη Λε­βέ­ντη και δη­μιουρ­γούν ένα εξαι­ρε­τι­κά εύ­φο­ρο έδα­φος για την ανά­πτυ­ξη της ακρο­δε­ξιάς, πράγ­μα εξαι­ρε­τι­κά επι­κίν­δυ­νο ταυ­τό­χρο­να με την προ­σφυ­γι­κή κρίση που είναι σε εξέ­λι­ξη.

5. Η ση­με­ρι­νή δυ­σμε­νής κα­τά­στα­ση όμως δεν φα­νε­ρώ­νει μια ταυ­τό­χρο­νη απο­δο­χή του κυ­ρί­αρ­χου μο­ντέ­λου. Δεν είναι ότι η κοι­νω­νία απο­δέ­χε­ται ορ­θο­λο­γι­κά τον νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό, τις με­ταρ­ρυθ­μί­σεις του και τα μνη­μό­νια ως λύση στα προ­βλή­μα­τά της, αλλά μόνο ως υπο­χρε­ω­τι­κή συν­θή­κη στον δε­δο­μέ­νο συ­σχε­τι­σμό δύ­να­μης, ως μο­νό­δρο­μο στον οποίο ει­δι­κά μετά την πο­ρεία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν μπο­ρεί να δει αξιό­πι­στη εναλ­λα­κτι­κή πο­λι­τι­κή. Αυτό είναι το βα­σι­κό επι­χεί­ρη­μα του ίδιου του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού ο οποί­ος συ­νε­χί­ζει να πα­ρά­γει κρί­σεις οι οποί­ες αν και είναι μη δια­χει­ρί­σι­μες προς το παρόν, δεν φαί­νε­ται να αμ­φι­σβη­τούν την πα­ντο­κρα­το­ρία του. Αυτό είναι και το επι­χεί­ρη­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ που μέσα από μια πο­ρεία διο­λί­σθη­σης, συ­στη­μι­κής προ­σαρ­μο­γής και τε­λι­κά με­τάλ­λα­ξης, απο­δέ­χε­ται μαζί με τον μο­νό­δρο­μο των μνη­μο­νί­ων και την κυ­ρί­αρ­χη αφή­γη­ση για να βγού­με από την κρίση, μέσα από την πιστή εφαρ­μο­γή των μέ­τρων, που θα φέ­ρουν την ανά­πτυ­ξη. Αυτή η πο­ρεία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ με­τα­το­πί­ζει τόσο το ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­κό σκη­νι­κό προς τα δεξιά, όσο όμως και την ίδια την Ευ­ρω­παϊ­κή Αρι­στε­ρά προς πολύ συ­ντη­ρη­τι­κό­τε­ρες θέ­σεις, χωρίς όμως αυτό να ση­μαί­νει πως δεν ανα­πτύσ­σο­νται αντι­στά­σεις ή δια­φο­ρε­τι­κές από­ψεις σε αυτή την πο­ρεία.

Αν οι πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τη­ρή­σεις συ­νι­στούν το πλαί­σιο που επι­κα­θο­ρί­ζει τη δράση μας δεν είναι άλλη η δου­λειά μας από το να δη­μιουρ­γή­σου­με εκεί­νο τον συ­σχε­τι­σμό στο κοι­νω­νι­κό επί­πε­δο που θα εμ­φα­νι­στεί και στο πο­λι­τι­κό επί­πε­δο με­τα­τρέ­πο­ντας αυτό που σή­με­ρα μοιά­ζει ανέ­φι­κτο, σε μα­χη­τό σχέ­διο για το αύριο.  

Ξε­κι­νά­με πάντα από τη μέση

Μετά από μια ήττα, όπως θύ­μι­ζε ο Μπεν­σα­ΐντ, σύμ­φω­να με τον Ντε­λέζ, δεν ξε­κι­νά­με ξανά από την αρχή, αλλά ξε­κι­νά­με πάντα από την μέση, με την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι κα­τα­φέρ­νου­με να εξη­γή­σου­με αυτή την «επι­τυ­χη­μέ­νη» πο­ρεία που μας οδή­γη­σε στην ήττα και να με­τα­βο­λί­σου­με γό­νι­μα και αυ­το­κρι­τι­κά αυτή την εμπει­ρία. Αυ­το­κρι­τι­κή όμως δεν ση­μαί­νει να πούμε πως απλά κά­να­με πολλά λάθη, πράγ­μα προ­φα­νές ει­δι­κά για κά­ποιους από εμάς, αλλά να προ­σπα­θή­σου­με να γί­νου­με συ­γκε­κρι­μέ­νοι. Σε αυτό το πλαί­σιο οφεί­λου­με να απο­λο­γί­σου­με αυτή την πε­ρί­ο­δο, τόσο σε σχέση με το πο­λι­τι­κό σχέ­διο όσο και σε σχέση με το ίδιο το πο­λι­τι­κό υπο­κεί­με­νο που επι­χεί­ρη­σε να υλο­ποι­ή­σει αυτό το σχέ­διο.

Ο ίδιος ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ υπε­ρα­σπί­ζε­ται αυτή την πο­ρεία προς την κυ­βέρ­νη­ση, το εξά­μη­νο της δια­πραγ­μά­τευ­σης και τε­λι­κά τη συν­θη­κο­λό­γη­ση ως μια πο­ρεία όπου έγι­ναν όσα μπο­ρού­σαν να γί­νουν και πως αυτή ήταν η κα­λύ­τε­ρη δυ­να­τή πο­ρεία των πραγ­μά­των, εστιά­ζο­ντας συ­νή­θως στο τε­λι­κό δε­κα­ε­φτά­ω­ρο, όπου οι εκ­βια­σμοί ήταν τέ­τοιοι που δεν υπήρ­χε δυ­να­τό­τη­τα μη υπο­γρα­φής. Αυτόν το μο­νό­δρο­μο οφεί­λου­με να τον αμ­φι­σβη­τή­σου­με. Όχι μόνο για λό­γους αντι­πο­λι­τευ­τι­κούς ή  πι­στής κα­τα­γρα­φής της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, αλλά τόσο για λό­γους υπε­ρά­σπι­σης της Αρι­στε­ράς όσο και για να ανα­τα­χθεί το φρό­νη­μα της κοι­νω­νί­ας που πρέ­πει να πι­στέ­ψει ξανά πως υπάρ­χει και δια­φο­ρε­τι­κός δρό­μος.

Αν όμως από την μία μεριά οι εκ­βια­σμοί ήταν υπαρ­κτοί, από την άλλη κα­νείς δεν εκ­βί­α­σε να είναι αυτή η κυ­βέρ­νη­ση που θα εγ­γυ­η­θεί την πιστή εφαρ­μο­γή του τρί­του μνη­μο­νί­ου και την ολο­κλή­ρω­ση των δύο προη­γού­με­νων. Η σαφής επι­λο­γή που έγινε είναι η πα­ρα­μο­νή στην κυ­βέρ­νη­ση ανε­ξάρ­τη­τα από το αν το πε­ριε­χό­με­νο της πο­λι­τι­κής που θα εφάρ­μο­ζε ήταν σε πλήρη σύ­γκρου­ση με αυτά για τα οποία είχε δε­σμευ­τεί από την ίδρυ­σή του ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Όσο δε αφορά στους εκ­βια­σμούς, το ορθό ερώ­τη­μα δεν είναι αν ήταν υπαρ­κτοί, πράγ­μα που ο κα­θέ­νας γνώ­ρι­ζε πως θα αντι­με­τω­πί­σει πριν φτά­σει στην κυ­βέρ­νη­ση, αλλά τι θα έπρε­πε να είχε γίνει τους προη­γού­με­νους έξι μήνες, άλλα και τα προη­γού­με­να χρό­νια, ώστε η κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς και η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία να μπο­ρούν να τους αντι­με­τω­πί­σουν απο­τε­λε­σμα­τι­κά. Τόσο όμως η τα­κτι­κή να κερ­δη­θεί χρό­νος, που εξα­ντλού­σε την οι­κο­νο­μία και χει­ρο­τέ­ρευε την δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή θέση απο­μα­κρύ­νο­ντας την τε­λι­κή έκ­βα­ση της δια­πραγ­μά­τευ­σης από το απο­τέ­λε­σμα των εκλο­γών, όσο και η αδυ­να­μία ή η ατολ­μία να προ­ε­τοι­μα­στεί η χώρα για μία πραγ­μα­τι­κή σύ­γκρου­ση, δη­μιούρ­γη­σαν όρους αυ­το­εκ­πλη­ρού­με­νης προ­φη­τεί­ας. Μια τα­κτι­κή καλών προ­θέ­σε­ων που προ­σπα­θού­σε να χτί­σει συμ­μα­χί­ες με τα θηρία κυ­ριο­λε­κτι­κά πα­τώ­ντας σε κι­νού­με­νη άμμο, όπως αυτά εμ­φα­νί­στη­καν με τον μη έλεγ­χο των τρα­πε­ζών, την απο­δο­χή να μην γί­νο­νται μο­νο­με­ρείς ενέρ­γειες, όπως η πολ­λα­πλά απο­φα­σι­σμέ­νη σε κομ­μα­τι­κά όρ­γα­να επα­να­φο­ρά των συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σε­ων και η απο­δο­χή της συμ­φω­νί­ας της 20ής Φλε­βά­ρη και της λί­στας με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων που την ακο­λού­θη­σε, έδω­σαν στους δα­νει­στές την ει­κό­να ότι πέρα από τα με­γά­λα λόγια, η κυ­βέρ­νη­ση ήταν εκ­βιά­σι­μη, και με μια πο­λι­τι­κή ασφυ­ξί­ας, η δια­πραγ­μά­τευ­ση θα κα­τέ­λη­γε στο επι­διω­κό­με­νο για αυ­τούς απο­τέ­λε­σμα, όπως και έγινε.

Πα­ράλ­λη­λα, η επι­λο­γή να μην ανοί­γουν πολλά μέ­τω­πα ταυ­τό­χρο­να, αλλά να αφιε­ρω­θεί όλη η κυ­βερ­νη­τι­κή προ­σπά­θεια στο πεδίο της δια­πραγ­μά­τευ­σης, δεν κα­τά­φε­ρε να δώσει πραγ­μα­τι­κά δείγ­μα­τα γρα­φής, πέρα από κά­ποιες συμ­βο­λι­κές κι­νή­σεις τις πρώ­τες μέρες της δια­κυ­βέρ­νη­σης, σε μια κοι­νω­νία που πε­ρί­με­νε δια­φο­ρε­τι­κό στίγ­μα τόσο στο πε­ριε­χό­με­νο όσο και στον τρόπο άσκη­σης πο­λι­τι­κής. Αυτό βέ­βαια συ­νε­χί­στη­κε και μετά τις εκλο­γές του Σε­πτέμ­βρη, οπότε όπως και για την συ­νο­λι­κή δια­πραγ­μά­τευ­ση δεν μπαί­νει μόνο θέμα προ­τε­ραιο­τή­των, αλλά αν υπήρ­ξε τε­λι­κά ποτέ η βού­λη­ση στα τμή­μα­τα που σή­με­ρα απο­τε­λούν τον ηγε­τι­κό πυ­ρή­να κόμ­μα­τος και κυ­βέρ­νη­σης για ένα τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κό μο­ντέ­λο δια­κυ­βέρ­νη­σης και συμ­με­το­χής της κοι­νω­νί­ας στο σχε­δια­σμό και τις απο­φά­σεις.

Πα­ρό­λα αυτά, για να επα­νέλ­θω, η μάχη της δια­πραγ­μά­τευ­σης αυτού του πρώ­του εξα­μή­νου δη­μιούρ­γη­σε πρω­το­φα­νείς συν­θή­κες πο­λι­τι­κο­ποί­η­σης της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, με απο­κο­ρύ­φω­μα την στιγ­μή του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος. Και αν είναι αλή­θεια πως το δη­μο­ψή­φι­σμα, λαν­θα­σμέ­να θα πω σή­με­ρα, δεν έβαλε το ζή­τη­μα της σύ­γκρου­σης μέχρι τέ­λους, πα­ρό­λα αυτά το τε­ρά­στιο πο­σο­στό που στή­ρι­ξε το «όχι» μέχρι την κάλπη, αντι­στε­κό­με­νο σε θεούς και δαί­μο­νες, μαζί με την ελ­πί­δα για ένα δια­φο­ρε­τι­κό μέλ­λον, έπαιρ­νε και ένα ρίσκο, ότι τα πράγ­μα­τα μπο­ρεί να πή­γαι­ναν στρα­βά με άμε­σες συ­νέ­πειες στην ζωή του. Αυτή την ελ­πί­δα αλλά και το ρίσκο τε­λι­κά πρό­δω­σε ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και οι ευ­θύ­νες κά­ποιων από εμάς είναι τε­ρά­στιες και είναι σί­γου­ρο πως θα μας ακο­λου­θούν για χρό­νια.

Δεν είναι όμως μόνο τα­κτι­κά τα λάθη που μας οδή­γη­σαν στη συν­θη­κο­λό­γη­ση, ούτε αφο­ρούν μόνο τους πρώ­τους μήνες δια­κυ­βέρ­νη­σης. Είναι όσα έγι­ναν (και δεν έγι­ναν) και απο­τέ­λε­σαν αυτό που ονο­μά­ζω διο­λί­σθη­ση από το 2012 ως το 2015 σε μια πο­ρεία όπου το πάθος για να τερ­μα­τί­σου­με αυτή την πο­λι­τι­κή με­τα­τρά­πη­κε σε κυ­βερ­νη­τι­σμό. Είναι σε αυτή την πο­ρεία που ο λόγος άρ­χι­σε να λειαί­νε­ται, η σύ­γκρου­ση να εξα­φα­νί­ζε­ται από την οπτι­κή μας και να χτί­ζε­ται ένα αφή­γη­μα πως με το δίκιο μας και την δη­μο­κρα­τία θα πεί­σου­με τους δα­νει­στές σε μια από­λυ­τα ομαλή εναλ­λα­γή στην κυ­βέρ­νη­ση. Αυτή η πο­ρεία χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε τε­λι­κά και από τον λαϊ­κι­σμό στο πε­ριε­χό­με­νο του λόγου μας, που έχτι­ζε συμ­μα­χί­ες τά­ζο­ντας, χωρίς όμως να λέει από πού θα αντλη­θούν οι ανα­γκαί­οι πόροι, και από τον αρ­χη­γι­σμό ως μο­ντέ­λο λει­τουρ­γί­ας του κόμ­μα­τος. Η μόνη μας έγνοια ήταν η τα­χύ­τε­ρη έλευ­σή μας στην κυ­βέρ­νη­ση και ακόμα και όταν αυτό γι­νό­ταν με καλές προ­θέ­σεις, είναι βέ­βαιο πια πως δεν απο­τε­λού­σε προ­τε­ραιό­τη­τα η προ­ε­τοι­μα­σία της κοι­νω­νί­ας για μια δύ­σκο­λη πε­ρί­ο­δο, όπου η ορ­γά­νω­σή της θα απο­τε­λού­σε όρο επι­τυ­χί­ας ή όχι, αλλά με­τα­τρά­πη­κε όλο το κόμμα σε προ­πα­γαν­δι­στι­κό μη­χα­νι­σμό και φυ­σι­κά δεν ήταν πια τα κι­νή­μα­τα συμ­μέ­το­χα σε ένα με­γά­λο σχέ­διο ανα­τρο­πής, αλλά πε­ρά­σα­με από την κοι­νω­νι­κή δράση στην ανά­θε­ση της λύσης στο πο­λι­τι­κό χά­νο­ντας πο­λύ­τι­μα στοι­χεία ενός πραγ­μα­τι­κού σχε­δί­ου ανα­τρο­πής.

Αυτή η πο­ρεία, από την ανά­δει­ξη σε αξιω­μα­τι­κή αντι­πο­λί­τευ­ση μέχρι την συν­θη­κο­λό­γη­ση, χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, για όσους δεν θε­ω­ρού­σαν τον συμ­βι­βα­σμό και μια πιο ήπια δια­χεί­ρι­ση του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού ως βέλ­τι­στη λύση από την αρχή, από μια αφελή γραμ­μή που πα­ρα­γνώ­ρι­ζε τις πραγ­μα­τι­κές δυ­σκο­λί­ες, είτε υπο­στή­ρι­ζε την πα­ρα­μο­νή στο ευρώ, είτε όμως και την έξοδο και την υιο­θέ­τη­ση ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος, θε­ω­ρού­σε ως φυ­σιο­λο­γι­κή την ανά­θε­ση του κοι­νω­νι­κού στο πο­λι­τι­κό για να δώσει λύση στην κρίση, πα­ρέ­μει­νε εγκλω­βι­σμέ­νη σε έναν αστι­κό τρόπο άσκη­σης πο­λι­τι­κής, με πολλά στοι­χεία προ­χει­ρό­τη­τας και ανορ­γα­νω­σιάς και θε­ω­ρού­σε πως μέσα από μια κα­τάλ­λη­λη επι­κοι­νω­νια­κή πο­λι­τι­κή και απο­κλει­στι­κά δια της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής πλειο­ψη­φί­ας θα μπο­ρού­σε να αλ­λά­ξει την Ευ­ρώ­πη και να σπά­σει τα δεσμά των δα­νει­στών.

Όλη αυτή η γραμ­μή χα­ρα­ζό­ταν με τρόπο αντι­φα­τι­κό σε πολ­λα­πλά κομ­μα­τι­κά και κοι­νο­βου­λευ­τι­κά κέ­ντρα, όπου στην ουσία δεν υπήρ­χε καμία συλ­λο­γι­κή λει­τουρ­γία, αλλά κύ­κλοι γύρω από τον πρό­ε­δρο, δυ­νά­μεις και κέ­ντρα εξου­σί­ας, τά­σεις και πρό­σω­πα, σε μια λο­γι­κή που θύ­μι­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρο λό­μπινγκ, δια­πραγ­μα­τεύ­ο­νταν με τον πρό­ε­δρο, ενώ ελά­χι­στοι είχαν πλήρη γνώση των όποιων δε­δο­μέ­νων αλλά και των όποιων σχε­δια­σμών. Τέλος τα κομ­μα­τι­κά όρ­γα­να και η συ­ζή­τη­ση σε αυτά είχαν ένα προ­σχη­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα και η συ­ζή­τη­ση στη βάση εξα­ντλού­νταν στις αντι­πα­ρα­θέ­σεις κομ­μα­τι­κών στρα­τών. Όλα αυτά όμως σε συν­θή­κες πρω­τό­γνω­ρες, όπου ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ αμ­φι­σβη­τού­σε το κυ­ρί­αρ­χο πα­ρά­δειγ­μα σε ευ­ρω­παϊ­κό επί­πε­δο και χτυ­πιό­ταν από ΜΜΕ, κυ­βέρ­νη­ση και δα­νει­στές με εκ­κω­φα­ντι­κό τρόπο.

Πολλά από τα πα­ρα­πά­νω ήταν εμ­φα­νή και η ευ­θύ­νη όσων όχι μόνο δεν τα στα­μα­τή­σα­με, αλλά εν­σω­μα­τω­θή­κα­με και ως ένα βαθμό τα υπη­ρε­τή­σα­με κό­ντρα σε όσα πι­στεύ­α­με, είναι με­γά­λη. Μο­να­δι­κή, αλλά όχι ικα­νο­ποι­η­τι­κή δι­καιο­λο­γία, είναι η πίεση και η ευ­θύ­νη που απλω­νό­ταν σε όλα τα στε­λέ­χη του κόμ­μα­τος, από το με­γά­λο σχέ­διο που θα επα­νέ­φε­ρε την δι­καιο­σύ­νη και την δη­μο­κρα­τία, η πίεση από μια κοι­νω­νία που ασφυ­κτιού­σε, οι εθε­λό­δου­λες κυ­βερ­νή­σεις δυ­νά­στες που δια­δέ­χο­νταν η μία την άλλη και μια συν­θή­κη κοι­νω­νι­κού πο­λέ­μου που έκανε πολ­λούς από μας να μην αντι­δρού­με του­λά­χι­στον δη­μό­σια για να μην τραυ­μα­τί­σου­με το κόμμα και αυτήν την προ­ο­πτι­κή της με­γά­λης αλ­λα­γής και να πι­στεύ­ου­με πως ένα αρι­στε­ρό κόμμα όπως ήταν ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και ο κό­σμος του, θα κα­τά­φερ­νε τε­λι­κά μέσα από την κομ­μα­τι­κή δια­δι­κα­σία να μην υπο­τα­χθεί. Αλλά η ίδια η συν­θή­κη της κυ­βέρ­νη­σης στην οποία δεν δώ­σα­με την πρέ­που­σα ση­μα­σία, άλ­λα­ζε τους όρους της λει­τουρ­γί­ας, υπο­βάθ­μι­ζε τον ρόλο του κόμ­μα­τος, επι­κου­ρού­με­νη και από την με­τα­φο­ρά του εμπεί­ρου δυ­να­μι­κού προς την κυ­βέρ­νη­ση και διευ­κό­λυ­νε την επι­κρά­τη­ση των πιο συμ­βι­βα­στι­κών και δια­χει­ρι­στι­κών γραμ­μών στο εσω­τε­ρι­κό μας. Ίσως το πιο με­γά­λο λάθος είναι αυτές οι μάχες που δεν δώ­σα­με όταν έπρε­πε, αλλά και μια σειρά από λάθος επι­λο­γές, πι­στεύ­ο­ντας ανό­η­τα και ίσως και ναρ­κισ­σι­στι­κά πως κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας κρί­σι­μες θέ­σεις στον κομ­μα­τι­κό μη­χα­νι­σμό, θα απο­τρέ­ψου­με τε­λι­κά αυτό που ονο­μά­ζου­με συ­στη­μι­κή προ­σαρ­μο­γή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και τε­λι­κά απο­δο­χή του TINA (There Is No Alternative).

Η ανα­γκαία ρήξη με την Ευ­ρω­ζώ­νη

Αυτό που υπήρ­ξε όμως πραγ­μα­τι­κή διά­ψευ­ση για κά­ποιους από εμάς και μας οδη­γεί σή­με­ρα σε μια συ­νο­λι­κή πο­λι­τι­κή αυ­το­κρι­τι­κή επα­να­το­πο­θέ­τη­ση έχει να κάνει με την θέση μας απέ­να­ντι στην Ευ­ρω­ζώ­νη και την ΕΕ. Χωρίς ποτέ να πι­στεύ­α­με πως ήταν πα­ρά­δει­σος, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μάς έδει­ξε πως η πα­ρα­δο­σια­κή αντί­λη­ψη περί προ­νο­μια­κού πε­δί­ου και πάλης εντός για την με­τα­βο­λή των συ­σχε­τι­σμών ήταν πε­ρισ­σό­τε­ρο μια εγκε­φα­λι­κή κα­τα­σκευή παρά ένα σχέ­διο. Και αν πραγ­μα­τι­κά πι­στεύ­εις (όπως ανα­φέ­ρα­με σε σειρά απο­φά­σε­ων) πως τε­λι­κά οφεί­λεις να βά­λεις την κοι­νω­νία πάνω από τους δα­νει­στές, μπο­ρεί να χρεια­στεί η σύ­γκρου­ση να οδη­γή­σει στην ρήξη και την έξοδο και σε κάθε πε­ρί­πτω­ση πρέ­πει να είσαι έτοι­μος για αυτό.

Αν κάτι απο­δεί­χτη­κε από την εξά­μη­νη δια­πραγ­μά­τευ­ση είναι πως το ευρώ είναι κάτι πολύ πα­ρα­πά­νω από νό­μι­σμα, είναι κάτι πα­ρα­πά­νω και από πρό­γραμ­μα λι­τό­τη­τας. Είναι ένας μη­χα­νι­σμός επι­βο­λής πο­λι­τι­κής που μέσω και της δια­σύν­δε­σης των χρη­μα­το­πι­στω­τι­κών ιδρυ­μά­των μπο­ρεί να ελέγ­χει απο­τε­λε­σμα­τι­κά μια συμ­βα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση μιας χώρας. Ένας ανε­λα­στι­κός μη­χα­νι­σμός, ανε­πη­ρέ­α­στος από τον συ­σχε­τι­σμό στην κάθε χώρα, ει­δι­κά αν μι­λά­με για μια μικρή χώρα. Δεν μπο­ρεί λοι­πόν η Αρι­στε­ρά παρά να είναι υπέρ της διά­λυ­σης αυτού του νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου μη­χα­νι­σμού επι­βο­λής. Και μια αρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση δεν μπο­ρεί να απο­δε­χτεί τον νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό πε­ρι­μέ­νο­ντας την αλ­λα­γή των συ­σχε­τι­σμών στην Γερ­μα­νία, την Γαλ­λία και την Αμε­ρι­κή. Μια αρι­στε­ρή κυ­βέρ­νη­ση που θα επι­χει­ρή­σει να εφαρ­μό­σει ένα σχέ­διο ανα­δια­νο­μής ει­σο­δη­μά­των και εξου­σιών θα έρθει ανα­γκα­στι­κά σε σύ­γκρου­ση, ανα­λαμ­βά­νο­ντας εν­δε­χο­μέ­νως να θέσει η ίδια σε εφαρ­μο­γή το σχέ­διο της διά­λυ­σης της Ευ­ρω­ζώ­νης και αν χρεια­στεί και της ΕΕ μέσα από την έξοδό της, μιας και η διά­λυ­ση δεν θα έρθει ποτέ αυ­τό­μα­τα, παρά μόνο αν το επι­λέ­ξουν οι αντί­πα­λοι, και τότε θα έρθει με τους όρους τους, δη­λα­δή πάλι ως κα­τα­στρο­φή για τους λαούς.

Ένα τέ­τοιο σχέ­διο δεν μπο­ρεί να ση­μαί­νει βέ­βαια την επι­στρο­φή μας σε λύ­σεις εθνι­κών αντα­γω­νι­σμών, αλλά οφεί­λου­με να δια­τυ­πώ­νου­με τη θέση της ρήξης, της διά­λυ­σης και της εξό­δου αν χρεια­στεί ως ένα ευ­ρω­παϊ­κό σχέ­διο για την Αρι­στε­ρά και τα κι­νή­μα­τα της Ευ­ρώ­πης με στόχο την απε­λευ­θέ­ρω­σή τους από ένα μη­χα­νι­σμό άρσης της λαϊ­κής κυ­ριαρ­χί­ας και επι­βο­λής του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού: ως ένα ευ­ρω­παϊ­κό σχέ­διο διά­λυ­σης των συ­γκε­κρι­μέ­νων μη­χα­νι­σμών που θα στο­χεύ­ει στην ανα­γκαία σε πε­ρι­φε­ρεια­κό επί­πε­δο συ­νερ­γα­σία των λαών, υπό συν­θή­κες όμως δη­μο­κρα­τί­ας.

Η ανα­γκαία ρήξη και η προ­ε­τοι­μα­σία για την έξοδο από την Ευ­ρω­ζώ­νη και ίσως και την ΕΕ σε τί­πο­τα όμως δεν ση­μαί­νει πως τα πράγ­μα­τα γί­νο­νται πιο εύ­κο­λα, αλλά αντί­θε­τα, για να μην επα­να­λά­βου­με τα ίδια λάθη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ση­μαί­νει ότι η σύ­γκρου­ση θα πάρει ακραί­ες δια­στά­σεις. Έτσι, ένας νέος συ­να­σπι­σμός εξου­σί­ας όπου θα με­τέ­χουν τόσο η Αρι­στε­ρά όσο και τα κι­νή­μα­τα θα έχει ένα πολύ δύ­σκο­λο έργο επι­χει­ρώ­ντας να πα­ραγάγει ένα συ­σχε­τι­σμό στο κοι­νω­νι­κό επί­πε­δο με όρους αυ­το­ορ­γά­νω­σης και κοι­νω­νι­κής αντιε­ξου­σί­ας, προ­ε­τοι­μα­ζό­με­νος για μια τέ­τοια σύ­γκρου­ση και θα εμ­φα­νι­στεί στο πο­λι­τι­κό επί­πε­δο διεκ­δι­κώ­ντας μαζί με την κοι­νω­νία να ανοί­ξει ένα νέο δρόμο.

Αν όλα αυτά φα­ντά­ζουν μα­κρι­νά και δύ­σκο­λα, δεν είναι η πρώτη φορά που η Αρι­στε­ρά βρί­σκε­ται σε δυ­σμε­νή θέση και ούτε αυτό μπο­ρεί να απο­τε­λεί δι­καιο­λο­γία. Δεν εί­χα­με κα­λο­μά­θει εξάλ­λου τις δε­κα­ε­τί­ες που προη­γή­θη­καν στους ευ­νοϊ­κούς συ­σχε­τι­σμούς. Αν θέ­λου­με να μι­λά­με στα σο­βα­ρά, αυτό ση­μαί­νει ότι η Αρι­στε­ρά είναι για τα δύ­σκο­λα και όχι Αρι­στε­ρά για την εφαρ­μο­γή των μνη­μο­νί­ων, την υπο­τα­γή σε όποιο πλαί­σιο εκ­βια­σμών και τε­λι­κά μια Αρι­στε­ρά που με­τα­τρέ­πε­ται σε χρή­σι­μο δια­χει­ρι­στή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού σε και­ρούς κρί­σης.

Το άλλο μισό του δρό­μου

Τα πα­ρα­πά­νω όμως απο­τε­λούν μόνο το ση­μείο από το οποίο ξε­κι­νά­με, το μέχρι την μέση δη­λα­δή, και λογίζονται ως προ­σπά­θεια απο­λο­γι­σμού που οφεί­λου­με να συ­ζη­τή­σου­με ανοι­χτά και συ­ντρο­φι­κά, ώστε να ψη­λα­φή­σου­με τι επέ­τρε­ψε την συ­γκε­κρι­μέ­νη πο­ρεία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, τι λάθη κά­να­με και με ποια δε­δο­μέ­να ξε­κι­νά­με για το από εδώ και πέρα.

Ίσως όμως το άλλο μισό, σύμ­φω­να με αυτά, να προ­ϋ­πο­θέ­τει και έναν δια­φο­ρε­τι­κό δρόμο για το από εδώ και πέρα. Με δε­δο­μέ­νη την συν­θή­κη της ήττας που βάζει ερω­τη­μα­τι­κά για (και σε) όλους και όλες μας, με δε­δο­μέ­νη την ανά­γκη για μια νέα Αρι­στε­ρά, ίσως θα ήταν κα­λύ­τε­ρο να μην ξε­κι­νή­σου­με ξανά από το πο­λι­τι­κό υπο­κεί­με­νο, από την προ­σπά­θεια να φτιά­ξου­με ένα και­νούρ­γιο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ σπρωγ­μέ­νοι από την ανά­γκη της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης, με τον κίν­δυ­νο να βρε­θού­με μπρο­στά στα ίδια προ­βλή­μα­τα και σε ένα κα­κέ­κτυ­πο του πα­ρελ­θό­ντος. Ούτε η κοι­νω­νία είναι έτοι­μη και απλά μας πε­ρι­μέ­νει για να μας αγκα­λιά­σει ως την πο­λι­τι­κή λύση σε όσα βιώ­νει, ούτε όμως και μια γραμ­μή σκλη­ρής πρω­το­πο­ρί­ας φτά­νει για να πάει τα πράγ­μα­τα μπρο­στά. Χρεια­ζό­μα­στε μια ισχυ­ρή νέα Αρι­στε­ρά, με μα­ζι­κή απεύ­θυν­ση και δράση μέσα στην κοι­νω­νία, που θα δεί­χνει ότι κα­τα­λα­βαί­νει τι έχει συμ­βεί, μα­θαί­νει από τα λάθη της, και δεν πε­ρι­μέ­νει στην γωνία να πε­ρά­σει η μπόρα, αλλά ανοί­γει στο σή­με­ρα το σχέ­διο και την δράση της επι­χει­ρώ­ντας να απα­ντή­σει από τώρα, σε συν­θή­κες βέ­βαια πραγ­μα­τι­κά αντί­ξο­ες.

Για να ανοί­ξου­με όμως μια τέ­τοια συ­ζή­τη­ση, το σί­γου­ρο είναι πως χρεια­ζό­μα­στε κοι­νούς τό­πους-χώ­ρους και η ανά­γκη αυτή δεν μπο­ρεί να κα­λυ­φθεί από κεί­με­να συ­νυ­πο­γρα­φών κοι­νής δρά­σης, σπο­ρα­δι­κές πρω­το­βου­λί­ες για ανα­γκαί­ες κι­νη­το­ποι­ή­σεις και κά­ποιες εκ­δη­λώ­σεις με τον τάδε ή τον δείνα εκ­πρό­σω­πο. Χρεια­ζό­μα­στε την κοινή δράση ως πρώτη προ­ϋ­πό­θε­ση για να ανα­τα­χθεί το ηθικό του κό­σμου, ως πρώτο όρο για να ξα­να­βρε­θού­με όχι όμως σε κλει­στά γρα­φεία μα­λώ­νο­ντας για δια­τυ­πώ­σεις, αλλά μέσα στους ίδιους τους κοι­νω­νι­κούς χώ­ρους, στη δου­λειά και την γει­το­νιά. Από εκεί να ξε­κι­νή­σου­με, από πρω­το­βου­λί­ες για τα μέ­τω­πα της πε­ριό­δου που θα ανοί­γουν στον κόσμο της Αρι­στε­ράς και στην κοι­νω­νία, για να απα­ντή­σου­με στο ασφα­λι­στι­κό και τους πλει­στη­ρια­σμούς, για να δεί­ξου­με την έμπρα­κτη αλ­λη­λεγ­γύη μας στους πρό­σφυ­γες, αλλά και την αντί­θε­σή μας στους ευ­ρω­να­τοϊ­κούς σχε­δια­σμούς.

Κι αν η κοινή δράση είναι το πρώτο βήμα, η ανοι­χτή συ­ζή­τη­ση για τον απο­λο­γι­σμό, αλλά κυ­ρί­ως για τις εναλ­λα­κτι­κές που θα αμ­φι­σβη­τή­σουν τους νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρους μο­νό­δρο­μους, για τα στοι­χεία ενός πραγ­μα­τι­κού σχε­δί­ου σύ­γκρου­σης, ενός σχε­δί­ου κοι­νω­νι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού, αλλά και η συ­ζή­τη­ση για το μο­ντέ­λο ορ­γά­νω­σης, λει­τουρ­γί­ας και δρά­σης ενός νέου πο­λι­τι­κού υπο­κει­μέ­νου της Αρι­στε­ράς που θα αντα­πο­κρί­νε­ται σε αυτό το σχέ­διο, μας είναι εξαι­ρε­τι­κά ανα­γκαία. Μια τέ­τοια συ­ζή­τη­ση όμως δεν την εν­νο­ού­με κυ­ρί­ως με όρους τε­χνο­κρα­τι­κούς, αλλά βου­τώ­ντας ξανά στην ιδε­ο­λο­γία και ανα­ζη­τώ­ντας ένα σχέ­διο κοι­νω­νι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού που δεν θα έχει την υπέρ­βα­ση του κα­πι­τα­λι­σμού μόνο ως στόχο, αλλά θα δο­κι­μά­ζε­ται από σή­με­ρα στις θέ­σεις μας, στις σχέ­σεις και στις δρά­σεις μας. Όταν ακόμα και τα πιο αμυ­ντι­κά αι­τή­μα­τα μας θέ­τουν ξανά και ξανά το αί­τη­μα ύπαρ­ξης μιας συ­νο­λι­κής εναλ­λα­κτι­κής πρό­τα­σης, ενός χει­ρα­φε­τη­τι­κού δη­λα­δή σχε­δί­ου που θα μπο­ρού­σε να δια­τυ­πω­θεί και ως το αί­τη­μα για την κομ­μου­νι­στι­κή ου­το­πία, χρεια­ζό­μα­στε ένα σχέ­διο άμεσο, με­τα­βα­τι­κό και μα­κρο­πρό­θε­σμο, που θα ανι­χνεύ­ει και θα ορί­ζει κα­τευ­θύν­σεις για τον ρόλο του κρά­τους και του δη­μο­σί­ου, το χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό σύ­στη­μα, την ερ­γα­σία και την ιδιο­κτη­σία, την έν­νοια των κοι­νών αγα­θών και την οι­κο­νο­μία των ανα­γκών, τον κοι­νω­νι­κό έλεγ­χο και την αυ­το­δια­χεί­ρι­ση, την ανά­πτυ­ξη με όρους κοι­νω­νι­κού οφέ­λους, αλλά και μια νέα σχέση με τη φύση. Ένα σχέ­διο που η εφαρ­μο­γή του στο σή­με­ρα θα δεί­χνει κιό­λας το αύριο.

Σε αυτή την κα­τεύ­θυν­ση πή­ρα­με ως Δι­κτύ­ω­ση την πρω­το­βου­λία να συ­να­ντη­θού­με με την ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ για να συ­ζη­τή­σου­με τόσο τις δυ­να­τό­τη­τες κοι­νής δρά­σης, όσο και τη δυ­να­τό­τη­τα μιας με­γά­λης συ­νά­ντη­σης πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών συλ­λο­γι­κο­τή­των και ορ­γα­νώ­σε­ων που θα συ­ζη­τή­σουν ορ­γα­νω­μέ­να τη δυ­να­τό­τη­τα συ­γκρό­τη­σης ενός αξιό­πι­στου αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κού αντα­γω­νι­στι­κού σχε­δί­ου απέ­να­ντι στα μνη­μό­νια και τον νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό. Ίσως αυτή η δια­δι­κα­σία που θα ξε­κι­νά­ει από την κοινή δράση και την συ­ζή­τη­ση για το σχέ­διο κοι­νω­νι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού για να βρει συ­γκλί­σεις και απο­κλί­σεις να είναι πιο γό­νι­μη από το να χτί­σου­με πιε­σμέ­νοι από την συ­γκυ­ρία ένα πο­λι­τι­κό υπο­κεί­με­νο ξανά με σαθρά θε­μέ­λια. Ας δο­κι­μά­σου­με ο κα­θέ­νας και η κα­θε­μιά από την πλευ­ρά του να ακού­σου­με και να μά­θου­με από τον άλλο και την άλλη, ας ανοί­ξου­με αυτή τη δια­δι­κα­σία πλα­τιά στον κόσμο της Αρι­στε­ράς και μόνο να κερ­δί­σου­με θα έχου­με.

Κλεί­νο­ντας, θα ήθελα να ευ­χα­ρι­στή­σω ξανά το rproject και το Κόκ­κι­νο Δί­κτυο τόσο εκ μέ­ρους της Δι­κτύ­ω­σης, γιατί απο­τέ­λε­σε την αφορ­μή να βρε­θού­με σε μια εκ­δή­λω­ση, απο­κα­λύ­πτο­ντας ξανά ότι μας ενώ­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρα από όσα μας χω­ρί­ζουν, όσο και προ­σω­πι­κά, γιατί απο­τέ­λε­σε αφορ­μή να γρα­φτεί και αυτό το κάπως συ­νο­λι­κό από την πλευ­ρά μου κεί­με­νο. Πολλά βέ­βαια είναι αυτά που έχουν να ει­πω­θούν ακόμα για αυτή την τόσο πυκνή πε­ρί­ο­δο, αλλά αν και μια τέ­τοια ανα­σκό­πη­ση είναι επώ­δυ­νη, πι­στεύω και ελ­πί­ζω πως είναι και χρή­σι­μη.