Είναι καλύτερο να γνωρίζουμε τον εαυτό μας διανοητικά ή συναισθηματικά;

Είναι καλύτερο να γνωρίζουμε τον εαυτό μας διανοητικά ή συναισθηματικά;

Η ψυχοθεραπεία έχει αναγνωρίσει από καιρό αυτή τη διάκριση. Ξέρει ότι η σκέψη μας είναι εξαιρετικά σημαντική, αλλά από μόνη της, μέσα στην ίδια τη θεραπευτική διαδικασία, δεν είναι το κλειδί για την επούλωση των ψυχολογικών τραυμάτων μας.

Τις περισσότερες φορές είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τον εαυτό μας. Μας είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκτήσουμε ακόμη και μία βασική εικόνα σχετικά με το χαρακτήρα και τα κίνητρά μας, που ελπίζουμε ότι μπορεί να μας ελευθερώσουν από κάποιες από τις νευρώσεις και τους καταναγκασμούς που δυσκολεύουν τόσο πολύ τη ζωή μας.

Επομένως, είναι ιδιαίτερα αφυπνιστικό και κάποιες στιγμές πραγματικά απογοητευτικό να συνειδητοποιούμε ότι η αντιμετώπιση της άγνοιας της ψυχής μας μέσω της γνώσης, δεν πρόκειται να είναι αρκετή από μόνη της. Ή μάλλον, συνειδητοποιούμε ότι θα χρειαστεί να υπάρξει μια περαιτέρω και ακόμα πιο επίπονη διάκριση που πρέπει να παρατηρήσουμε μεταξύ του να γνωρίζουμε κάτι για τον εαυτό μας διανοητικά και συναισθηματικά.

Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να καταλήξουμε σε μια πνευματική κατανόηση ότι νιώθουμε δειλία όταν βρισκόμαστε κοντά σε πρόσωπα εξουσίας, επειδή ο πατέρας μας υπήρξε μια απρόσιτη φιγούρα που δεν μας έδωσε την υποστήριξη και αγάπη που χρειαζόμασταν για να αποδεχτούμε τον εαυτό μας. Γνωρίζοντας το χαρακτήρα μας μπορεί να είναι το αποτέλεσμα πολλών ετών και έχοντας καταφέρει αυτό, θα μπορούσαμε λογικά να αναμένουμε ότι τα προβλήματά μας που σχετίζονται με την ντροπαλότητα και την εξουσία θα μειώνονταν.

Αλλά οι συσχετισμοί του νου δυστυχώς δεν διαλύονται τόσο απλά. Μια διανοητική κατανόηση του παρελθόντος μας, αν και δεν είναι λάθος, δεν θα είναι από μόνη της αποτελεσματική ώστε να μπορεί να μας απελευθερώσει από την ένταση των νευρωτικών συμπτωμάτων μας. Γι’ αυτό θα πρέπει να προχωρήσουμε προς μια πολύ πιο στενή, λεπτομερή, ενστικτώδη εκτίμηση για το από που προερχόμαστε και ποια είναι τα βιώματά μας. Πρέπει να αγωνιστούμε για αυτό που αποκαλούμε συναισθηματική κατανόηση του παρελθόντος, σε αντίθεση με μια σύντομη, πνευματική κατανόηση.

Χρειάζεται να βιώσουμε ξανά σε ένα μυθιστορηματικό επίπεδο λεπτομέρειες μιας ολόκληρης σειράς σκηνών από την πρώιμη ζωή μας, κατά τις οποίες διαμορφώθηκαν τα προβλήματά μας αναφορικά με τον πατέρα μας και τα πρόσωπα εξουσίας. Θα χρειαστεί να αφήσουμε την φαντασία μας να περιπλανηθεί σε εκείνες τις στιγμές του παρελθόντος που μας ήταν υπερβολικά αφόρητες για να κρατήσουμε ζωντανές ανάμεσα στις ενεργές αναμνήσεις μας (το μυαλό προτιμά, εκτός και αν του ζητηθεί ενεργά, να κρατά τις βασικές πληροφορίες αντί για το πλήρες ιστορικό των γεγονότων, το οποίο και φυλάσσεται σε μία απομακρυσμένη θέση της βιβλιοθήκης του μυαλού μας).

Χρειαζόμαστε όχι μόνο να γνωρίζουμε ότι είχαμε μια δύσκολη σχέση με τον πατέρα μας, αλλά θα πρέπει να ξαναζήσουμε τη θλίψη αυτή σαν να συνέβαινε σήμερα. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στην παιδική μας ηλικία, να θυμηθούμε το εσωτερικό του σπιτιού μας, τα ρούχα που φορούσαμε, τον ήχο της φωνής του πατέρα μας όταν ήταν αγχωμένος, την οργή που μας εξέφραζε επειδή δεν είχαμε εκπληρώσει τις προσδοκίες του, τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά μας, τη φωνή που μας ακολουθούσε καθώς πηγαίναμε στο δωμάτιό μας, την αίσθηση ότι θέλαμε να πεθάνουμε και ότι δεν υπήρχε τίποτα καλό γύρω μας. Χρειαζόμαστε το μυθιστόρημα του μυαλού μας, όχι την έκθεση.

Η ψυχοθεραπεία έχει αναγνωρίσει από καιρό αυτή τη διάκριση. Ξέρει ότι η σκέψη μας είναι εξαιρετικά σημαντική, αλλά από μόνη της, μέσα στην ίδια τη θεραπευτική διαδικασία, δεν είναι το κλειδί για την επούλωση των ψυχολογικών τραυμάτων μας. Επιμένει σε μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ της ευρείας αναγνώρισης ότι ήμασταν ντροπαλοί ως παιδιά και της αναβίωσης με πλήρη ένταση, το πώς αισθανόμασταν όταν ήμασταν δειλοί, όταν μας παραμελούσαν και διατρέχαμε διαρκώς τον κίνδυνο της αποστασιοποίησης ή του χλευασμού. Η διαφορά μεταξύ της αμυδρής γνώσης, ότι η μητέρα μας δεν ήταν πολύ επικεντρωμένη σε εμάς όταν ήμασταν παιδιά και της επανασύνδεσης με εκείνα τα συναισθήματα απελπισίας που είχαμε όταν προσπαθούσαμε να μοιραστούμε μερικές από τις ανάγκες μας μαζί της.

Η θεραπεία βασίζεται στην ιδέα της επιστροφής στα ζωντανά συναισθήματά μας. Μόνο όταν έρθουμε σε μία καλή επαφή με τα συναισθήματα, μπορούμε να τα διορθώσουμε με τη βοήθεια των πιο ώριμων ικανοτήτων μας και έτσι να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα της ενήλικης ζωής μας.

Παραδόξως αλλά έχει ενδιαφέρον, αυτό σημαίνει ότι οι διανοητικοί άνθρωποι μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσκολίες μέσα στη θεραπεία. Ενδιαφέρονται περισσότερο για τις ιδέες. Δεν τους είναι τόσο εύκολο να αναβιώσουν και να εκθέσουν τον πόνο και τη δυσφορία των παλαιότερων, λιγότερο εξελιγμένων εαυτών τους, αν και στην πραγματικότητα είναι αυτοί οι εαυτοί μας που χρειάζεται να ανακαλυφθούν, να ακουστούν και ίσως για πρώτη φορά να εισπράξουν παρηγοριά.

Χρειαζόμαστε, για να γίνουμε απολύτως καλά, να ταξιδεύουμε στο χρόνο σε κάθε συνεδρία μας και να αναβιώνουμε το πως ήμασταν στις ηλικίες των πέντε, εννέα και δεκαπέντε ετών και να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να κλάψει, να τρομοκρατηθεί και να νιώσει έξαλλος με την πραγματικότητα της κατάστασης. Και με αφετηρία αυτών των, με ζόρι, αποκτημένων συναισθηματικών γνώσεων, όχι των πιο ανώδυνων πνευματικών γνώσεων, μπορούμε μια μέρα να ανακαλύψουμε την ανακούφιση για τα προβλήματα που υπάρχουν μέσα μας.

psychologynow.gr