Εξέγερση ενάντια στην κληρονομιά του Πινοσέτ

Εξέγερση ενάντια στην κληρονομιά του Πινοσέτ

«Ο νεοφιλελευθερισμός θα πεθάνει στη χώρα που γεννήθηκε!»

Όλα ξε­κί­νη­σαν όταν μα­θη­τές και μα­θή­τριες άρ­χι­σαν να συ­γκε­ντρώ­νο­νται στους σταθ­μούς μετρό και να πη­δά­νε μα­ζι­κά τις μπά­ρες, για να δια­μαρ­τυ­ρη­θούν για μια νέα αύ­ξη­ση στα ει­σι­τή­ρια των συ­γκοι­νω­νιών. Μια νε­α­νι­κή μικρή κι­νη­το­ποί­η­ση «πο­λι­τι­κής ανυ­πα­κο­ής» απέ­να­ντι σε ένα επί μέ­ρους οι­κο­νο­μι­κό μέτρο έβαλε τε­λι­κά φωτιά στη Χιλή. 

Πάνος Πέτρου

Το κί­νη­μα γύρω από τα ει­σι­τή­ρια τρά­βη­ξε στις γραμ­μές του χι­λιά­δες φοι­τη­τές-τριες και νέους αν­θρώ­πους, που δια­δή­λω­σαν σε απο­βά­θρες και σταθ­μούς, δέ­χτη­καν επι­θέ­σεις από την αστυ­νο­μία, απά­ντη­σαν και συ­γκρού­στη­καν μαζί της. Ο πρό­ε­δρος Πι­νιέ­ρα, αντι­δρώ­ντας στις κα­τα­στρο­φές σε εκ­δο­τή­ρια κλπ, κή­ρυ­ξε κα­τά­στα­ση έκτα­κτης ανά­γκης, αλλά οι δια­δη­λώ­σεις συ­νε­χί­στη­καν, υπο­χρε­ώ­νο­ντάς τον να ακυ­ρώ­σει την αύ­ξη­ση στα ει­σι­τή­ρια. Ήταν όμως πια αργά.

Το «σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο της οργής» οι γραμ­μές των δια­δη­λω­τών πύ­κνω­σαν από όσους ενα­ντιώ­νο­νταν στην κή­ρυ­ξη κα­τά­στα­σης έκτα­κτης ανά­γκης. Πάνω από 10.000 στρα­τιώ­τες κα­τέ­βη­καν στους δρό­μους, τα τανκς και τα τε­θω­ρα­κι­σμέ­να επα­νεμ­φα­νί­στη­καν στους δρό­μους των πό­λε­ων, ενώ οι δια­βό­η­τοι «κα­ρα­μπι­νιέ­ροι» εξα­πέ­λυ­σαν ένα όργιο βίας, κα­τα­στο­λής, βα­σα­νι­στη­ρί­ων κατά δια­δη­λω­τών, συ­μπα­θού­ντων, πε­ρα­στι­κών. Ο αριθ­μός των νε­κρών αυ­ξή­θη­κε ρα­γδαία, όπως και αυτός των τραυ­μα­τιών και των συλ­λη­φθέ­ντων. Στο πλευ­ρό των νε­ο­λαί­ων βρέ­θη­καν με απερ­γί­ες οι λι­με­νερ­γά­τες και οι ερ­γα­ζό­με­νοι στα ορυ­χεία με πα­νε­θνι­κές απερ­γί­ες. Οι δια­δη­λώ­σεις μα­ζι­κο­ποι­ή­θη­καν από τα λαϊκά στρώ­μα­τα, με τη συν­δι­κα­λί­στρια στις συ­γκοι­νω­νί­ες Πά­ου­λα Ρίβας να δη­λώ­νει: «Αφορά τις χα­μη­λές συ­ντά­ξεις, την ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση του νερού, την αύ­ξη­ση στις τιμές του ηλε­κτρι­κού, το σύ­στη­μα υγεί­ας, την ανά­γκη για πρό­σβα­ση στην παι­δεία. Το ει­σι­τή­ριο στο μετρό ήταν ο πυ­ρο­δό­της. Ήταν συμ­βο­λι­κό. Έκανε το λαό να πει “φτά­νει πια”».

Την τε­λευ­ταία φορά που ει­πώ­θη­κε αυτή η κραυ­γή –«φτά­νει πια!»– στην πο­λύ­πα­θη υπο-ήπει­ρο, ακο­λού­θη­σε μια πε­ρί­ο­δος εξε­γέρ­σε­ων. Τότε η Χιλή είχε μεί­νει σε με­γά­λο βαθμό «απρό­σβλη­τη», αλλά σή­με­ρα ήρθε το δικό της «Ya Basta!», που οδή­γη­σε σε μια ανοι­χτή αντι­κα­θε­στω­τι­κή εξέ­γερ­ση.

Τα όσα συμ­βαί­νουν στη Χιλή εντάσ­σο­νται προ­φα­νώς στις εξε­λί­ξεις και τις τά­σεις στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή (στην οι­κο­νο­μι­κή κρίση, την εξέ­γερ­ση στο Εκουα­δόρ κλπ), αλλά έχουν και μια δική τους, ξε­χω­ρι­στή, πολύ χι­λιά­νι­κη ση­μα­σία: Αφορά αυτό που συ­νο­ψί­στη­κε στο σύν­θη­μα «Δεν είναι τα 30 πέσος – Είναι τα 30 χρό­νια!» και έχει να κάνει με άλυ­τους λο­γα­ρια­σμούς από το πα­ρελ­θόν.

Η «με­τα­πο­λί­τευ­ση» της Χιλής ήταν μία από τις πιο «κο­λο­βές» διε­θνώς. Το ίδιο το σύ­νταγ­μα που συ­νέ­τα­ξε ο Πι­νο­σέτ το 1980 πα­ρέ­μει­νε σχε­δόν άθι­κτο και βάση του «δη­μο­κρα­τι­κού» πο­λι­τεύ­μα­τος. Το οι­κο­νο­μι­κό μο­ντέ­λο Πι­νο­σέτ, η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη φα­ντα­σί­ω­ση όπου τα πάντα σχε­δόν είναι ιδιω­τι­κά και οι πλού­σιοι δεν πλη­ρώ­νουν σχε­δόν τί­πο­τα, επί­σης έμει­νε άθι­κτο, κά­νο­ντας την (ακ­μά­ζου­σα κι ανα­πτυσ­σό­με­νη) Χιλή μια από τις πιο άνι­σες χώρες, με πά­μπλου­τους δι­σε­κα­τομ­μυ­ριού­χους (σε αυ­τούς ανή­κει και ο ίδιος ο πρό­ε­δρος Πι­νιέ­ρα) και τους ερ­γα­ζό­με­νους να δα­πα­νούν το μισό τους ει­σό­δη­μα για να απο­πλη­ρώ­νουν χρέη.

Η Κον­σερ­τα­σιόν, η κε­ντρο­α­ρι­στε­ρή λαϊ­κο­με­τω­πι­κή συμ­μα­χία που κυ­βέρ­νη­σε από το 1990 ως το 2010, επέ­λε­ξε τη «συ­νέ­χεια του κρά­τους» και δεν έθιξε στο ελά­χι­στο την πι­νο­σε­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά. Αυτή η με­τα­δι­κτα­το­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δη­μιούρ­γη­σε νε­ό­τε­ρες γε­νιές πρό­θυ­μες να πα­λέ­ψουν με «επι­θε­τι­κά» αι­τή­μα­τα.

Κά­ποιοι ίσως θυ­μού­νται την «επα­νά­στα­ση των πι­γκουί­νων» το 2006. Ήταν το μα­ζι­κό­τε­ρο μα­θη­τι­κό κί­νη­μα για δε­κα­ε­τί­ες στη Χιλή (πήρε το όνομα από τις μα­θη­τι­κές στο­λές), με κα­τα­λή­ψεις σχο­λεί­ων και με­γά­λες δια­δη­λώ­σεις παρά την κα­τα­στο­λή. Είχε «μικρά» αι­τή­μα­τα (όπως μα­θη­τι­κό πάσο για δω­ρε­άν με­τα­κι­νή­σεις, μια χρή­σι­μη υπεν­θύ­μι­ση του από πόσο «μα­κριά» έρ­χο­νται κά­ποια ζη­τή­μα­τα), αλλά και «με­γά­λα» που αφο­ρού­σαν τη στή­ρι­ξη ενός πραγ­μα­τι­κά δη­μό­σιου συ­στή­μα­τος παι­δεί­ας.

Οι εκλο­γές που ακο­λού­θη­σαν (το 2010), ήταν οι πρώ­τες που έχασε η Κον­σερ­τα­σιόν και ήρθε ο Πι­νιέ­ρα στην εξου­σία. Από τον Μάη ως τον Αύ­γου­στο του 2011 ξέ­σπα­σε ο «Χι­λια­νός Χει­μώ­νας», ένα μα­ζι­κό φοι­τη­τι­κό κί­νη­μα που με αυ­ξο­μειώ­σεις στην έντα­σή του συ­ντά­ρα­ξε τη Χιλή ως το 2013. Είχε ως μπρο­στά­ρη­δες τους φοι­τη­τές (πολ­λοί «βε­τε­ρά­νοι» του μα­θη­τι­κού κι­νή­μα­τος του 2006) και, όπως και ο προη­γού­με­νος ξε­ση­κω­μός, είχε αφορ­μή κά­ποια «μικρά» αι­τή­μα­τα, αλλά επί­σης επα­νέ­φε­ρε το «με­γά­λο» αί­τη­μα για κα­θο­λι­κά δη­μό­σια παι­δεία. Πήρε πιο διευ­ρυ­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά (επι­κοι­νω­νώ­ντας με το διε­θνές κλίμα των τότε «Αγα­να­κτι­σμέ­νων»), συ­νέ­πε­σε ή πυ­ρο­δό­τη­σε κά­ποιες ερ­γα­τι­κές απερ­γί­ες και οδή­γη­σε σε εκλο­γι­κή συ­ντρι­βή τον Πι­νιέ­ρα το 2013.

Κά­ποιοι-ες θα θυ­μού­νται την Κα­μί­λα Βα­γέ­χο, που ανα­δεί­χθη­κε ως σύμ­βο­λο του κι­νή­μα­τος. Εξε­λέ­γη βου­λευ­τής το 2013 με το ΚΚ Χιλής, όπως και ο Γκά­μπριελ Μπό­ριτς με την Αυ­τό­νο­μη Αρι­στε­ρά. Ενώ οι «ανα­γνω­ρι­σμέ­νοι συν­δι­κα­λι­στές» εκλέ­γο­νταν, ένα νε­ο­γέν­νη­το μίγμα αναρ­χι­κών-τρο­τσκι­στών-γκε­βα­ρι­κών-αυ­τό­νο­μων (θυ­μί­ζο­ντας τη λε­γό­με­νη «κουλ­τού­ρα μι­ρί­στα» που επι­βί­ω­σε της συ­ντρι­βής του MIR) από­κτη­σε ση­μα­ντι­κή δύ­να­μη στα πα­νε­πι­στή­μια. Το φοι­τη­τι­κό κί­νη­μα, καθώς γε­νι­κευό­ταν και πο­λι­τι­κο­ποιού­ταν, έθεσε ακόμα ευ­ρύ­τε­ρα ζη­τή­μα­τα της πάλης κατά του πι­νο­σε­τι­σμού: Π.χ. για να απα­ντή­σει στο ζή­τη­μα της χρη­μα­το­δό­τη­σης ενός δη­μό­σιου συ­στή­μα­τος παι­δεί­ας, έθεσε το ζή­τη­μα της εθνι­κο­ποί­η­σης των ορυ­χεί­ων χαλ­κού.

Η Μισέλ Μπα­σε­λέ επέ­στρε­ψε στην κυ­βερ­νη­τι­κή εξου­σία το 2013, συ­γκρο­τώ­ντας τη «Νέα Πλειο­ψη­φία», εκ­με­ταλ­λευό­με­νη την αντι­δη­μο­φι­λία του Πι­νιέ­ρα και υπο­σχό­με­νη να ικα­νο­ποι­ή­σει πολλά από τα αι­τή­μα­τα του κι­νή­μα­τος. Στο κλίμα της επο­χής εμ­φα­νί­στη­κε και η συ­ζή­τη­ση για ένα νέο Σύ­νταγ­μα. Η «συ­ντα­κτι­κή δια­δι­κα­σία» που ορ­γά­νω­σε η κυ­βέρ­νη­ση Μπα­σε­λέ υπήρ­ξε άτυπη, συμ­βου­λευ­τι­κή και κα­τέ­λη­ξε σε ένα φιά­σκο δήθεν «συμ­με­το­χι­κής δια­δι­κα­σί­ας» που δεν έφερε κα­νέ­να απο­τέ­λε­σμα.

Στις εκλο­γές του 2017, ο Πι­νιέ­ρα επέ­στρε­ψε, η «Νέα Πλειο­ψη­φία» κα­τέ­γρα­ψε κρίση, ενώ γύρω από κά­ποιες από τις φοι­τη­τι­κές ομα­δο­ποι­ή­σεις της «Νέας Αρι­στε­ράς» συ­γκρο­τή­θη­κε το Πλατύ Μέ­τω­πο (Frente Amplio), που θύ­μι­ζε (και στα θε­τι­κά και στα αρ­νη­τι­κά του) Πο­δέ­μος, έθεσε ως στόχο μια αρι­στε­ρή αμ­φι­σβή­τη­ση και των δύο μπλοκ και σό­κα­ρε, όταν η υπο­ψή­φιά του στις προ­ε­δρι­κές, η Μπέ­α­τρις Σάν­τσες, πήρε 20% και διεκ­δί­κη­σε στα ίσια να πε­ρά­σει στο δεύ­τε­ρο γύρο αντί του κε­ντρο­α­ρι­στε­ρού υπο­ψη­φί­ου.

Σε αυτό το φόντο ήρθε ο ση­με­ρι­νός «γύρος» αντι­πα­ρά­θε­σης. Και πάλι η νε­ο­λαία κα­τέ­βη­κε στο δρόμο, γε­νί­κευ­σε τον αγώνα της και βρήκε στή­ρι­ξη από πλα­τύ­τε­ρα ερ­γα­τι­κά και λαϊκά στρώ­μα­τα. Όμως το 2019 απο­τε­λεί κλι­μά­κω­ση του 2011-2013 (όπως αντί­στοι­χα τότε σε σχέση με το 2006). Η εί­σο­δος των μαζών στον αγώνα αυτή τη φορά ξε­περ­νά κάθε προη­γού­με­νο σε έντα­ση και μα­ζι­κό­τη­τα, με­τα­τρέ­πο­ντας το κί­νη­μα σε γε­νι­κευ­μέ­νη εξέ­γερ­ση. Οι λι­με­νερ­γά­τες, οι ερ­γά­τες στα ορυ­χεία, οι ερ­γα­ζό­με­νοι στο μετρό και άλλοι πολ­λοί βγή­καν στην πρώτη γραμ­μή όχι απλά ως «αλ­λη­λέγ­γυοι». Το κά­λε­σμα για 48ωρη γε­νι­κή απερ­γία βρήκε αντα­πό­κρι­ση από τη γε­νι­κή συ­νο­μο­σπον­δία CUT. Η αρ­χι­κή πρό­θε­ση της συν­δι­κα­λι­στι­κής ηγε­σί­ας (απερ­γία χωρίς δια­δή­λω­ση) ανα­τρά­πη­κε από τις πιέ­σεις της βάσης των συν­δι­κά­των, που κα­τέ­κλυ­σαν τους δρό­μους στη με­γα­λύ­τε­ρη δια­δή­λω­ση εδώ και δε­κα­ε­τί­ες στη Χιλή. Μαζί με το Σα­ντιά­γκο, δια­δη­λώ­νει και το Βαλ­πα­ρα­ΐ­ζο και κάθε άλλη πόλη, εκτός από τις πλέον εύ­πο­ρες συ­νοι­κί­ες.

Μαζί με τη νε­ο­λαία αγω­νί­ζο­νται και οι πα­λιό­τε­ροι, σε μια ρε­βάνς ενά­ντια στον πι­νο­σε­τι­σμό. Άλ­λω­στε η συ­νέ­χεια του αχα­λί­νω­του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού συ­μπλη­ρώ­θη­κε από τη συ­νέ­χεια του ακραί­ου αυ­ταρ­χι­σμού. Οι ει­κό­νες του στρα­τού να επι­στρέ­φει στους δρό­μους προ­κά­λε­σαν μνή­μες, ευ­θεί­ες αντι­πα­ρα­βο­λές και οργή. Δεν είναι τυ­χαίο ότι ξυ­πνά­νε οι μνή­μες του 1970-1973, με τα τρα­γού­δια του Βί­κτορ Χάρα και των Ίντι Ιλι­μά­νι, την ίδια ώρα που αγω­νί­ζε­ται μια γενιά που δεν έχει ή δεν θέλει να έχει σχέση με την «πα­ρα­δο­σια­κή» Αρι­στε­ρά (Σο­σια­λι­στές και Κο­μου­νι­στές).

Η εξέ­γερ­ση έχει πολ­λές ει­κό­νες: Την πλέον βά­ναυ­ση κα­τα­στο­λή που θυ­μί­ζει όντως μέρες Πι­νο­σέτ σε αγριό­τη­τα. Αλλά και τη λαϊκή αντί­στα­ση στην κα­τα­στο­λή, με μι­κρές «νίκες» που οδη­γούν τους κα­ρα­μπι­νιέ­ρους σε υπο­χώ­ρη­ση ή μι­κρές στιγ­μές ηθι­κού με­γα­λεί­ου, όπως οι σιω­πη­λές γυ­ναί­κες με τις υψω­μέ­νες γρο­θιές να στέ­κο­νται μπρο­στά στους μπά­τσους, κα­ταγ­γέλ­λο­ντας τη διά­χυ­τη σε­ξι­στι­κή βία κατά δια­δη­λω­τριών. Έχει και πο­λι­τι­σμό και τρα­γού­δι και ψυ­χι­κή ανά­τα­ση σε ένα συλ­λο­γι­κό «εμείς». Έχει πόρ­νες να δια­δη­λώ­νουν με πανό «ο Πι­νιέ­ρα δεν είναι γιος μας». Έχει και δια­δη­λω­τές που κα­τα­λα­βαί­νουν τι λένε αυτές οι γυ­ναί­κες κι αντι­κα­θι­στούν το «που­τά­νας γιε» με το «του Πι­νο­σέτ γιε» στα συν­θή­μα­τά τους. Έχει κά­ποια σω­μα­τεία να κά­νουν λόγο για την ανά­γκη consejos comunales (κοι­νο­τι­κά συμ­βού­λια), θυ­μί­ζο­ντας τις πιο έν­δο­ξες μέρες του χι­λιά­νι­κου κι­νή­μα­τος.

Καθώς οι κι­νη­το­ποι­ή­σεις παίρ­νουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γε­νι­κευ­μέ­νης εξέ­γερ­σης ενά­ντια στο κα­θε­στώς συ­νο­λι­κά, ξα­να­δί­νουν ζωή στο σύν­θη­μα για «Συ­ντα­κτι­κή Συ­νέ­λευ­ση», ως αυ­θε­ντι­κό λαϊκό αί­τη­μα και δια­δι­κα­σία των «από κάτω». Όπως το θέτει η ανα­κοί­νω­ση του συν­δι­κά­του των λι­με­νερ­γα­τών: «Εί­μα­στε αφο­σιω­μέ­νοι στην πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή αλ­λα­γή κι έτσι προ­τεί­νου­με στο συν­δι­κα­λι­στι­κό κί­νη­μα να απαι­τή­σει μια συ­ντα­κτι­κή συ­νέ­λευ­ση των ερ­γα­τών και του λαού. Μόνο μια τέ­τοια συ­νέ­λευ­ση μπο­ρεί να συ­ζη­τή­σει ένα νέο πο­λι­τι­κό βιο­μη­χα­νι­κό μο­ντέ­λο ανά­πτυ­ξης, τις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις και την επα­νε­θνι­κο­ποί­η­ση του χαλ­κού και των φυ­σι­κών πόρων». Η προϊ­στο­ρία που ανα­φέ­ρα­με, από τη Με­τα­πο­λί­τευ­ση ως τους προη­γού­με­νους αγώ­νες, έχει κάνει αυτό το αί­τη­μα (συ­ντα­κτι­κή συ­νέ­λευ­ση) μα­ζι­κό, αν και θολό στο πώς και ποιοι θα το κά­νουν.

Η κυ­βέρ­νη­ση απέ­να­ντι στην εξέ­γερ­ση προ­σπα­θεί να ελι­χθεί με­τα­ξύ κα­τα­στο­λής και πα­ρα­χω­ρή­σε­ων. Το μέ­γε­θος της κρί­σης απο­δει­κνύ­ε­ται από την έντα­ση και την έκτα­ση των κυ­βερ­νη­τι­κών πρω­το­βου­λιών και στα δύο μέ­τω­πα. Η ακύ­ρω­ση του μέ­τρου για τα ει­σι­τή­ρια και η επί­σπευ­ση ενός νόμου προ­στα­σί­ας του 40ω­ρου συ­νο­δεύ­ο­νται από (ρη­το­ρι­κές ως τώρα) υπο­σχέ­σεις για τις συ­ντά­ξεις, τον κα­τώ­τα­το μισθό, διά­φο­ρα επι­δό­μα­τα, την τιμή των φαρ­μά­κων κ.ά. που δεν έχουν προη­γού­με­νο από δεξιά λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση στην εποχή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, υπεν­θυ­μί­ζο­ντας την απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα της εξέ­γερ­σης ως μέ­θο­δο διεκ­δί­κη­σης. Διέρ­ρευ­σε ένα ηχη­τι­κό της Σε­σί­λια Μορέλ, συ­ζύ­γου του Πι­νιέ­ρα, που είναι απο­κα­λυ­πτι­κό των σκέ­ψε­ων της αστι­κής τάξης: «Διέ­λυ­σαν τις άμυ­νες μας, είναι σαν ει­σβο­λή εξω­γή­ι­νων. Θα πρέ­πει να πε­ρι­κό­ψου­με τα προ­νό­μιά μας και να μοι­ρα­στού­με πλού­το με τους υπό­λοι­πους». Έτσι ο Πι­νιέ­ρα πα­ρα­δέ­χε­ται «προ­βλή­μα­τα δε­κα­ε­τιών» και απο­λο­γεί­ται εκ μέ­ρους όλων των προη­γού­με­νων κυ­βερ­νή­σε­ων. Αλλά την ίδια ώρα έχει κάνει λόγο για «πό­λε­μο ενά­ντια σε έναν πα­νί­σχυ­ρο κι ασυμ­βί­βα­στο εχθρό που δεν σέ­βε­ται κα­νέ­ναν και τί­πο­τα». Ήταν το πρά­σι­νο φως για το όργιο κα­τα­στο­λής και μια προ­σπά­θεια να χτι­στούν δια­χω­ρι­στι­κές ανά­με­σα στους «με­τριο­πα­θείς» (που με τα κυ­βερ­νη­τι­κά μέτρα θα πρέ­πει να γυ­ρί­σουν σπίτι ικα­νο­ποι­η­μέ­νοι) και τους «ρι­ζο­σπά­στες» (που, αν επι­μεί­νουν να δια­δη­λώ­νουν, θα πρέ­πει να συ­ντρι­βούν).  Η αντι­τρο­μο­κρα­τι­κή νο­μο­θε­σία, σχε­δια­σμέ­νη για να τσα­κί­ζει τους ιθα­γε­νείς Μα­πού­τσε (που συμ­με­τέ­χουν έν­θερ­μα στην κοινή εξέ­γερ­ση), τώρα στρέ­φε­ται ενα­ντί­ον κάθε αγω­νι­στή.

Ούτε η κα­τα­στο­λή, ούτε οι υπο­χω­ρή­σεις στα­μα­τούν τις δια­δη­λώ­σεις, παρά την αγριό­τη­τα της πρώ­της και το μέ­γε­θος των δεύ­τε­ρων, θυ­μί­ζο­ντας τις τε­λευ­ταί­ες μέρες κά­ποιων Αρά­βων δι­κτα­τό­ρων το 2011… Είναι υπό­θε­ση της χι­λιά­νι­κης Αρι­στε­ράς να πο­ρευ­τεί σε αυτό το τοπίο, όπου μια εξέ­γερ­ση μπο­ρεί ταυ­τό­χρο­να να κάνει εφι­κτές νίκες, που ήταν αδια­νό­η­τες για χρό­νια, και την ίδια ώρα να με­τα­τρέ­πει αυτές τις νίκες σε «πα­γί­δα» υπο­χώ­ρη­σης, ενώ μπο­ρούν να επι­τευ­χθούν πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρα.

Προς το παρόν το κυ­βερ­νη­τι­κό σχέ­διο –συ­μπυ­κνω­μέ­νο στην έκ­κλη­ση για «επι­στρο­φή στην κα­νο­νι­κό­τη­τα»– έχει απο­τύ­χει, καθώς απα­ντή­θη­κε με το σύν­θη­μα «η κα­νο­νι­κό­τη­τα ήταν το πρό­βλη­μα εξαρ­χής».

Όπως τρα­γου­δού­σαν παλιά οι Ίντι Ιλι­μά­νι, «esta vez no se trata de cambiar un presidente, sera el pueblo quien construya un Chile bien diferente» (αυτή τη φορά δεν αφορά απλά την αλ­λα­γή του προ­έ­δρου, αλλά τον λαό που θα χτί­σει μια πολύ δια­φο­ρε­τι­κή Χιλή).

Και όταν έρ­χο­νται τέ­τοια μη­νύ­μα­τα από τη Χιλή, τη φε­ρό­με­νη ως «όαση στα­θε­ρό­τη­τας» στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή για δε­κα­ε­τί­ες, έχουν δίκιο αστοί ανα­λυ­τές να ανη­συ­χούν ότι τέ­τοιες δια­θέ­σεις «μπο­ρεί να προ­κύ­ψουν πα­ντού…».

//rproject.gr/