«Καινούργιες πατρίδες»

«Καινούργιες πατρίδες»

«Καινούργιες πατρίδες. Σε αγκαλιάζουν ή σε διώχνουν, σου δίνουν ευκαιρίες ή σου γκρεμίζουν τα όνειρα, γίνονται δικές σου ή μένουν ξένες…». Έτσι ξεκινά το ενημερωτικό έντυπο, το οποίο προβάλλει την Έκθεση που παρουσιάζεται το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων, στο Λουτρό των Αέρηδων στην Πλάκα (διάρκεια έκθεσης μέχρι 5-3-2018).

Δημήτρης Κατσορίδας

Το με­τα­να­στευ­τι­κό κύμα, που ακο­λού­θη­σε την κα­τάρ­ρευ­ση των χωρών της Ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης, του λε­γό­με­νου «υπαρ­κτού σο­σια­λι­σμού», δη­μιούρ­γη­σε νέα δε­δο­μέ­να  τόσο για τις χώρες αυτές όσο και για τις χώρες υπο­δο­χής της Ευ­ρω­παϊ­κής Ένω­σης. Με­τα­ξύ αυτών και η Ελ­λά­δα, η οποία από χώρα απο­στο­λής με­τα­να­στών με­τα­τρά­πη­κε σε χώρα υπο­δο­χής από τις αρχές της δε­κα­ε­τί­ας του 1990. Εδώ να υπεν­θυ­μί­σου­με τη με­γά­λη με­τα­να­στευ­τι­κή αι­μορ­ρα­γία, που είχε η Ελ­λά­δα, στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς επί­σης και τη μα­ζι­κή με­τα­νά­στευ­ση τη δε­κα­ε­τία του 1960, με εκα­τομ­μύ­ρια Έλ­λη­νες με­τα­νά­στες..

Το εν λόγω με­τα­να­στευ­τι­κό κύμα από τις χώρες της Ανα­το­λι­κής προς τη Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη έδωσε με­γά­λη ώθηση στις οι­κο­νο­μί­ες των χωρών υπο­δο­χής. Σε ό,τι αφορά την Ελ­λά­δα, η εισ­ροή με­τα­να­στών απο­τέ­λε­σε θε­τι­κό πα­ρά­γο­ντα στην ανα­πτυ­ξια­κή δια­δι­κα­σία της χώρας, συμ­βάλ­λο­ντας πα­ράλ­λη­λα στην αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γής και της απα­σχό­λη­σης. Σε πολ­λούς δε το­μείς της οι­κο­νο­μί­ας οι με­τα­νά­στες κά­λυ­ψαν πραγ­μα­τι­κές ανά­γκες της πα­ρα­γω­γής, επει­δή ακρι­βώς οι Έλ­λη­νες απέ­φευ­γαν να ερ­γα­σθούν σε ερ­γα­σί­ες που θε­ω­ρού­νταν αν­θυ­γιει­νές, χει­ρω­να­κτι­κές, επι­κίν­δυ­νες ή κα­κο­πλη­ρω­μέ­νες.

Πα­ράλ­λη­λα, με τις θε­τι­κές οι­κο­νο­μι­κές επι­δρά­σεις, η με­τα­νά­στευ­ση συ­νε­τέ­λε­σε στη βελ­τί­ω­ση και ανα­νέ­ω­ση της σύν­θε­σης του πλη­θυ­σμού των κοι­νω­νιών που εντά­χθη­καν, δη­μιούρ­γη­σε πο­λυ-πο­λι­τι­σμι­κές κοι­νω­νί­ες και με­τέ­τρε­ψε τις χώρες υπο­δο­χής σε «και­νούρ­γιες πα­τρί­δες». Όμως, ταυ­τό­χρο­να, όξυνε και προ­κα­τα­λή­ψεις για τον «ξένο», τον «άλλο», «τον δια­φο­ρε­τι­κό», που αντι­με­τω­πί­ζε­ται σαν «απει­λή». Συν τοις άλ­λοις, η με­τα­νά­στευ­ση είχε επι­πτώ­σεις και για τους ίδιους τους με­τα­νά­στες και για τα παι­διά τους, επει­δή σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις δια­τά­ρα­ξε την οι­κο­γε­νεια­κή συ­νο­χή.

Η εν λόγω έκ­θε­ση στρέ­φει το εν­δια­φέ­ρον σε αυτή τη διά­στα­ση της με­τα­νά­στευ­σης: τον χω­ρι­σμό της οι­κο­γέ­νειας, τη διά­σπα­ση και ίσως την επα­νέ­νω­ση. Η έκ­θε­ση δο­μεί­ται πάνω στις ιστο­ρί­ες αυτών των αν­θρώ­πων, εκ των οποί­ων κά­ποιες από τις προ­σω­πι­κές μαρ­τυ­ρί­ες αναρ­τού­νται και συ­μπλη­ρώ­νο­νται με ει­κα­στι­κά έργα ή με συμ­βο­λι­σμούς (π.χ. το τα­ξί­δι και η βα­λί­τσα). Ακόμη, πα­ρου­σιά­ζο­νται αντι­κεί­με­να από την κα­θη­με­ρι­νή ζωή των με­τα­να­στών (θρη­σκευ­τι­κά σύμ­βο­λα, φω­το­γρα­φί­ες κλπ).

Η Έκ­θε­ση πε­ρι­λαμ­βά­νει τρεις Ενό­τη­τες που ακο­λου­θούν την «πο­ρεία» της με­τα­νά­στευ­σης: Η πρώτη ενό­τη­τα είναι η από­φα­ση για με­τα­νά­στευ­ση και ο απο­χω­ρι­σμός. Η δεύ­τε­ρη, πε­ρι­λαμ­βά­νει τις δυ­σκο­λί­ες της με­τά­βα­σης, συχνά μη νό­μι­μες, καθώς επί­σης την τραυ­μα­τι­κή εμπει­ρία και τις αμ­φι­βο­λί­ες για την επι­λο­γή. Η τρίτη δεί­χνει την προ­σαρ­μο­γή και έντα­ξη των με­τα­να­στών ή αντί­θε­τα την άρ­νη­ση απο­δο­χής στη «και­νούρ­για πα­τρί­δα».

Τέλος, να πούμε ότι στην εν λόγω έκ­θε­ση συμ­με­τέ­χει μια πλειά­δα καλ­λι­τε­χνών, όπου τα έργα τους εμπνέ­ο­νται από τη με­τα­να­στευ­τι­κή κί­νη­ση. Τα έργα ανα­φέ­ρο­νται στις μνή­μες και στη νο­σταλ­γία, στο συ­ναί­σθη­μα του απο­χω­ρι­σμού και της απου­σί­ας, στον συ­ναι­σθη­μα­τι­κό κόσμο των παι­διών των με­τα­να­στών, ιδιαί­τε­ρα αν οι γο­νείς τους είναι από­ντες, στον δι­σταγ­μό με­τα­ξύ «θάρ­ρους και φόβου», στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά τους, στις πα­ρα­δό­σεις τους, στα εν­θυ­μή­μα­τά τους, στην ελ­πί­δα για ένα κα­λύ­τε­ρο αύριο. Εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει ένα υπερ­μέ­γε­θες δα­χτυ­λί­δι, το οποίο ου­σια­στι­κά συμ­βο­λί­ζει τον συν­δε­τι­κό κρίκο, με τον οποίο συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους οι άν­θρω­ποι, ασχέ­του φυλής, χρώ­μα­τος, εθνι­κό­τη­τας, θρη­σκεί­ας και φύλου.